Η μεταπολιτευτική Ελλάδα διέθετε πάντοτε περισσότερες μεταρρυθμιστικές ιδέες από όση πολιτική βούληση να τις εφαρμόσει. Διέθετε ανθρώπους που διέκριναν εγκαίρως τα προβλήματα, αλλά και ένα πολιτικό σύστημα εκπαιδευμένο να αναβάλλει τις λύσεις, να προστατεύει τις ισορροπίες και να μεταθέτει το κόστος στις επόμενες γενιές. Ο Στέφανος Μάνος υπήρξε μία από τις καθαρότερες εκφράσεις αυτής της αντίφασης: ένας πολιτικός του αποτελέσματος σε μια χώρα που συχνά επιβράβευε τη διακήρυξη, ένας μεταρρυθμιστής που επηρέασε την πορεία της πολύ περισσότερο από όσο κατέγραψαν τα εκλογικά ποσοστά του.
Για την εκσυγχρονιστική και μεταρρυθμιστική Κεντροαριστερά, η αποτίμηση του Στέφανου Μάνου προϋποθέτει την αναγνώριση τόσο των ιδεολογικών διαφορών όσο και των ουσιαστικών πολιτικών συγκλίσεων. Αν και προερχόταν από τη φιλελεύθερη παράδοση, η σκέψη του συναντήθηκε σε κρίσιμες επιλογές με το εκσυγχρονιστικό εγχείρημα του Κώστα Σημίτη: στην πολιτική του αποτελέσματος, στη ρήξη με την ακινησία, στον σταθερό ευρωπαϊκό προσανατολισμό και στην πεποίθηση ότι η διακυβέρνηση αποτελεί πρωτίστως ευθύνη απέναντι στη χώρα και στις επόμενες γενιές.
Όσοι βαδίζουμε σήμερα στους πεζοδρόμους της Αθήνας, όσοι απολαμβάνουμε τη Βουκουρεστίου, τη Βαλαωρίτου και την Πλάκα ως ιστορική γειτονιά, οφείλουμε ένα σημαντικό μέρος αυτής της εμπειρίας στον Στέφανο Μάνο. Στα τέλη της δεκαετίας του 1970 προώθησε τις πρώτες πεζοδρομήσεις και τη μεγάλη πολεοδομική παρέμβαση για τη διάσωση της Πλάκας. Η προστασία της περιοχής απαιτούσε αλλαγή χρήσεων, απομάκρυνση των νυχτερινών κέντρων και σύγκρουση με ισχυρά οικονομικά συμφέροντα. Σήμερα το αποτέλεσμα μοιάζει αυτονόητο. Τότε απαιτούσε πολιτική τόλμη.
Αυτή ήταν η πολιτική μέθοδος του Μάνου: να βλέπει τη χώρα όπως θα μπορούσε να γίνει και όχι όπως είχε συνηθίσει να λειτουργεί. Ως μηχανικός προσέγγιζε την πολιτική μέσα από συγκεκριμένα προβλήματα, διαθέσιμες λύσεις, κόστος και αποτέλεσμα. Ρωτούσε τι λειτουργεί, πόσο κοστίζει, ποιος πληρώνει και ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη. Ερωτήματα στοιχειώδη για μια σύγχρονη ευρωπαϊκή διοίκηση, τα οποία μεγάλο μέρος της μεταπολιτευτικής πολιτικής κουλτούρας απέφευγε συστηματικά.
Η εκσυγχρονιστική Κεντροαριστερά αναγνωρίζει στην πολιτική σκέψη του Μάνου μια συγγενή ηθική της ευθύνης, παρά τις διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες. Ο Μάνος προσέγγιζε τη μεταρρύθμιση μέσα από την ατομική ελευθερία, τον οικονομικό ανταγωνισμό και τον περιορισμό ενός αναποτελεσματικού κράτους. Ο Σημίτης, από την παράδοση της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, επιδίωκε τον εκσυγχρονισμό ενός κράτους ικανού να ρυθμίζει την οικονομία, να εγγυάται την κοινωνική συνοχή και να διευρύνει τις ευκαιρίες. Τους συνέδεε η πεποίθηση ότι η πρόοδος απαιτεί θεσμούς, σχέδιο και σύγκρουση με τις δυνάμεις της ακινησίας.
Για τη μεταρρυθμιστική Κεντροαριστερά, το κράτος ούτε αποτελεί αυταξία ούτε αντιμετωπίζεται ως εκ φύσεως πρόβλημα. Κρίνεται από την αποτελεσματικότητα, τη διαφάνεια και την ικανότητά του να υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον. Οφείλει να περιορίζεται εκεί όπου παράγει γραφειοκρατία, σπατάλη και πελατειακές εξαρτήσεις, αλλά να ενισχύεται εκεί όπου εγγυάται δημόσια αγαθά, κοινωνικά δικαιώματα και ίσες ευκαιρίες.
Αυτή ήταν η ουσιώδης διαφορά ανάμεσα στον φιλελευθερισμό του Μάνου και στον κοινωνικό εκσυγχρονισμό του Σημίτη. Υπήρχε, όμως, ένας ισχυρός κοινός τόπος: η αντίθεση στον λαϊκισμό, στον κρατισμό των προνομίων, στον ανορθολογισμό και στην πολιτική ακινησία.
Ο ίδιος ο Μάνος, στο αποχαιρετιστήριο κείμενό του για τον Κώστα Σημίτη, περιέγραψε με εντυπωσιακή ειλικρίνεια αυτή τη σύνθετη σχέση. Παραδεχόταν τις σοβαρές διαφωνίες τους, κυρίως για την οικονομική πολιτική και τον ρόλο του κράτους. Αναγνώριζε, ωστόσο, ότι η επικράτηση του Σημίτη στην ηγεσία του ΠΑΣΟΚ αποτέλεσε νίκη του ορθολογισμού απέναντι στον λαϊκισμό και, τελικά, νίκη για την Ελλάδα.
Η κρίση αυτή έχει ιδιαίτερη πολιτική αξία, ακριβώς επειδή προερχόταν από έναν αυστηρό αντίπαλο. Ο Μάνος άσκησε σκληρή κριτική στην υποχώρηση της κυβέρνησης Σημίτη μπροστά στις αντιδράσεις για το Ασφαλιστικό. Είδε στην εγκατάλειψη των προτάσεων Σπράου και Τήνιου μια μεγάλη ήττα του μεταρρυθμιστικού ορθολογισμού από τις κομματικές και συντεχνιακές αντιστάσεις.
Από τη δική μας πλευρά, αυτή η κριτική πρέπει να αντιμετωπιστεί με πολιτική ειλικρίνεια. Ο εκσυγχρονισμός της περιόδου Σημίτη άλλαξε τη χώρα, αλλά έμεινε ανολοκλήρωτος. Η μεταρρύθμιση του κράτους, του ασφαλιστικού συστήματος και των πελατειακών δομών προχώρησε λιγότερο από όσο απαιτούσαν οι συνθήκες. Η αναγνώριση αυτών των ορίων αποτελεί αναγκαίο μέρος της πολιτικής αυτογνωσίας της εκσυγχρονιστικής Κεντροαριστεράς.
Τα όρια, ωστόσο, δεν ακυρώνουν το ιστορικό αποτύπωμα. Η διακυβέρνηση από τον Κώστα Σημίτη μετέτρεψε τον εκσυγχρονισμό από κύκλο ιδεών σε πλειοψηφικό κυβερνητικό σχέδιο. Συνέδεσε την οικονομική σταθερότητα με την ευρωπαϊκή σύγκλιση, αναβάθμισε τις υποδομές, ενίσχυσε τους θεσμούς και τοποθέτησε τη χώρα στον πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η μεγάλη συνάντηση του Μάνου με τον Σημίτη αποτυπώθηκε στα έργα που άλλαξαν την Ελλάδα. Ο Στέφανος Μάνος συνέβαλε στον σχεδιασμό και στη θεσμική προώθηση του Μετρό της Αθήνας, της Αττικής Οδού, του αεροδρομίου «Ελευθέριος Βενιζέλος» και της γέφυρας Ρίου–Αντιρρίου. Η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη προώθησε κρίσιμα στάδια της υλοποίησής τους. Οι κυβερνήσεις του Κώστα Σημίτη εξασφάλισαν τη συνέχεια, τα ολοκλήρωσαν και τα παρέδωσαν στην ελληνική κοινωνία.
Ο ίδιος ο Μάνος αναγνώρισε ευθέως αυτή την πραγματικότητα. Η παραδοχή του εκφράζει μια αντίληψη που η μεταρρυθμιστική Κεντροαριστερά οφείλει να υπερασπίζεται: τη συνέχεια του κράτους. Ένας πολιτικός σχεδιάζει, μια κυβέρνηση δρομολογεί, μια επόμενη ολοκληρώνει και η κοινωνία κερδίζει. Η πρόοδος μιας χώρας οικοδομείται πάνω στο έργο των προηγουμένων και όχι στην κομματική διαγραφή του.
Η σύμπλευση επεκτάθηκε και στον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας. Ο Μάνος αναγνώρισε στη στρατηγική του Σημίτη έναν καθαρό λόγο για τη θέση της Ελλάδας στη Δύση, μακριά από τις φαντασιώσεις του αριστεροδεξιού εθνικισμού. Υποστήριξε τη στρατηγική του Ελσίνκι, την ένταξη της Ελλάδας στην ΟΝΕ, την είσοδο της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τη θεσμική σύγκρουση για την αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες.
Η πολιτική ωριμότητα κρίνεται και από την ικανότητα να αναγνωρίζεις το έργο ενός αντιπάλου. Ο Μάνος το έκανε απέναντι στον Σημίτη.
Η καλύτερη τιμή στη μνήμη του βρίσκεται μέσα στην ίδια την πόλη και στη χώρα που άλλαξε: στην Πλάκα που διασώθηκε, στους πεζοδρόμους που κάποτε θεωρήθηκαν ουτοπία, στις υποδομές που σχεδιάστηκαν από κάποιους και ολοκληρώθηκαν από άλλους. Εκεί συναντήθηκαν ο μεταρρυθμιστικός φιλελευθερισμός του Στέφανου Μάνου με τον ευρωπαϊκό και κοινωνικό μεταρρυθμιστικό εκσυγχρονισμό του Κώστα Σημίτη. Όχι σε μια εύκολη ταύτιση, αλλά σε μια βαθύτερη πολιτική παραδοχή: η Ελλάδα προχωρά όταν ο ορθολογισμός νικά τον λαϊκισμό, όταν η συνέχεια του κράτους υπερβαίνει την κομματική ιδιοτέλεια και όταν η πολιτική κρίνεται από όσα πραγματικά αφήνει πίσω της.