«Είναι εμμονή, πολύ θα ήθελα να γίνω ξανά ένα παιδί στην παραλία. Μπορεί να ακούγεται παιδικό αλλά είναι ένα συναίσθημα που πολύ συχνά λαχταρώ: να είμαι ένα παιδί χωρίς έγνοιες, να βρίσκομαι στην παραλία και να απολαμβάνω την απεραντοσύνη του ωκεανού χωρίς να φοβάμαι τίποτα, νιώθοντας ασφαλής», είχε πει κάποτε αναφερόμενος σε ένα εξώφυλλο που είχε σχεδιάσει για τον The New Yorker.
Κι όμως μόνο χωρίς έγνοιες και ασφαλής δεν ήταν σαν παιδί. «Αγνώστου πατρός» βρέθηκε αρχικά σε μια ανάδοχη οικογένεια για να τον ξαναπάρει πίσω η μητέρα του και να ζήσει τα πρώτα του χρόνια με έναν αλκοολικό, κακοποιητικό, πατριό. Στο σχολείο τα πήγαινε χάλια μέχρι να αποβληθεί ολοκληρωτικά. Απέτυχε στις εξετάσεις που έδωσε για να προσληφθεί στο Ταχυδρομείο, σε μια τράπεζα και στους σιδηροδρόμους. Εγκαταλείποντας το σπίτι άρχισε να κάνει, πιτσιρικάς ακόμη, δουλειές του ποδαριού, άλλοτε ως πλανόδιος πωλητής οδοντόκρεμας και άλλοτε ως διανομέας κρασιού με ένα ποδήλατο. Αποφασίζει να καταταχθεί στο στρατό, δηλώνοντας ψεύτικη ηλικία, μια που ήταν «το μόνο μέρος που θα μου έδινε δουλειά και ένα κρεβάτι», όπως θα πει αργότερα. Τον απολύουν μια που αποκαλύπτεται η πραγματική του ηλικία όταν συλλαμβάνεται κατά τη διάρκεια της φρουράς να ζωγραφίζει.
Και συνέχισε να «ζωγραφίζει». Μέχρι που οι «ζωγραφιές» του ν’ αρχίσουν να γίνονται γνωστές. Και να συναντήσει στα γραφεία του περιοδικού Le Moustique τον Ρενέ Γκοσινύ. Ο Ρενέ, θα πει ο ίδιος, «είχε σκεφτεί μια ιστορία στην οποία ένας πιτσιρίκος διηγούνταν τη ζωή του με τους φίλους του, οι οποίοι είχαν όλοι παράξενα ονόματα… και έτσι ξεκινήσαμε. Ο Ρενέ είχε βρει τη συνταγή» -και εγεννήθη ο Μικρός Νικολά. Η επιτυχία ήταν τέτοια που πέρα από τις ιστορίες του Μικρού Νικολά οι «ζωγραφιές» του θα γίνουν περιζήτητες -και όχι μόνο στη Γαλλία. Εκατοντάδες σκίτσα και εικονογραφήσεις του θα κοσμήσουν περιοδικά όπως το Paris Match ή ο Nouvel Observateur, οι The New York Times ή ο The New Yorker πέραν του Ατλαντικού. Ενώ δεκάδες άλμπουμ με τη δουλειά του θα γίνουν ανάρπαστα.
«Τα σκίτσα του μοιάζουν με ένα είδος εικονογραφημένου χαϊκού» θα γράψουν οι Times. Και θα έχουν δίκιο: οι λιτές γραμμές του, με το πενάκι ή με το χρώμα, περιγράφοντας την παιδική ζωή ή ανατέμνοντας τις ζωές και τις συνήθειες καθημερινών ανθρώπων, αναδύουν μέσα από τη λιτότητα τους νοήματα που καλούν το θεατή να τα ανακαλύψει παρατηρώντας τα για ώρα. Στιγμιαία όσο και διαρκή. Με κυρίαρχο στοιχείο την τρυφερότητα. «Η ευαλωτότητα είναι η ανθρώπινη κατάσταση, και η δική μου ευαλωτότητα αντανακλάται σε εκείνη των ανθρώπων που ζωγραφίζω …Για να είσαι καλός καλλιτέχνης — ή καλός χιουμορίστας — πρέπει να βλέπεις μέσα στους ανθρώπους που ζωγραφίζεις». Για να συμπληρώσει: «Μου είναι δύσκολο να ζωγραφίσω τον σύγχρονο κόσμο. Ακόμα και όταν ζωγραφίζω υπολογιστές, οι φίλοι μου μου επισημαίνουν ότι είναι το είδος των υπολογιστών που εξαφανίστηκαν τη δεκαετία του 1970. Για μένα, ο σύγχρονος κόσμος στερείται γοητείας. Δεν λέω ότι τα πράγματα ήταν πάντα καλύτερα στο παρελθόν. Δεν ήταν. Αλλά τα πράγματα μου φαίνονταν καλύτερα, ή τουλάχιστον πιο ενδιαφέροντα...».
«Καλύτερα» ή πιο «ενδιαφέροντα» το γεγονός είναι πως οι «ζωγραφιές» του, συγκρινόμενες με κάποιες σύγχρονες, επιθετικές εικονογραφήσεις, δεν είναι απλώς «νοσταλγικές»: ανακαλούν μια ανθρώπινη συνθήκη όπου η κατανόηση συμβαδίζει με την ευφυία και η κριτική με την τρυφερότητα. Κάτι που όλο και συχνότερα απουσιάζει από το «σύγχρονο κόσμο» μας.
Ίσως και γι αυτό αναρτώ και ξανααναρτώ τις διαχρονικές εικόνες του. Άλλωστε όπως έλεγε κι ο ίδιος σε μια από τις τελευταίες συνεντεύξεις του: «Χρειάστηκε μεγάλη δύναμη στη ζωή μου για να πω «Ίσως» όταν σκεφτόμουν «Όχι», «Θα δούμε» όταν σκεφτόμουν «Ναι» και «Τα λέμε σύντομα» όταν έφευγα για τα καλά».
Ο Jean- Jaques Sempé έφυγε «για τα καλά» στις 11 Αυγούστου του 2022, υποσχόμενος να «τα λέμε σύντομα». Πράγμα που, με τον τρόπο μας, κάνουμε.