«Πολιτικό με μεγάλη εμπειρία» χαρακτηρίζει η Berliner Zeitung τον Κυριάκο Μητσοτάκη, αναφερόμενη τόσο στην επαγγελματική του σταδιοδρομία όσο και στη θητεία του στο υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης. Περιγράφοντας τον νέο πρωθυπουργό η εφημερίδα επισημαίνει ότι «ο Μητσοτάκης δεν είναι λαϊκιστής αλλά ένας ευγενικός άνθρωπος χαμηλών τόνων και αυτό παρότι στη διένεξη για το Μακεδονικό τάχθηκε στο πλευρό των υπερεθνικιστών».
Σε άλλο άρθρο της ίδιας εφημερίδας υπό τον τίτλο «Οι Έλληνες το προσπαθούν και πάλι συντηρητικά» αναφέρεται ότι «οι βουλευτικές εκλογές οδηγούν σε κυβερνητική αλλαγή».
Μίνι πορτρέτο του Κ. Μητσοτάκη φιλοξενεί η Frankfurter Allgemeine Zeitung, η οποία αναφέρει μεταξύ άλλων: «Για τον Αλέξη Τσίπρα η γλώσσα της οικονομίας είναι μια ξένη γλώσσα την οποία με κόπο έπρεπε να μάθει και την οποία εν τέλει δεν έμαθε ποτέ καλά. Για τον Κυριάκο Μητσοτάκη είναι η μητρική γλώσσα την οποία κατέχει στην εντέλεια. Αυτή είναι μια βασική διαφορά μεταξύ του τέως και του μελλοντικού πρωθυπουργού της Ελλάδας», αναφέρει η FAZ αναφερόμενη στη συνέχεια στη βιογραφία του Κ. Μητσοτάκη, εστιάζοντας τόσο στην οικογένειά του η οποία «παίζει εδώ και έναν περίπου αιώνα κυρίαρχο ρόλο» στην ελληνική πολιτική, όσο και στις σπουδές και την ανέλιξή του στην ηγεσία της ΝΔ.
Στην πολιτική και επαγγελματική σταδιοδρομία του Κ. Μητσοτάκη αναφέρεται και η Rheinische Post. Υπό τον τίτλο «Ο ανανεωτής» η εφημερίδα σημειώνει μεταξύ άλλων: «Ορισμένοι βλέπουν στον Μητσοτάκη έναν εκπρόσωπο της παλιάς πολιτικής ελίτ, η οποία μέσω διαφθοράς και οικογενειοκρατίας οδήγησε τη χώρα στην κρίση. Ο ίδιος αντίθετα βλέπει τον εαυτό του ως ανανεωτή. Το κόμμα του θεωρείται φιλοευρωπαϊκό και φιλικό προς την οικονομία. Κατά τη διάρκεια του προεκλογικού αγώνα υποσχέθηκε να προωθήσει τις ιδιωτικοποιήσεις, να μειώσει τους φόρους και να καταπολεμήσει την ανεργία. […] Δεν είναι μόνο ότι ως πρόεδρος περιβάλλονταν από μια ομάδα ατόμων νεαρής ηλικίας, πολλοί από τους οποίους δεν είχαν μέχρι πρότινος καμία σχέση με την πολιτική, αλλά και η λίστα των υποψηφίων με την οποία η ΝΔ κατέβηκε στις εκλογές, αντικατοπτρίζει ένα νέο ξεκίνημα. Οι επτά στους 10 υποψηφίους […] διεκδικούν για πρώτη φορά πολιτικό αξίωμα».
«Νίκη των συντηρητικών στην Ελλάδα», είναι ο τίτλος στην Suddeutsche Zeitung που εκτιμά ότι «[…] η νέα κυβέρνηση στην Αθήνα θα είναι η πρώτη που θα μπορούσε να επωφεληθεί από το τέλος των προγραμμάτων διάσωσης. Η δυσαρέσκεια των πολιτών εξαιτίας των πολλών περικοπών σε μισθούς και συντάξεις όμως παραμένει μεγάλη. Στον Τσίπρα επιρρίπτεται ότι είχε υποσχεθεί κάποτε στους ψηφοφόρους του έναν λιγότερο σκληρό δρόμο».
Το Spiegel αναφέρει στην ηλεκτρονική του έκδοση: «Σπανίως η δημοκρατία είναι δίκαιη. Ο Αλέξης Τσίπρας και ο αριστερός ΣΥΡΙΖΑ έχασαν τις πρόωρες εκλογές. Η συντηρητική ΝΔ απέσπασε την απόλυτη πλειοψηφία. Ο Τσίπρας είχε αναλάβει την ευθύνη της Ελλάδας σε μια εποχή όταν Σοσιαλιστές και συντηρητικοί την είχαν οδηγήσει στα βράχια. Αυτό ήταν στις αρχές του 2015. Ο Τσίπρας και το κόμμα του άντεξαν περισσότερο απ΄ ότι οι προηγούμενες κυβερνήσεις της κρίσης. Με πόνο έπρεπε να υποκύψει στις επιταγές της ΕΕ και του ΔΝΤ για περικοπές, παρότι ο ίδιος είχε υποσχεθεί ότι θα έσκιζε τα μνημόνια. Παρόλα αυτά ή ακριβώς γι΄ αυτό το λόγο, ο απολογισμός του είναι εντυπωσιακός. Πέρσι η χώρα του κατάφερε να εγκαταλείψει το διεθνές πρόγραμμα βοήθειας. Παρά τα προβλήματα, η Ελλάδα έχει ανακτήσει την πιστοληπτική της ικανότητα και η οικονομία αναπτύσσεται. Το ό,τι με τον Μητσοτάκη διαδέχεται τον Τσίπρα ένας εκπρόσωπος της ΝΔ ενέχει μια δόση ειρωνείας. Οι συντηρητικοί είχαν συμβάλει τα μάλα στο να περιέλθει η Ελλάδα ακριβώς σε εκείνη την κατάσταση την οποία κλήθηκε να διαχειριστεί ο Τσίπρας ως διασώστης. Η δικαιοσύνη στην πολιτική είναι ένα σύνθετο ζήτημα. Ίσως ο Τσίπρας να μπορούσε να ανταλλάξει απόψεις και εμπειρίες με τον Γκέρχαρντ Σρέντερ».
«Οι εκλογές στην Ελλάδα έστειλαν ένα καλό σημάδι, αφού οι ψηφοφόροι έδειξαν ότι η δημοκρατία λειτουργεί ακόμη», σχολιάζει η Handeslbatt αναφορικά με το αποτέλεσμα της κάλπης και την ανάρρηση της Νέας Δημοκρατίας του Κυριάκου Μητσοτάκη στην εξουσία.
«Δέκα χρόνια από την έναρξη της κρίσης χρέους οι Έλληνες αποζητούν μια νέα αρχή», αναφέρει το άρθρο γνώμης της έγκυρης γερμανικής οικονομικής εφημερίδας, επισημαίνοντας ότι η Νέα Δημοκρατία κατάφερε να ξεπεράσει τα προβλήματά της υπό την καθοδήγηση του Κυριάκου Μητσοτάκη την περασμένη τριετία.
«Ο Μητσοτάκης πέρασε πάνω από πολλούς βαρόνους του κόμματος, έβαλε νέα άτομα στην ομάδα του κι άνοιξε το κόμμα σε φιλελεύθερες ιδέες -μεταμόρφωση που αντανακλάται και στη σύνθεση του υπουργικού του συμβουλίου, καθώς ανέθεσε σημαντικά χαρτοφυλάκια σε ανεξάρτητους τεχνοκράτες κι ακόμη και σε πρώην σοσιαλδημοκράτες πολιτικούς», αναφέρει ο αρθρογράφος Γκερντ Χέλερ υπογραμμίζοντας ότι καθιστά ακόμη πιο αξιοσημείωτο το γεγονός ότι αυτή τη μεταμόρφωση της ΝΔ από συντηρητικό σε συντηρητικό-φιλελεύθερο λαϊκό κόμμα την επέφερε ο Κυριάκος Μητσοτάκης, που προέρχεται από μια μεγάλη πολιτική δυναστεία «αλλά πολλοί βλέπουν στο πρόσωπό του έναν νεωτεριστή».
«Οι Έλληνες ψήφισαν σοφά την Κυριακή. Έδωσαν στο Μητσοτάκη μια ικανή για διακυβέρνηση, αλλά όχι σαρωτική αυτοδυναμία χωρίς ταυτόχρονα να επιφέρουν μια καταστροφική ήττα στον ΣΥΡΙΖΑ, καθώς το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα έχασε μόνον 4% σε σχέση με τις εκλογές του 2015. Ο Τσίπρας περνά με ψηλά το κεφάλι στην αντιπολίτευση, ο ΣΥΡΙΖΑ παραμένει ισχυρό κόμμα και διατηρεί τις ελπίδες για επιστροφή αργότερα στην εξουσία. Άνω του 71% των ψήφων πήγαν σ’ αυτές τις εκλογές στα δύο μεγάλα κόμματα κι έτσι σταμάτησε ο κατακερματισμός του πολιτικού τοπίου που ξεκίνησε στα χρόνια της κρίσης. Τα εχθρικά προς την ΕΕ και τα ευρωσκεπτικιστικά κόμμα δεν παίζουν πλέον σημαντικό ρόλο στη νέα βουλή», συνεχίζει η Handelsbatt Και καταλήγει: «Η Δημοκρατία στην Ελλάδα λειτουργεί. Η αλλοτινή χώρα της κρίσης σταθεροποιείται».
Ο Guardian σημειώνει την αλλαγή του στιλ στη διακυβέρνηση στη χώρα μας, όπως φάνηκε και από την ορκωμοσία του Κυριάκου Μητσοτάκη.
«Σε μια ριζικά διαφορετική στάση από τον αριστερό προκάτοχό του, έναν αυτοχαρακτηρισμένο άθεο, που κυκλοφορούσε δημοσίως με ανοικτά πουκάμισα χωρίς γραβάτα ο Μητσοτάκης φορούσε κοστούμι και γραβάτα καθώς ορκιζόταν στο ευαγγέλιο υπό το βλέμμα της γυναίκας του και των τριών παιδιών τους». Η βρετανική εφημερίδα σχολιάζει τη σύνθεση της νέας κυβέρνησης «από τα 51 μέλη της, τα 21 είναι πολιτικοί που δεν έχουν δοκιμαστεί στην πράξη, κάποιοι με κεντροαριστερό υπόβαθρο, κάποιοι είναι τεχνοκράτες, ορισμένοι από τον κόσμο των επιχειρήσεων που ανέβηκαν στο τρένο για να “βοηθήσουν τη χώρα να γυρίσει σελίδα”».