Στη μνήμη ενός υπέροχου ανθρώπου και αγαπημένου φίλου
Υπάρχουν άνθρωποι που, όσο περνούν τα χρόνια από την απουσία τους, γίνονται περισσότερο παρόντες. Γιατί αυτό που άφησαν πίσω τους δεν ήταν μόνο αναμνήσεις, αλλά ένας τρόπος να σκέφτεσαι, να πολιτεύεσαι, να ζεις.
Δεκαπέντε χρόνια συμπληρώνονται από εκείνο το αυγουστιάτικο μεσημέρι που έφυγε ο Νίκος Θέμελης. Ο Αύγουστος του 2011 έχει μείνει μέσα μου συνδεδεμένος με εκείνη την απώλεια. Και είναι παράξενο το παιχνίδι της μνήμης: όσο απομακρύνεσαι από μια στιγμή που ήσουν παρών, τόσο λιγότερο θυμάσαι τις λεπτομέρειές της και τόσο καθαρότερα βλέπεις τη σημασία της.
Δεκαπέντε χρόνια είναι πολλά. Αρκετά για να αλλάξει μια χώρα, να περάσει κρίσεις, διχασμούς και ανατροπές, να δοκιμάσει τις αντοχές της και να ξαναβρεί ένα μέρος της αυτοπεποίθησής της. Αρκετά και για να αναρωτηθεί κανείς πολλές φορές, μέσα σε όλα όσα συνέβησαν: τι θα έλεγε ο Νίκος; Πώς θα έβλεπε αυτή την εξέλιξη; Πού θα συμφωνούσε, πού θα διαφωνούσε, πού θα επέμενε περισσότερο;
Δεν έχει, βέβαια, νόημα να αποδίδουμε στους ανθρώπους που έφυγαν απόψεις για ένα παρόν που δεν έζησαν. Έχει όμως νόημα να επιστρέφουμε στις σταθερές τους. Και οι δικές του ήταν εξαιρετικά καθαρές.
Πίστευε στην Ελλάδα της αυτοπεποίθησης και όχι της φοβικότητας. Στην Ελλάδα που δεν αντιμετωπίζει την Ευρώπη ούτε ως απειλή ούτε ως άλλοθι, αλλά ως τον φυσικό χώρο μέσα στον οποίο μπορεί να προοδεύσει, να διεκδικήσει και να πρωταγωνιστήσει. Πίστευε στον εκσυγχρονισμό όχι ως πολιτικό σύνθημα μιας εποχής, αλλά ως μια διαρκή διαδικασία αλλαγής θεσμών, αντιλήψεων και συμπεριφορών.
Πίστευε, πάνω απ’ όλα, στον ορθό λόγο.
Σε μια εποχή όπου η ένταση πολλές φορές υποκαθιστά το επιχείρημα και η βεβαιότητα προηγείται της γνώσης, αυτή η πίστη αποκτά ακόμη μεγαλύτερη αξία. Ο Νίκος απέρριπτε τις εύκολες διαχωριστικές γραμμές. Προσπαθούσε πάντα να αναζητήσει τον κοινό τόπο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ήταν άχρωμος ή χωρίς ισχυρές πεποιθήσεις. Το αντίθετο. Υπερασπιζόταν με πάθος τις ιδέες του, ακριβώς επειδή είχε προηγουμένως το θάρρος να τις αμφισβητήσει.
Ίσως αυτό είναι ένα από τα πράγματα που λείπουν περισσότερο σήμερα: άνθρωποι με ισχυρές απόψεις που δεν αισθάνονται ότι για να τις υπερασπιστούν πρέπει να ακυρώσουν τις αλήθειες των άλλων.
Για τον Νίκο η πρόοδος δεν μπορούσε να υπάρξει χωρίς παιδεία. Και όταν μιλούσε για παιδεία δεν εννοούσε μόνο σχολεία, πανεπιστήμια και πτυχία. Εννοούσε κάτι βαθύτερο: μια πολιτισμική μεταβολή. Την ικανότητα μιας κοινωνίας να αλλάζει νοοτροπίες, να αναγνωρίζει την ατομική ευθύνη απέναντι στο συλλογικό συμφέρον, να σέβεται τους θεσμούς, να διακρίνει το πραγματικό από το επίπλαστο και τον κανόνα από την εξαίρεση.
Αυτή ήταν ίσως και η ουσία της πολιτικής του σκέψης. Δεν περίμενε τα πάντα από το κράτος, ούτε τα πάντα από το άτομο. Αναζητούσε τη συμφωνία ανάμεσα στην ατομική προσπάθεια και τη συλλογική πρόοδο. Μια κοινωνία ίσων ευκαιριών, στην οποία η προσωπική δημιουργικότητα δεν αντιστρατεύεται την κοινωνική συνοχή αλλά την ενισχύει.
Ο Νίκος βρέθηκε για πολλά χρόνια πολύ κοντά στο κέντρο των αποφάσεων. Γνώρισε την πολιτική στην πιο απαιτητική της μορφή, συμμετείχε σε μεγάλες επιλογές αλλά και δύσκολες αποφάσεις. Κι όμως δεν επέτρεψε ποτέ στην εγγύτητα με την εξουσία να αλλάξει τη σχέση του με τους ανθρώπους ή την αντίληψή του για τον εαυτό του. Ο Νίκος είχε βαθιά αίσθηση της προσωρινότητας της όποιας εξουσίας. Και ίσως γι’ αυτό δούλευε τόσο πολύ. Ήταν άοκνος υπηρέτης του κοινού, του εθνικού, αυτού που μπορούσε να μας ενώσει. Δεν αντιμετώπιζε την πολιτική ως χώρο προσωπικής επιβεβαίωσης, αλλά ως πεδίο ευθύνης.
Ταυτόχρονα, όμως, υπήρχε ένας άλλος Νίκος, απολύτως αδιαίρετος από τον πολιτικό.
Ο άνθρωπος της λογοτεχνίας, της ζωγραφικής, της μουσικής. Ο άνθρωπος της συντροφιάς. Ο φίλος που άκουγε, που γελούσε, που μπορούσε να είναι προστατευτικός χωρίς να γίνεται παρεμβατικός, που απαιτούσε ειλικρίνεια στις σχέσεις γιατί πρώτα την απαιτούσε από τον εαυτό του.
Η λογοτεχνική του διαδρομή δεν υπήρξε ένα διάλειμμα παράλληλα με την πολιτική ζωή. Ήταν μια άλλη έκφραση της ίδιας αναζήτησης. Στα βιβλία του υπάρχουν οι μεγάλες μεταβολές της ελληνικής κοινωνίας, οι συγκρούσεις ανάμεσα στο παλιό και το νέο, οι άνθρωποι που προσπαθούν να συμφιλιώσουν τις προσωπικές τους διαδρομές με τις μεγάλες αλλαγές της Ιστορίας.
Ίσως γι’ αυτό τα βιβλία του εξακολουθούν να συνομιλούν μαζί μας. Γιατί για τον Νίκο το παρελθόν ήταν ολοκληρωμένο, ποτέ όμως πραγματικά πεπερασμένο. Έδινε ιστορικό βάθος στο παρόν, επικαιροποιώντας το παρελθόν. Επέστρεφε σε αυτό όχι από νοσταλγία, αλλά για να καταλάβει καλύτερα το παρόν και να κοιτάξει πιο καθαρά προς το μέλλον.
Και υπάρχει βέβαια η προσωπική μνήμη.
Με τα χρόνια αλλάζει. Οι εικόνες γίνονται λιγότερο καθαρές, αλλά τα αισθήματα περισσότερο συμπυκνωμένα. Μένουν οι κουβέντες, οι σιωπές, το χιούμορ, η ευγένεια, η γενναιοδωρία. Μένει η Μαριάννα, η πολύτιμη σύντροφός του σε όλη αυτή τη διαδρομή. Μένουν οι φίλοι και οι άνθρωποι που είχαν την τύχη να πορευτούν μαζί του.
Πάνω απ’ όλα, όμως, μένει το παράδειγμα.
Σε μια εποχή που συχνά μας καλεί να διαλέξουμε ανάμεσα στην αποτελεσματικότητα και την ευαισθησία, στον ρεαλισμό και το όραμα, στην ατομική δημιουργία και τη συλλογική ευθύνη, ο Νίκος Θέμελης μας θυμίζει ότι αυτές οι αντιθέσεις δεν είναι αναπόφευκτες.
Δεκαπέντε χρόνια μετά, ο Νίκος λείπει.
Από την πολιτική. Από τη λογοτεχνία. Από τις παρέες. Από τους ανθρώπους που τον αγαπήσαμε.
Είναι, όμως, πάντοτε παρών μέσα μας.