Οι πυρκαγιές τον Ιούλιο του 2026 σε διάφορες περιοχές με δάση ή χαμηλή βλάστηση στην Ελλάδα (Αττική, Βοιωτία, Κρήτη κ.λ.π.) αναδεικνύουν με μεγάλη σαφήνεια τις μεγάλες ανεπάρκειες, που διαπερνούν το πολιτικό σύστημα τόσο σε σχέση με την πολιτική πρόληψης και διαχείρισης αυτών των ακραίων φαινομένων όσο και σε σχέση με την αντιμετώπιση και άρση των γενεσιουργών τους αιτίων.
Αυτά βέβαια δεν απασχολούν τα κόμματα, διότι υπερβαίνουν την οπτική διαχείρισης του συστήματος κοινωνικής οργάνωσης και λειτουργίας, που τα παράγει και επιβάλλουν βαθιές τομές και αλλαγές σε αυτό, οι οποίες θα οδηγήσουν ακόμη και σε αλλαγή του τρόπου ζωής των πολιτών με παρενέργειες στην πολιτική τους στάση.
Η προσέγγιση τόσο των πυρκαγιών και της διαχείρισης τους όχι μόνο στο επίπεδο διακυβέρνησης αλλά και της αντιπολίτευσης όσο και του πολιτικού διαλόγου στο επικοινωνιακό πεδίο είναι αποκαλυπτική των ανεπαρκειών, που χαρακτηρίζουν το πολιτικό σύστημα.
Σύμφωνα με το Meteo.gr πάνω από 480.000 στρέμματα έχουν καεί στην Αττική τα τελευταία 9 χρόνια (από το 2018 μέχρι και το 2026). Σύμφωνα δε με την Μη Κυβερνητική Οργάνωση «Παγκόσμιο Ταμείο για την Φύση» (WWF) στις 31 Ιουλίου 2026 καταγράφηκαν 73 ενεργά μέτωπα, ενώ από τις 28 Ιουλίου έως τις 2 Αυγούστου 2026 εκδηλώθηκαν περισσότερες από 230 πυρκαγιές σε όλη την χώρα.
Στην πρόσφατη πυρκαγιά στην Αττική και στην Βοιωτία κάηκαν 126.310 στρέμματα (2.8.2026). Από αυτά το 83,64% είναι δάση και ημιφυσικές περιοχές, το 15,05% γεωργικές εκτάσεις και το 1,31% τεχνητές επιφάνειες σύμφωνα με το Beyond EO Centre του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών. Ειδικοί επιστήμονες προειδοποιούν, ότι σε πολλές περιοχές ίσως να μην είναι εφικτή η φυσική αναγέννηση.
Πέντε άνθρωποι έχασαν την ζωή τους (3 πυροσβέστες και 2 χειριστές πυροσβεστικού ελικοπτέρου), ενώ είναι άγνωστος ο αριθμός των ζώων, που κάηκαν. Περισσότεροι από 10.000 πολίτες και επισκέπτες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους ή καταλύματα. Επίσης υποδομές, κατοικίες, αγροτικές εγκαταστάσεις, επιχειρήσεις και καλλιέργειες υπέστησαν σοβαρές ζημιές ή καταστράφηκαν.
Εκείνο, που ακόμη δεν είναι ορατό, σχετίζεται με τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στην υγεία και στην ζωή των πολιτών λόγω των παρενεργειών των πυρκαγιών στους τομείς της γεωργίας και της κτηνοτροφίας, στον εισπνεόμενο αέρα λόγω του τοξικού νέφους και στην συρρίκνωση της λειτουργίας των δασών ως «μηχανισμών παραγωγής οξυγόνου» ιδιαιτέρως κοντά σε μεγάλα αστικά κέντρα, στα οποία η παραγωγή διοξειδίου του άνθρακα είναι πολύ υψηλή.
Αυτή η απαισιόδοξη προοπτική, που διαμορφώνεται από την δυναμική της εξέλιξης με την συμβολή των ακραίων καιρικών φαινομένων, τα οποία δρομολογεί η κλιματική αλλαγή, παίρνει μη αναστρέψιμες διαστάσεις, αν ληφθεί υπόψη η πολιτική οπτική διαχείρισης αυτών των ανισορροπιών με τις μεγάλες ανεπάρκειες, που την διαπερνούν και πρέπει να αρθούν.
Πολύ αποκαλυπτικοί ως προς τα ποιοτικά τους χαρακτηριστικά είναι οι «παράλληλοι μονόλογοι» μεταξύ των κομμάτων αλλά και των πολιτικών προσώπων για τις πυρκαγιές. Η μεν κυβέρνηση στηρίζει την ανεπαρκή αντιμετώπιση τους στα ακραία και πρωτοφανούς έντασης καιρικά φαινόμενα λόγω της κλιματικής αλλαγής , η δε αντιπολίτευση χρεώνει στην κυβέρνηση έλλειψη προληπτικής πολιτικής.
Και ενώ οι δυο πλευρές αναφέρονται στην κλιματική αλλαγή ως κύριο αίτιο των ακραίων καιρικών φαινομένων, ουδείς ασχολείται με την ζωτικής σημασίας ανάγκη αντιμετώπισης και άρσης των γενεσιουργών της αιτίων, τα οποία σχετίζονται με το σύστημα κοινωνικής οργάνωσης και λειτουργίας.
Παράλληλα δεν κατατίθεται σχέδιο για την προληπτική διαχείριση της αντιμετώπισης των πυρκαγιών σε όλη την Ελλάδα, το οποίο είναι κοστολογημένο και υλοποιείται σε συγκεκριμένο χρονικό ορίζοντα (π.χ. διαμόρφωση αντιπυρικών ζωνών κ.λ.π.), ενώ ταυτοχρόνως συνυπολογίζει και τις ευρύτερες επιπτώσεις στον χώρο της οικονομίας και ιδιαιτέρως στον γεωργικό και στον κτηνοτροφικό τομέα.
Για να γίνει λειτουργική και με προοπτική πολιτική διαχείριση της πραγματικότητας στη δυναμική προβολή της στο μέλλον πρέπει να γίνουν ριζικές αλλαγές, οι οποίες άπτονται των ποιοτικών και ποσοτικών χαρακτηριστικών του πολιτικού συστήματος.
Για παράδειγμα είναι ανεύθυνη και επικίνδυνη η επικοινωνιακή διαχείριση της πολιτικής, η οποία στηρίζεται στην ηθικολογία και στην καλλιέργεια φαντασιώσεων για το μέλλον. Παράλληλα ο πολιτικός σχεδιασμός και η πραγμάτωση του πρέπει να έχουν προοπτική βιωσιμότητας και να μην εξαντλούνται στα όρια μιας ή δυο θητειών διακυβέρνησης, όπως είναι η προληπτική διαχείριση των πυρκαγιών με την δημιουργία αντιπυρικών ζωνών και η διαρκής ευαισθητοποίηση των πολιτών ( ακόμη και από την παιδική ηλικία στο πλαίσιο της παρεχόμενης αγωγής από τους γονείς και το εκπαιδευτικό σύστημα) για την ανάληψη των δικών τους ευθυνών για την αποφυγή πρόκλησης πυρκαγιών. Αυτά βέβαια προϋποθέτουν διάλογο μεταξύ των κομμάτων και την προώθηση συγκλίσεων με σημείο αναφοράς το κοινωνικό και το ανθρώπινο συμφέρον.
Επίσης η πολιτική δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως μέσο προώθησης οικονομικών συμφερόντων των διάφορων lobby και διαμόρφωσης συνεχώς διευρυνόμενων ανισοτήτων, οι οποίες συρρικνώνουν την κοινωνική συνοχή και δεν συμβάλλουν στην ανάληψη της κοινωνικής ευθύνης των πολιτών για τις παραγόμενες από το σύστημα κοινωνικής οργάνωσης και λειτουργίας επικίνδυνες ανισορροπίες, όπως είναι η πρόκληση πυρκαγιών από αμέλεια.
Πολύ σημαντική παράμετρος των σύγχρονων πολιτικών ανεπαρκειών είναι και ο μη συνυπολογισμός των μακροπρόθεσμων επιπτώσεων του εφαρμοζόμενου βραχυπρόθεσμου σχεδιασμού και η μη αντιμετώπιση των γενεσιουργών αιτίων των επιπτώσεων στην πραγματικότητα (π.χ. η μη αντιμετώπιση των γενεσιουργών αιτίων της κλιματικής αλλαγής, όπως η εκπομπή αερίων του θερμοκηπίου λόγω της χρήσης ορυκτών καυσίμων και η παραγωγή διοξειδίου του άνθρακα κ.λ.π.).
Ταυτοχρόνως οι πολίτες δεν ενημερώνονται από το πολιτικό σύστημα με στόχο την ενεργοποίηση του ορθολογισμού και της κριτικής σκέψης. Καλλιεργείται η οπτική της λειτουργίας τους ως θεατών και όχι ως ατομικών και συλλογικών υποκειμένων, που συμμετέχουν σε διαδικασίες διαλόγου με το πολιτικό σύστημα για την έκφραση και προώθηση της πραγμάτωσης του κοινωνικού και του ανθρώπινου συμφέροντος στον σχεδιασμό και στην διαχείριση της δυναμικής της εξέλιξης.
Πρέπει δε να επισημανθεί, ότι τόσο για το πολιτικό σύστημα όσο και για την κοινωνία η βασική προτεραιότητα είναι η ασφάλεια των περιουσιακών στοιχείων των πολιτών, χωρίς να έχει ανάλογο αξιακό βάρος και η βιωσιμότητα του φυσικού περιβάλλοντος, το οποίο είναι «το σπίτι» όλων και αποτελεί πηγή ζωής για τον άνθρωπο.
Είναι εμφανές, ότι στο πλαίσιο της πολιτικής διαχείρισης της πραγματικότητας ο άνθρωπος εργαλειοποιείται για την προώθηση της βιωσιμότητας του συστήματος κοινωνικής οργάνωσης και λειτουργίας με αποτέλεσμα την υποβάθμιση του κοινωνικού και του ανθρώπινου συμφέροντος, ακόμη και αν απειλείται η ασφαλής σε συνθήκες υγείας κοινωνική πορεία προς το μέλλον. Βέβαια αυτή η οπτική παράγει πολιτικές ανεπάρκειες και υποσκάπτει την λειτουργική διαχείριση της εξέλιξης, ενώ παράλληλα διαμορφώνει ακόμη πιο σύνθετες ανισορροπίες (π.χ. κλιματική αλλαγή και οι επιπτώσεις της, όπως πυρκαγιές, ξηρασίες, πλημμύρες ιδιαιτέρως μετά από δασικές πυρκαγιές κ.λ.π.).
Αυτές οι συνθήκες επιβάλλουν «αλλαγή πλεύσης» άμεσα, διότι η ροή του χρόνου και της εξέλιξης είναι ταχύτατη και δεν ελέγχεται συνολικά από τα κοινωνικά συστήματα και όχι μόνο από το πολιτικό. Χωρίς καθυστερήσεις πρέπει να αναληφθούν από όλες τις πλευρές οι ευθύνες για την πραγματοποίηση των αναγκαίων αλλαγών.