Οι πρόσφατες εξελίξεις για την υπόθεση της μαζικής δολοφονίας των εργαζομένων στη Μαρφίν, αποτέλεσαν την αφορμή για τις σκέψεις που ακολουθούν.
Με δύο μάλιστα πτυχές: α) Τι είδους έγκλημα διαπράχθηκε στη Μαρφίν; Και β) Πώς το αντιμετωπίζουμε ως οργανωμένη κοινωνία;
Ως προς το είδος του εγκλήματος: Δεν ήταν ένα έγκλημα με τα συνήθη κίνητρα του προσωπικού μίσους, της προσωπικής έχθρας ή της ιδιοτέλειας.
Διότι οι δράστες, προτού πυρπολήσουν τη Μαρφίν, δεν γνώριζαν καν τα πρόσωπα των θυμάτων τους.
Αν όμως απουσίαζαν τα συνήθη ανθρώπινα κίνητρα, τότε τι είναι αυτό που οδήγησε στον παραληρηματικό μαζικό φόνο; Η απάντηση έχει δοθεί με όλους τους τρόπους: ήταν το «παραλήρημα του ολοκληρωτισμού».
(Δεν υπάρχει ολοκληρωτικό κίνημα χωρίς παραλήρημα, όπως αριστουργηματικά εξήγησε ο Καστοριάδης στις «Μοίρες του ολοκληρωτισμού»).
Ένα παραλήρημα που μετατρέπει ανθρώπους σε «άχρηστους» ή «περιττούς», με συνέπεια να κάνει τον φόνο τους «…το ίδιο απρόσωπο με το σκότωμα μιας μύγας», (Χάνα Άρεντ «Το Ολοκληρωτικό σύστημα»).
Γι’ αυτό οι δράστες του μαζικού φόνου της Μαρφίν, πυρπολώντας ένα κτίριο γεμάτο ανθρώπους, δεν είχαν κανένα πρόβλημα με το πόσους θα έκαιγαν ζωντανούς. Όπως ακριβώς δεν θα είχαν πρόβλημα με το πόσα ποντίκια θα έκαιγαν. Διότι, γι’ αυτούς, τα υποψήφια θύματα δεν είχαν την ανθρώπινη ιδιότητα.
Για τον ίδιο λόγο οι φόνοι υιοθετήθηκαν από τα αντιπολιτικά κινήματα που κινούνται από τον πειρασμό του ολοκληρωτισμού.
Τα οποία, με σκοπό να μετατρέψουν τον θάνατο των νεκρών της Μαρφίν σε «ανώνυμο» και «αμνημόνευτο», ανέλαβαν τη βίαιη επιβολή της «οργανωμένης ανωνυμίας» τους, βεβηλώνοντας ακόμη και το μνημείο που στήθηκε.
Άλλωστε, ο θάνατος της μνήμης ήταν πάντοτε το αναγκαίο συμπλήρωμα του ολοκληρωτικού εγκλήματος.
Μας το θυμίζουν συνεχώς οι αφηγήσεις όσων μπόρεσαν να μιλήσουν, μετά την επιβίωσή τους από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και των δύο τεράτων του ολοκληρωτισμού.
Γι’ αυτό, όπως πάλι μας κινητοποιεί να σκεφτούμε η Άρεντ με τις παρατηρήσεις της πάνω στη δίκη του Άιχμαν, η ατιμωρησία των δραστών του μαζικού εγκλήματος στη Μαρφίν, είχε και ένα ακόμη, αδιανόητο για κάθε ανοιχτή κοινωνία, αποτέλεσμα: τον απόλυτο εξευτελισμό και την ολοκληρωτική ταπείνωση των θυμάτων.
Αλλά και κάτι, ακόμη χειρότερο, που δεν προσέξαμε: την απώλεια της συλλογικής εμπιστοσύνης. Χωρίς την οποία, όπως εύστοχα έχει ειπωθεί, «δεν μπορείς το πρωί να σηκωθείς από το κρεβάτι σου». Αφού, χωρίς εμπιστοσύνη στις επιλογές σου, είναι αδύνατη η κοινωνική ζωή.
Πράγμα που σημαίνει ότι η τιμωρία των δραστών του ολοκληρωτικού αυτού εγκλήματος, είναι όρος για την αυτοεκτίμηση και τη συνοχή της κοινωνίας.
Υπό έναν όμως απόλυτο όρο: Την τήρηση των κανόνων της δίκαιης δίκης. Που πάει να πει πως δεν υπάρχει κανένας «υπέρτατος σκοπός», που να δικαιολογεί την παραβίαση των κανόνων της δίκαιης δίκης.
Γι’ αυτό τυχόν παραβίασή τους, θα σημάνει ότι η ανοιχτή κοινωνία μας άρχισε να μοιάζει με τους εχθρούς της.
Καταφύγιό μας λοιπόν και πάλι η Χάνα Άρεντ. Στην οποία διαβάζουμε πως «..ακόμη και ο πιο ευγενής “ανώτερος” ή “απώτερος” σκοπός …το μόνο που μπορεί να κάνει, είναι να αποπροσανατολίσει από το βασικό έργο: την απόδοση δικαιοσύνης».
Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ
Πηγή: www.tanea.gr