Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής: Το αφήγημα που κατέρρευσε και η ώρα για απολογισμό

Κώστας Χλωμούδης 28 Ιουν 2026

Πού είναι όλοι/ες εκείνοι που, πριν από λίγα χρόνια, διακήρυτταν ότι η Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής (ΕΒΕ) θα έβαζε τέλος στην «πανεπιστημιακή μετριότητα»; Πού βρίσκονται όσοι/ες χαρακτήριζαν κάθε αντίθετη άποψη «λαϊκισμό», κάθε επιφύλαξη «συντεχνιακή αντίδραση» και κάθε κριτική μας ως «αντιμεταρρυθμιστικό ανακλαστικό»;

Δεν θέλω και δεν πρέπει να τους ξεχάσουμε όσο και αν κρύβονται. Όχι για λόγους εκδικητικότητας, κάθε άλλο. Η δημοκρατία μας πρέπει να είναι ανεκτική και μεγαλόψυχη για τα μέλη της. Αλλά για λόγους παιδαγωγικούς, εκπαιδευτικούς και τελικά παραδειγματισμού αποφυγής του τοξικού τους λόγου.

Διότι πάνω στην ΕΒΕ οικοδομήθηκαν πολιτικές και επαγγελματικές καριέρες, καλλιεργήθηκε ένα αφήγημα δήθεν μεταρρυθμιστικής υπεροχής και νομιμοποιήθηκε ένας πρωτοφανής ανορθολογισμός στην εκπαιδευτική πολιτική.

Τα στοιχεία των Πανελλαδικών Εξετάσεων του 2026 επαναφέρουν το ζήτημα με τον πιο εμφατικό τρόπο. Στη Φυσική, μετά από δύο συνεχόμενα χρόνια χαμηλών επιδόσεων, το ποσοστό των υποψηφίων με βαθμολογία άνω του 18 εκτινάχθηκε στο 30,06%, όταν ήταν μόλις 9,39% το 2025. Την ίδια στιγμή, στο μάθημα της Οικονομίας παρατηρείται η αντίστροφη εικόνα, με τους αριστούχους να μειώνονται περισσότερο από το μισό σε σχέση με πέρυσι.

Τι σημαίνουν όλα αυτά;

Όχι ότι οι μαθητές έγιναν ξαφνικά πολύ καλύτεροι στη Φυσική ή πολύ χειρότεροι στην Οικονομία. Σημαίνουν ότι η δυσκολία των θεμάτων μεταβλήθηκε τόσο έντονα ώστε να αλλοιώνει τη συνολική κατανομή των επιδόσεων και, κατά συνέπεια, να επηρεάζει τις βάσεις εισαγωγής και τελικά την ίδια την ΕΒΕ.

Οι Πανελλαδικές είναι ένας συγκριτικός διαγωνισμός. Αυτό δεν είναι πρόβλημα από μόνο του. Πρόβλημα δημιουργείται όταν η ποιότητα των θεμάτων δεν εξασφαλίζει μια σχετικά σταθερή κατανομή των βαθμολογιών από χρονιά σε χρονιά. Τότε, η ΕΒΕ μετατρέπεται από εργαλείο αξιολόγησης σε μηχανισμό παραγωγής τυχαίων αποκλεισμών.

Από την πρώτη στιγμή είχαμε επισημάνει ότι η ΕΒΕ δεν θα βελτίωνε την ποιότητα των πανεπιστημίων. Θα δημιουργούσε απλώς χιλιάδες κενές θέσεις, κυρίως σε περιφερειακά τμήματα, ανεξάρτητα από τις πραγματικές ανάγκες της χώρας, της περιφερειακής ανάπτυξης και της αγοράς εργασίας. Το αποτέλεσμα αυτά τα χρόνια δυστυχώς μας δικαίωσε.

Διότι αυτό ακριβώς συνέβη.

Η αποδυνάμωση πολλών δημόσιων πανεπιστημιακών τμημάτων, ιδιαιτέρως στη περιφέρεια, δεν υπήρξε μια ακούσια συνέπεια. Υπήρξε προβλέψιμο αποτέλεσμα μιας πολιτικής επιλογής. Ταυτόχρονα, η τεχνητή συρρίκνωση της πρόσβασης στο δημόσιο πανεπιστήμιο διεύρυνε τον χώρο για Ζήτηση στα ιδιωτικά κολέγια μεταλυκειακής εκπαίδευσης και, πλέον, για τα νεοεισερχόμενα ιδιωτικά πανεπιστήμια. Δεν είναι απαραίτητο να υπήρχε οργανωμένο σχέδιο. Αρκεί το γεγονός ότι η πολιτική αυτή λειτούργησε προς αυτή την κατεύθυνση.

Η συζήτηση, επομένως, δεν είναι αν πρέπει να υπάρχουν ακαδημαϊκά κριτήρια εισαγωγής. Προφανώς και πρέπει. Το ερώτημα είναι αν τα κριτήρια αυτά είναι επιστημονικά τεκμηριωμένα, σταθερά, αξιόπιστα και δίκαια.

Ένα σύστημα που παράγει τόσο ακραίες διακυμάνσεις στις επιδόσεις δεν μπορεί να αποτελεί ασφαλή βάση για τον αποκλεισμό χιλιάδων νέων από τη δημόσια ανώτατη εκπαίδευση με την ΕΒΕ. Η αξιοπιστία των εξετάσεων απαιτεί θέματα που κατανέμουν ομαλά τους υποψηφίους στη βαθμολογική κλίμακα και όχι με τις λογικές διακυμάνσεις να μετατρέπεται μια διοικητική ρύθμιση σε μηχανισμό εκπαιδευτικού αποκλεισμού και απαξίωσης περιφερειακών Τμημάτων των πανεπιστημίων της χώρας.

Η ΕΒΕ παρουσιάστηκε ως σύμβολο «αριστείας». Στην πράξη, όμως, ανέδειξε κυρίως τις αδυναμίες ενός συστήματος που συγχέει την ποιότητα με τον αποκλεισμό.

Ίσως ήρθε η ώρα οι υποστηρικτές της να κάνουν κάτι που δεν έκαναν ποτέ: να αξιολογήσουν με την ίδια αυστηρότητα τη δική τους υποστήριξη σε μια εκ των πραγμάτων αντιμεταρρυθμιστική πολιτική επιλογή.

Για τους Ηρακλειδείς της κυβερνητικής φρουράς, στα περί της Εθνικής Ελαχίστης Βάσεως, ο λόγος…