Δέκα χρόνια Brexit: Ένας απολογισμός που καίει και στις δύο πλευρές της Μάγχης

Δημήτριος Καρκαμάνης 23 Ιουν 2026

Στις 23 Ιουνίου 2016, με ποσοστό 51,9% υπέρ της εξόδου, η Βρετανία έλαβε μία από τις πιο τολμηρές και αμφιλεγόμενες αποφάσεις της σύγχρονης πολιτικής της ιστορίας. Μια δεκαετία αργότερα, ο ψύχραιμος απολογισμός δεν κολακεύει τους θιασώτες του «Leave», και εγείρει ερωτήματα που δεν αφορούν μόνο τη Βρετανία, αλλά και τους εταίρους της που παρέμειναν εντός ΕΕ.

Ο οικονομικός λογαριασμός

Νέα μελέτη, βασισμένη σε εκτενή επιχειρηματικά δεδομένα της Τράπεζας της Αγγλίας (το λεγόμενο Decision Maker Panel), εκτιμά ότι το Brexit κόστισε στη βρετανική οικονομία περίπου 6% του ΑΕΠ από το 2016 έως σήμερα. Άλλα οικονομετρικά μοντέλα τοποθετούν το ίδιο μέγεθος κοντά στο 8%. Ποσοστά που, σε απόλυτους αριθμούς, αντιστοιχούν σε εκατοντάδες δισεκατομμύρια λίρες χαμένης παραγωγής και επένδυσης.

Το κόστος αυτό έχει δύο διακριτές πηγές. Η πρώτη είναι η αβεβαιότητα που ακολούθησε το δημοψήφισμα: οι επιχειρήσεις, αγνοώντας πού θα κατέληγαν οι διαπραγματεύσεις, ανέστειλαν επενδυτικά σχέδια και υιοθέτησαν αμυντική στρατηγική για χρόνια. Η δεύτερη είναι τα δομικά εμπορικά εμπόδια που ανέκυψαν μετά την αποχώρηση από την εσωτερική αγορά και την τελωνειακή ένωση το 2021: υψηλότερα διοικητικά κόστη, πολυπλοκότερες τελωνειακές διαδικασίες, περιορισμένη πρόσβαση στην αγορά. Εξαγωγικές επιχειρήσεις βαθιά ενσωματωμένες στις ευρωπαϊκές αλυσίδες αξίας χτυπήθηκαν ιδιαίτερα σκληρά, αποδυναμώνοντας τομείς που για δεκαετίες αποτελούσαν κινητήριες δυνάμεις της βρετανικής οικονομίας.

Το ΑΕΠ κατά κεφαλήν της Βρετανίας αυξήθηκε κατά 6 έως 10 ποσοστιαίες μονάδες λιγότερο από αντίστοιχες οικονομίες κατά τη διάρκεια της δεκαετίας. Η παραγωγικότητα παραμένει στάσιμη, ενώ οι τιμές καταναλωτή παραμένουν σε επίπεδα αισθητά υψηλότερα από ό,τι θα ήταν σε άλλη περίπτωση. Η υπόσχεση ότι «τα χρήματα που πηγαίναμε στις Βρυξέλλες θα χτίζουν βρετανικά νοσοκομεία» έχει ήδη καταταχθεί στις μεγαλύτερες παραπλανήσεις της σύγχρονης βρετανικής πολιτικής ζωής.

Υπάρχουν, βεβαίως, επιφυλάξεις ως προς τη μεθοδολογική ακρίβεια. Αρκετοί οικονομολόγοι επισημαίνουν τη δυσκολία κατασκευής ενός αξιόπιστου «αντιπραγματικού» σεναρίου για μια οικονομία που ταυτόχρονα βίωσε πανδημία, ενεργειακή κρίση και γεωπολιτική αναταραχή. Το ερώτημα παραμένει ανοιχτό: πόσο από αυτή την υστέρηση είναι Brexit και πόσο είναι παγκόσμια συγκυρία; Η βασικότερη επιστημονική εκτίμηση, ωστόσο, παραμένει αδυσώπητη: ο διαχωρισμός κόστισε.

Η κοινωνική και πολιτική διάσταση

Το δημοψήφισμα του 2016 δεν αποκάλυψε μόνο έναν χωρισμό Βρετανίας–ΕΕ. Αποκάλυψε τη βαθύτερη εσωτερική ρήξη της βρετανικής κοινωνίας: Αγγλία εναντίον Σκωτίας, αποβιομηχανισμένες επαρχίες εναντίον Λονδίνου, ηλικιωμένοι εναντίον νέων, λαϊκισμός εναντίον θεσμών και εμπειρογνωμόνων. Η ρήση του Michael Gove ότι «έχουμε βαρεθεί τους ειδικούς» έγινε σύμβολο μιας εποχής στην οποία η λαϊκή οργή νίκησε τη στατιστική ανάλυση, τις οικονομικές προβλέψεις και τη βαρύτητα των θεσμών.

Η αντιστροφή αυτής της δυναμικής δεν άργησε. Σήμερα, πάνω από το 55% των Βρετανών δηλώνει ότι θα ψήφιζε «Remain» αν το δημοψήφισμα επαναλαμβανόταν, ένα ποσοστό που ανεβαίνει στο 77% μεταξύ ψηφοφόρων κάτω των 35 ετών. Ακόμα και έξι στους δέκα πρώην ψηφοφόρους του «Leave» τάσσονται πλέον υπέρ στενότερων δεσμών με την ΕΕ. Το λεγόμενο «Bregret» – η συλλογική μεταμέλεια – έχει αποκτήσει πολιτική μάζα.

Οι συνέπειες για την ΕΕ

Η ανάλυση του Brexit θα ήταν μονόπλευρη αν περιοριζόταν στις βρετανικές ζημίες. Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η αποχώρηση της Βρετανίας σήμανε απώλεια αξιόλογης στρατιωτικής ισχύος, ενός από τους κορυφαίους ευρωπαϊκούς χρηματοπιστωτικούς κόμβους, αλλά και σημαντικής καθαρής εισφοράς στον κοινοτικό προϋπολογισμό.

Ταυτόχρονα, ανέδειξε μια κρίσιμη αλήθεια: η ευρωπαϊκή ενοποίηση δεν είναι μια μονόδρομη, αναστρέψιμη διαδικασία. Η «φυγόκεντρος» δύναμη του εθνικισμού μπορεί να αποσταθεροποιήσει ακόμα και παλιά μέλη. Η εκστρατεία του «Leave» αποτέλεσε πρότυπο εμπνεύσεως για ευρωσκεπτικιστικά κόμματα σε ολόκληρη την ήπειρο.

Παραδόξως, ωστόσο, το Brexit λειτούργησε και ως καταλύτης βαθύτερης ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Η απουσία μιας παραδοσιακά ανασχετικής δύναμης επέτρεψε στην ΕΕ να προχωρήσει σε κοινό Ταμείο Ανάκαμψης, σε πολύ πιο ουσιαστική συζήτηση για κοινή αμυντική πολιτική και σε πρωτοβουλίες δημοσιονομικής σύγκλισης που θα ήταν αδύνατες με βρετανικό βέτο. Η Ένωση βγήκε, ίσως, πιο συνεκτική, αν και φτωχότερη σε στρατηγικό βάθος.

Επιστροφή; Δύσκολο, αλλά όχι αδιανόητο

Η λέξη «Rejoin» κυκλοφορεί πλέον ανοιχτά στη βρετανική πολιτική συζήτηση. Ωστόσο, παραμένει πολιτική νάρκη. Μια επίσημη υποψηφιότητα εισόδου σημαίνει αποδοχή ευρώ, Σένγκεν, ελεύθερης κυκλοφορίας. Ακριβώς εκείνων των στοιχείων που η εκστρατεία «Leave» μετέτρεψε σε εφιάλτη στη φαντασία εκατομμυρίων ψηφοφόρων. Η ΕΕ, από την πλευρά της, θα αντιμετωπίσει τη Βρετανία ως νέα υποψήφια χώρα, χωρίς τα προνόμια (opt-out από το ευρώ, opt-out από τη Σένγκεν) που απολάμβανε ως παλαιό μέλος. Η επανένταξη, ακόμα κι αν αποφασιστεί πολιτικά, θα είναι μια διαδρομή γενεάς, όχι ενός εκλογικού κύκλου.

Ο ιστορικός Timothy Garton Ash επισημαίνει το κεντρικό δομικό πρόβλημα: η Βρετανία εξακολουθεί να σκέπτεται αποκλειστικά υπό το πρίσμα του τι είναι καλύτερο γι’ αυτήν — αγνοώντας τι θέλει, τι εμπιστεύεται και τι περιμένει η ΕΕ. Σε μια σχέση που απαιτεί αμοιβαιότητα, αυτή η μονομέρεια παραμένει η πραγματική πρόκληση.

Τι μας διδάσκει το Brexit

Δέκα χρόνια μετά, το Brexit παραμένει ανοιχτή πληγή και ανεξάντλητο μάθημα. Για τη Βρετανία: χαμένη ανάπτυξη, αυξημένο κόστος ζωής, πολιτικοί κατακερματισμοί και ένα ξεχασμένο μεγαλείο που αποδείχθηκε πιο δύσκολο να ανακτηθεί στην πράξη από ό,τι υποσχέθηκε η ρητορική. Για την ΕΕ: η ενοποίηση δεν είναι αυτοτελής αξία που μπορεί να θεωρείται δεδομένη. Είναι καθημερινή πολιτική επιλογή που απαιτεί νομιμοποίηση, εξήγηση και δημοκρατική συναίνεση.

Το πιο κρίσιμο δίδαγμα για την Ευρώπη: ο λαϊκισμός δεν νικιέται με τεχνοκρατικές απαντήσεις. Νικιέται με πολιτική που ακούει, που αφηγείται και που κάνει ορατή την αξία της συνεργασίας στην καθημερινή ζωή των πολιτών. Αν η ΕΕ δεν μάθει αυτό το μάθημα από τη βρετανική εμπειρία, το επόμενο Brexit δεν θα έχει αγγλικό αλλά άλλο, ίσως πιο οικείο, γεωγραφικό πρόσημο.

Στη φωτογραφία ο άνθρωπος που άνοιξε τον ασκό του Αιόλου.

Ήταν ο Ντέιβιντ Κάμερον που, το 2013, πρότεινε τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος για την παραμονή της Βρετανίας στην ΕΕ, πεπεισμένος ότι θα κέρδιζε εύκολα και θα έθετε τέλος στις εσωτερικές διαμάχες του Συντηρητικού Κόμματος. Τρία χρόνια αργότερα, στις 23 Ιουνίου 2016, έχασε. Παραιτήθηκε την επόμενη μέρα.

Δέκα χρόνια μετά, ο οικονομικός λογαριασμός για τη Βρετανία φτάνει τα 6–8% του ΑΕΠ σε χαμένη ανάπτυξη, ενώ πάνω από το 55% των Βρετανών δηλώνει σήμερα ότι το Brexit ήταν λάθος.

Μια στρατηγική εσφαλμένη εκτίμηση που πλήρωσε, και εξακολουθεί να πληρώνει, ολόκληρη η χώρα.