Περί αυτοδιάλυσης και άλλων αστείων φληναφημάτων

Γιάννης Χοχλακάκης 22 Ιουν 2026

Υπάρχουν στιγμές στην πολιτική όπου μια φαινομενικά εσωκομματική συζήτηση αποκαλύπτει πολύ βαθύτερες στρατηγικές αντιθέσεις. Η σημερινή συζήτηση στο ΠΑΣΟΚ γύρω από τις λεγόμενες «προοδευτικές συγκλίσεις» ανήκει σε αυτή την κατηγορία. Πίσω από τα σενάρια συνεργασιών, τις δημόσιες παρεμβάσεις και τις αντιπαραθέσεις στελεχών κρύβεται ένα θεμελιώδες ερώτημα: ποια ακριβώς πολιτική παράδοση φιλοδοξεί να εκπροσωπήσει η κεντροαριστερά στον 21ο αιώνα;

Το πρόβλημα δεν βρίσκεται στην έννοια της συνεργασίας καθαυτής. Οι συνεργασίες αποτελούν συστατικό στοιχείο κάθε ώριμης ευρωπαϊκής δημοκρατίας. Το κρίσιμο ερώτημα αφορά το πολιτικό περιεχόμενο αυτών των συγκλίσεων και τις αξίες πάνω στις οποίες οικοδομούνται.

Διότι οι δυνάμεις με τις οποίες προτείνεται συχνά η σύμπλευση του ΠΑΣΟΚ και της ευρύτερης κεντροαριστεράς κουβαλούν ισχυρά στοιχεία αντιμεταρρυθμισμού, κρατισμού, θεσμικού λαϊκισμού και πολιτικού καταγγελτισμού. Πρόκειται για πολιτικές δυνάμεις που επένδυσαν επί χρόνια στην αντίσταση απέναντι στην αξιολόγηση, αντιμετώπισαν την ευρωπαϊκή προσαρμογή με καχυποψία, οικοδόμησαν επιρροή πάνω στην κοινωνική αγανάκτηση και ανέδειξαν την καταγγελία σε βασικό εργαλείο πολιτικής δράσης.

Η βαθύτερη αντίφαση είναι προφανής. Ένας χώρος που ιστορικά ταυτίστηκε με την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας, με τον εκσυγχρονισμό των θεσμών, με τη λογική της σύγκλισης και της μεταρρύθμισης, καλείται σήμερα να αναζητήσει στρατηγικούς συμμάχους σε δυνάμεις που οικοδόμησαν την ταυτότητά τους ακριβώς πάνω στην αμφισβήτηση αυτών των επιλογών.

Η πρόοδος, όμως, δεν αποτελεί ιδεολογικό τίτλο τιμής που απονέμεται αυτομάτως σε όποιον αυτοπροσδιορίζεται ως προοδευτικός. Κρίνεται από τη στάση απέναντι στις αλλαγές που χρειάζεται μια χώρα για να γίνει παραγωγικότερη, αποτελεσματικότερη, δικαιότερη και περισσότερο ανταγωνιστική. Κρίνεται από τη σχέση με τους θεσμούς, την αξιολόγηση, την καινοτομία, την επιχειρηματικότητα, την εκπαίδευση, την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και την ευθύνη της διακυβέρνησης.

Υπό αυτή την έννοια, ένα σημαντικό τμήμα όσων εμφανίζονται ως «προοδευτικές δυνάμεις» εκφράζει στην πραγματικότητα μια βαθιά συντηρητική πολιτική κουλτούρα. Μια κουλτούρα προσκολλημένη στις βεβαιότητες του παρελθόντος, στα προνόμια οργανωμένων ομάδων πίεσης και στη διατήρηση ενός μοντέλου που συνέβαλε καθοριστικά στις παθογένειες της μεταπολίτευσης. Πρόκειται για μια αντίληψη που αντιμετωπίζει την μεταρρύθμιση ως απειλή, κάθε αξιολόγηση ως τιμωρία και την προσπάθεια εκσυγχρονισμού ως ιδεολογική εκτροπή.

Ακριβώς γι’ αυτό η στρατηγική σύγκλισης με τέτοιες δυνάμεις οδηγεί αναπόφευκτα σε ιδεολογική μετατόπιση. Αντί να διευρύνει τη μεταρρυθμιστική κεντροαριστερά, τη μετακινεί προς αντιλήψεις που ιστορικά συγκρούστηκαν με τον εκσυγχρονισμό, τις μεταρρυθμίσεις και την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία. Το αποτέλεσμα είναι πολιτική θολούρα, στρατηγική αμηχανία και σταδιακή απώλεια ταυτότητας.

Εκεί ακριβώς βρίσκεται το πραγματικό διακύβευμα της σημερινής συζήτησης στο ΠΑΣΟΚ. Από την μία η επιλογή στρατηγικής που φιλοδοξεί να εκφράσει τη μεταρρυθμιστική Ελλάδα του μέλλοντος, και από την άλλη το συντηρητικό λαϊκιστικό αφήγημα του πολιτικού χώρου που αναζητά την επιβίωσή του μέσα από ευκαιριακές συμπλεύσεις, αντιδεξιά σύνδρομα και οφελιμιστικές ισορροπίες.

Η σύγκρουση που αναδύεται δεν αφορά πρόσωπα ούτε οργανωτικές φόρμουλες. Αφορά δύο διαφορετικές αντιλήψεις για την πολιτική. Στρατηγικό αφήγημα ως εργαλείο μεταρρύθμισης, ευθύνης και διακυβέρνησης. Η ως διαχείριση δυσαρέσκειας και συγκρότηση αντιδεξιών μετώπων.

Με άλλα λόγια, πρόκειται για σύγκρουση πολιτικών πολιτισμών ευθύνης. Και από την έκβασή της θα κριθεί αν η κεντροαριστερά θα παραμείνει δύναμη εκσυγχρονισμού και ευρωπαϊκού προσανατολισμού ή αν θα απορροφηθεί σταδιακά από τις ίδιες αντιλήψεις που για δεκαετίες πολεμούσαν τις βασικές αρχές της μεταρρυθμιστικής της παράδοσης.