Θα γκρεμίσουμε τη χώρα;

Σταύρος Μ. Θεοδωράκης 13 Αυγ 2026

Υπάρχουν στιγμές που αναρωτιέσαι πόσο χαμηλότερα μπορεί να κατέβει η πολιτική αντιπαράθεση σε αυτή τη χώρα.

Και, σχεδόν πάντα, η πραγματικότητα φροντίζει να σου δώσει την απάντηση.

Πριν από λίγες εβδομάδες ο Αλέξης Τσίπρας, μιλώντας στο συνέδριο του Economist, κατήγγειλε τον Κυριάκο Μητσοτάκη ότι εκχώρησε επ’ αόριστο τη βάση της Σούδας και έξι ακόμη στρατιωτικές εγκαταστάσεις, μεταξύ των οποίων και την Αλεξανδρούπολη, χωρίς ουσιαστική διαπραγμάτευση.

Και γιατί, κατά τον πρώην πρωθυπουργό, το έκανε;

Για να εξασφαλίσει τη δυνατότητα να μιλήσει στο αμερικανικό Κογκρέσο και να υπηρετήσει έτσι το προσωπικό πολιτικό του συμφέρον.

Ας καταλάβουμε τι ακριβώς λέγεται εδώ.

Δεν ασκείται κριτική σε μια συμφωνία εξωτερικής πολιτικής. Δεν υποστηρίζεται απλώς ότι ο πρωθυπουργός διαπραγματεύθηκε με λάθος τρόπο ή ότι δεν εξασφάλισε όσα θα μπορούσε για τη χώρα.

Καταγγέλλεται ότι ο πρωθυπουργός της Ελλάδας χρησιμοποίησε ζητήματα που άπτονται της εθνικής ασφάλειας και των σχέσεων της χώρας με τον σημαντικότερο σύμμαχό της για να εξασφαλίσει προσωπικό πολιτικό όφελος.

Αν αυτό είναι αλήθεια, είναι συγκλονιστικό.

Και αν δεν είναι;

Πάμε παρακάτω.

Το ΠΑΣΟΚ, σε ανακοίνωσή του με αφορμή συνέντευξη του Αλέξη Τσίπρα, μιλά για τον «Μητσοτάκη της διαφθοράς» και τον «Τσίπρα της διαπλοκής».

Υποστηρίζει ότι και οι δύο «έχουν δεσμεύσεις και εξαρτήσεις».

Για τον Αλέξη Τσίπρα μάλιστα δεν αρκείται σε αυτό. Υποστηρίζει ότι ηγείται όχι ενός κόμματος αλλά μιας «ανώνυμης εταιρείας με μετόχους τους εγχώριους ολιγάρχες και αυτόν διευθύνοντα σύμβουλο».

Και όλα αυτά έρχονται να προστεθούν σε μια πολιτική αντιπαράθεση στην οποία έχουμε κουραστεί να ακούμε χαρακτηρισμούς περί «εγκληματικής οργάνωσης» και άλλες ανάλογες περιγραφές της κυβέρνησης.

Ας καταλάβουμε και πάλι τι λέγεται.

Διαφθορά, διαπλοκή, ολιγάρχες, εξαρτήσεις, δεσμεύσεις, εγκληματικές οργανώσεις, εθνικές υποχωρήσεις.

Και δεν τελειώσαμε.

Η αντιπολίτευση καταγγέλλει συστηματικά την κυβέρνηση για παρεμβάσεις στη Δικαιοσύνη. Για χειραγώγησή της. Για προσπάθεια ελέγχου ενός θεσμού που, σε μια δημοκρατία, οφείλει να λειτουργεί ανεξάρτητα από την εκτελεστική εξουσία.

Και εδώ δεν μιλάμε για μια ακόμη πολιτική διαφωνία.

Αν μια κυβέρνηση χειραγωγεί τη Δικαιοσύνη, έχουμε πρόβλημα δημοκρατίας.

Όπως έχουμε πρόβλημα δημοκρατίας όταν δημιουργούνται σοβαρά ερωτήματα για το αν διατάξεις του Ποινικού Κώδικα νομοθετούνται κατά παραγγελία, ώστε να εξυπηρετήσουν συγκεκριμένες υποθέσεις ή συγκεκριμένα συμφέροντα.

Αυτά δεν είναι συνθήματα που μπορεί κανείς να εκτοξεύει το πρωί και να ξεχνά το βράδυ.

Είναι κατηγορίες που, εφόσον αληθεύουν, απαιτούν συνέπειες.

Και ναι, είμαι θυμωμένος.

Γιατί ποιοι είναι όλοι αυτοί που μας περιγράφουν αυτή τη χώρα;

Δεν είναι κάποιοι εξωκοινοβουλευτικοί παρατηρητές της ελληνικής πολιτικής ζωής.

Είναι οι πολιτικές δυνάμεις που κυβέρνησαν και κυβερνούν την Ελλάδα.

Η Νέα Δημοκρατία κυβερνά σήμερα.

Το ΠΑΣΟΚ κυβέρνησε επί δεκαετίες.

Ο Αλέξης Τσίπρας και ο ΣΥΡΙΖΑ κυβέρνησαν επίσης τη χώρα στο κοντινό παρελθόν.

Και αν πιστέψουμε όσα λέει ο ένας για τον άλλον, ποια ακριβώς Ελλάδα μάς απομένει;

Μια Ελλάδα στην οποία πρωθυπουργοί εκχωρούν στρατιωτικές εγκαταστάσεις για να εξασφαλίσουν προσωπικά πολιτικά οφέλη.

Μια Ελλάδα που κυβερνάται από «εγκληματικές οργανώσεις».

Μια Ελλάδα στην οποία η κυβέρνηση χειραγωγεί τη Δικαιοσύνη.

Μια Ελλάδα στην οποία οι πολιτικοί αρχηγοί είναι εξαρτημένοι από ολιγάρχες και λειτουργούν ως διευθύνοντες σύμβουλοι των συμφερόντων τους.

Μια Ελλάδα στην οποία νομοθετούμε κατά παραγγελία.

Μια Ελλάδα της διαφθοράς και της διαπλοκής.

Αυτή είναι η χώρα μας;

Γιατί αν είναι, τότε έχουμε όλοι πολύ σοβαρότερο πρόβλημα από το ποιος θα κερδίσει τις επόμενες εκλογές.

Και αν δεν είναι, με ποιο δικαίωμα την παρουσιάζουν έτσι;

Δεν υποστηρίζω ότι όλες αυτές οι καταγγελίες είναι ψευδείς και πρέπει να τις ξεχάσουμε.

Το αντίθετο.

Κάθε σοβαρή καταγγελία πρέπει να διερευνάται. Καμία κυβέρνηση δεν δικαιούται να κρύβεται πίσω από την κοινοβουλευτική της πλειοψηφία. Καμία καταγγελία για παρέμβαση στη Δικαιοσύνη δεν επιτρέπεται να αντιμετωπίζεται με ένα «τα ίδια κάνατε κι εσείς». Κανένα ερώτημα για πιθανή κατά παραγγελία νομοθέτηση δεν απαντάται με κομματικές ανακοινώσεις και υπεκφυγές.

Η κυβέρνηση έχει υποχρέωση να απαντά.

Καθαρά. Συγκεκριμένα. Με στοιχεία.

Αλλά ακριβώς την ίδια υποχρέωση έχει και εκείνος που κατηγορεί.

Δεν μπορείς να καταγγέλλεις έναν πρωθυπουργό ότι διαχειρίστηκε την εθνική ασφάλεια της χώρας για προσωπικό πολιτικό όφελος, ότι μια κυβέρνηση αποτελεί «εγκληματική οργάνωση» ή χειραγωγεί τη Δικαιοσύνη και να θεωρείς ότι απλώς άσκησες έντονη αντιπολίτευση.

Δεν μπορείς να καταγγέλλεις έναν πρώην πρωθυπουργό ως διευθύνοντα σύμβουλο των ολιγαρχών ή ότι, ως πρωθυπουργός, χρηματίστηκε για να νομοθετήσει κατά παραγγελία και την επόμενη στιγμή να συνεχίζεις σαν να διατύπωσες μια ακόμη πολιτική εκτίμηση.

Αν τα γνωρίζετε, αποδείξτε τα.

Αν έχετε στοιχεία, καταθέστε τα.

Αν πρόκειται για εγκλήματα, ζητήστε να αποδοθούν ευθύνες.

Αν πρόκειται για πολιτικές εκτιμήσεις, χρησιμοποιήστε τις λέξεις που αντιστοιχούν σε πολιτικές εκτιμήσεις.

Γιατί οι λέξεις έχουν σημασία.

Και κυρίως έχουν συνέπειες.

Κάθε φορά που ένας πολιτικός αρχηγός καταγγέλλει χωρίς τεκμηρίωση ότι η Δικαιοσύνη ελέγχεται, ένα ακόμη κομμάτι εμπιστοσύνης στον θεσμό χάνεται.

Κάθε φορά που ένα κόμμα περιγράφει τους αντιπάλους του ως διεφθαρμένους, διαπλεκόμενους ή εγκληματική οργάνωση χωρίς να ακολουθεί την καταγγελία μέχρι τέλους, ένα ακόμη κομμάτι εμπιστοσύνης στην πολιτική χάνεται.

Κάθε φορά που ένα ζήτημα εθνικής πολιτικής μετατρέπεται χωρίς αποδείξεις σε ιστορία προσωπικής συναλλαγής ενός πρωθυπουργού, ένα ακόμη κομμάτι εμπιστοσύνης στη λειτουργία του ίδιου του κράτους χάνεται.

Και κάποια στιγμή δεν θα έχει σημασία ποιος κέρδισε την τελευταία κομματική αντιπαράθεση.

Θα έχουν κερδίσει όλοι μαζί κάτι πολύ χειρότερο, μια κοινωνία που δεν πιστεύει κανέναν.

Που θεωρεί αυτονόητο ότι όλοι κλέβουν, όλοι συναλλάσσονται, όλοι εξυπηρετούν συμφέροντα, όλοι ελέγχουν θεσμούς, όλοι λένε ψέματα.

Και μια δημοκρατία στην οποία οι πολίτες δεν εμπιστεύονται κανέναν θεσμό δεν μπορεί να λειτουργήσει για πολύ ως υγιής δημοκρατία.

Και όλα αυτά συμβαίνουν ενώ μπαίνουμε ουσιαστικά σε μια μακρά προεκλογική περίοδο.

Αυτό είναι που με ανησυχεί περισσότερο.

Γιατί αν αυτή είναι η ένταση της πολιτικής αντιπαράθεσης σήμερα, μπορούμε εύκολα να φανταστούμε τι θα ακολουθήσει όσο πλησιάζουμε στις εκλογές. Οι χαρακτηρισμοί θα γίνουν βαρύτεροι, οι καταγγελίες περισσότερες, η πόλωση εντονότερη.

Μόνο που υπάρχει ένα όριο πέρα από το οποίο, προσπαθώντας να γκρεμίσεις τον αντίπαλό σου, αρχίζεις να γκρεμίζεις το ίδιο το έδαφος πάνω στο οποίο στέκεσαι.

Και στο τέλος ο πολίτης δεν θα πιστεύει ότι οι άλλοι είναι χειρότεροι.

Δεν θα πιστεύει κανέναν.

Η κριτική δεν γκρεμίζει τη χώρα.

Η αποκάλυψη πραγματικών σκανδάλων δεν γκρεμίζει τη χώρα.

Η διερεύνηση των ευθυνών δεν γκρεμίζει τη χώρα.

Την προστατεύουν.

Αυτό που τη γκρεμίζει είναι να μετατρέπουμε τη διαφθορά, τη διαπλοκή, τη Δικαιοσύνη, ακόμη και τα εθνικά ζητήματα σε λέξεις μιας χρήσεως στον καθημερινό κομματικό πόλεμο.

Να κατηγορούν όλοι όλους για τα πάντα.

Και την επόμενη ημέρα να μην έχει συμβεί τίποτε.

Αρκετά.

Ή έχουμε μια χώρα της οποίας οι θεσμοί λειτουργούν — με προβλήματα, λάθη και ευθύνες που πρέπει να αποκαλύπτονται και να διορθώνονται.

Ή έχουμε τη χώρα που οι ίδιοι περιγράφουν.

Και αν έχουμε τη δεύτερη, έχουν υποχρέωση να το αποδείξουν.

Αν όμως δεν την έχουμε, ας σταματήσουν να τη γκρεμίζουν για λίγες ψήφους παραπάνω.