Όταν υποχωρεί η Πολιτική, κερδίζει η αντι-Πολιτική

Κώστας Χλωμούδης 13 Αυγ 2026

Υπάρχει κάτι βαθύτερα ανησυχητικό στον δημόσιο διάλογο των τελευταίων ημερών. Και δεν αφορά μόνο το ΠΑΣΟΚ, ούτε ένα «μυστικό δείπνο» που οι φερόμενοι ως συνδαιτυμόνες διαψεύδουν κατηγορηματικά, ούτε τις συμβάσεις μιας εταιρείας που συνδέεται συγγενικά με πολιτικό στέλεχος και άλλα αντίστοιχα σενάρια.

Αφορά κάτι πολύ σοβαρότερο: την ποιότητα της ίδιας της Πολιτικής και της δημοκρατικής συζήτησης στη χώρα.

Μέσα στην καλοκαιρινή ραστώνη του Αυγούστου, ενώ η χώρα δοκιμάζεται ξανά από τις πυρκαγιές και επανέρχονται τα ερωτήματα για την προετοιμασία και την αποτελεσματικότητα του κρατικού μηχανισμού, μια εντελώς διαφορετική ατζέντα διεκδικεί αίφνης το κέντρο της δημόσιας συζήτησης.

«Μυστικά δείπνα». Κυβερνήσεις που σχεδιάζονται πριν ακόμη γίνουν εκλογές. Επιχειρηματίες που υποτίθεται ότι οργανώνουν πολιτικές συμμαχίες. Συμβάσεις συγγενικών προσώπων. Υπόγειες συνεννοήσεις. «Διαπλοκή».

Και, φυσικά, σενάρια. Πολλά σενάρια.

Το πρόβλημα δεν είναι ότι όλα αυτά απαγορεύεται να ερευνώνται. Το αντίθετο. Η δημοσιογραφική έρευνα για τα πολιτικά πρόσωπα είναι αναγκαία στη δημοκρατία. Οι σχέσεις πολιτικής και οικονομικών συμφερόντων πρέπει να ελέγχονται, οι δημόσιες συμβάσεις να είναι απολύτως διαφανείς και κανένα κόμμα —ούτε βεβαίως το ΠΑΣΟΚ— δεν δικαιούται οποιαδήποτε ασυλία.

Άλλο όμως έρευνα και άλλο κατασκευή πολιτικής ατζέντας.

Όταν το σενάριο υποκαθιστά την πολιτική

Η ιστορία του περιβόητου «μυστικού δείπνου» είναι χαρακτηριστική. Οι τρεις άνθρωποι που υποτίθεται ότι συμμετείχαν το διέψευσαν κατηγορηματικά. Ακολούθησαν εξώδικες ενέργειες. Κι όμως, η ιστορία απέκτησε τη δική της πολιτική ζωή.

Διότι στην εποχή της επικοινωνιακής πολιτικής ένα σενάριο δεν χρειάζεται πάντοτε να αποδειχθεί για να επιτελέσει τη λειτουργία του. Αρκεί να καταλάβει τον διαθέσιμο χώρο της δημόσιας συζήτησης.

Και εδώ βρίσκεται το πραγματικό πρόβλημα.

Τι σταματήσαμε να συζητάμε όταν αρχίσαμε να συζητάμε για τα δείπνα;

Τις πυρκαγιές και την πολιτική προστασία. Την ακρίβεια. Το στεγαστικό. Την κατάσταση της δημόσιας υγείας και της παιδείας. Την αγοραστική δύναμη των μισθών. Τις ανισότητες. Την ασφάλεια. Την παραγωγική ανασυγκρότηση. Τη λειτουργία του κράτους και των θεσμών. Το άδειασμα του Σταύρο Μπένου από την κυβέρνηση για το σχεδιασμό αντιμετώπισης των αποτελεσμάτων των καταστροφικών πυρκαγιών τα τελευταία χρόνια στον Έβρο κλπ. κλπ. Στην ουσία την προοπτική της χώρας.

Δηλαδή, σταματήσαμε να συζητάμε για Πολιτική.

Δεν χρειάζεται συνωμοσία. Αρκεί η σύγκλιση

Δεν χρειάζεται να ανακαλύπτουμε κάποιο ενιαίο κέντρο που κινεί τα νήματα. Ούτε κάποια παράδοξη συμμαχία τμημάτων Δεξιάς και Αριστεράς.

Η πραγματικότητα είναι απλούστερη.

Διαφορετικά πολιτικά, οικονομικά και μιντιακά κέντρα μπορεί να έχουν διαφορετικές αφετηρίες και διαφορετικές επιδιώξεις. Μπορούν όμως, σε μια συγκεκριμένη συγκυρία, να συγκλίνουν στους στόχους χρησιμοποιώντας παρόμοιες μεθόδους.

Για κάποιους το ζητούμενο είναι να εμφανιστεί το ΠΑΣΟΚ ως δυνητικό συμπλήρωμα της Νέας Δημοκρατίας. Για άλλους, να αποδυναμωθεί ώστε να διευκολυνθεί μια διαφορετική αναδιάταξη του χώρου της Κεντροαριστεράς. Για άλλους, απλώς να συντηρηθεί ένας δημόσιος διάλογος περισσότερο θεαματικός και περισσότερο εμπορεύσιμος.

Δεν χρειάζεται να συνεννοούνται μεταξύ τους.

Η σύγκλιση των επιδιώξεων και κυρίως των μεθόδων αρκεί.

Το αποτέλεσμα όμως είναι κοινό: αντί να συζητούμε για πολιτικές, συζητούμε για πρόσωπα. Αντί για προγράμματα, για παρασκήνια. Αντί για κοινωνικές προτεραιότητες, για υποτιθέμενες μυστικές συμφωνίες.

Ο πρώτος πολιτικός ωφελημένος

Και ποιος ωφελείται άμεσα από αυτή τη μετατόπιση;

Εκ του αποτελέσματος, πρωτίστως η σημερινή κυβέρνηση.

Όσο η δημόσια συζήτηση περιστρέφεται γύρω από το ποιος δείπνησε με ποιον, ποιος σχεδιάζει να κυβερνήσει με ποιον και ποιες προσωπικές στρατηγικές εξυφαίνονται στην αντιπολίτευση, τόσο απομακρύνεται από το ερώτημα που φυσιολογικά θα έπρεπε να κυριαρχεί:

Ποιος είναι ο απολογισμός επτά ετών διακυβέρνησης της χώρας από τον Κυριάκο Μητσοτάκη;

Δεν χρειάζεται λοιπόν να αποδώσει κανείς πρόθεση στην κυβέρνηση για να διαπιστώσει την πολιτική της ωφέλεια. Είναι ωφέλεια εκ του αποτελέσματος.

Υπάρχει όμως ένας ακόμη ωφελημένος. Και ενδεχομένως πολύ πιο επικίνδυνος.

Όταν απαξιώνεται η Πολιτική, ενισχύονται τα άκρα

Όταν επί εβδομάδες η Πολιτική παρουσιάζεται ως ένας κόσμος μυστικών δείπνων, επιχειρηματικών συναλλαγών, προσωπικών συμφωνιών και παρασκηνιακών διευθετήσεων, ο πολίτης δεν καταλήγει αναγκαστικά στο συμπέρασμα ότι «ο ένας πολιτικός είναι καλύτερος από τον άλλο».

Μπορεί να καταλήξει σε κάτι πολύ χειρότερο:

«Όλοι ίδιοι είναι».

Και αυτή είναι η πρώτη ύλη του αντι-συστημισμού.

Η απαξίωση της δημοκρατικής πολιτικής δεν ενισχύει τελικά μόνο εκείνον που βρίσκεται προσωρινά στην κυβέρνηση. Τροφοδοτεί εκείνους που υποστηρίζουν ότι τα κόμματα, οι θεσμοί, το Κοινοβούλιο, οι δημοκρατικές διαδικασίες δεν έχουν κανένα νόημα επειδή όλα δήθεν αποφασίζονται σε κάποιο σκοτεινό παρασκήνιο.

Εκεί ακριβώς βρίσκουν πρόσφορο έδαφος οι κάθε λογής ακραίοι. Από διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες, αλλά με κοινό καύσιμο: τη δυσπιστία απέναντι στη δημοκρατική Πολιτική.

Γι' αυτό το ζήτημα υπερβαίνει κατά πολύ την υπεράσπιση ενός κόμματος ή κάποιων στελεχών του.

Αφορά την υπεράσπιση της Πολιτικής απέναντι στην αντι-Πολιτική.

Η απάντηση του ΠΑΣΟΚ δεν μπορεί να είναι αμυντική

Σε αυτή την κατάσταση το ΠΑΣΟΚ έχει μια ιστορική ευθύνη.

Θα ήταν λάθος να εγκλωβιστεί σε έναν καθημερινό πόλεμο διαψεύσεων, καταγγελιών και ανταπαντήσεων. Ακόμη μεγαλύτερο λάθος θα ήταν να απαντήσει στην τοξικότητα με περισσότερη τοξικότητα ή να βλέπει πίσω από κάθε κριτική μια οργανωμένη συνωμοσία.

Όπου υπάρχουν πραγματικά ερωτήματα, χρειάζονται καθαρές απαντήσεις. Όπου διατυπώνονται κατηγορίες, χρειάζεται τεκμηρίωση και διαφάνεια και προφανώς πολιτική αλληλεγγύης των στελεχών του που προδήλως σκόπιμα υπονομεύονται.

Αλλά η ουσιαστική απάντηση είναι άλλη: περισσότερη Πολιτική.

Το ΠΑΣΟΚ οφείλει να μεταφέρει επίμονα τη συζήτηση εκεί όπου διαθέτει το πραγματικό του όπλο: στην προγραμματική του πρόταση.

Στην οικονομία και την παραγωγική ανασυγκρότηση. Στο κοινωνικό κράτος. Στη δημόσια υγεία και παιδεία. Στη στέγη. Στην εργασία και τους μισθούς. Στην περιφερειακή ανάπτυξη. Στην πράσινη μετάβαση. Στους θεσμούς και τη λειτουργία του κράτους.

Και κυρίως να συνεχίσει την προσπάθεια να καθιστά σαφές τι ακριβώς προτείνει να γίνει διαφορετικά την επόμενη ημέρα, αναδεικνύοντας και σε τι αντιτίθεται, από τις όποιες προτάσεις άλλων φορέων και κομμάτων.

Αυτή είναι η προγραμματική πανοπλία που μπορεί να υπερβεί τον θόρυβο.

Διότι η απάντηση στην παραπολιτική δεν είναι περισσότερη παραπολιτική. Η απάντηση στον αντισυστημισμό δεν είναι η υιοθέτηση της γλώσσας του.

Είναι η αποκατάσταση της αξιοπιστίας της δημοκρατικής Πολιτικής.

Και ίσως αυτό είναι τελικά το πραγματικό διακύβευμα πίσω από όλα τα «μυστικά δείπνα» του φετινού Αυγούστου:

να ξαναρχίσουμε να συζητάμε για όσα συμβαίνουν στο φως της ημέρας.