Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις αποτελούν το σημαντικότερο διαχρονικό πρόβλημα της χώρας. Κανένα άλλο ζήτημα δεν επηρεάζει τόσο σταθερά την εξωτερική πολιτική, την άμυνα, την οικονομία και, τελικά, τον βαθμό ελευθερίας με τον οποίο η Ελλάδα σχεδιάζει το μέλλον της.
Στον δημόσιο διάλογο δεσπόζει συχνά μια λογική μηδενικού αθροίσματος: ό,τι ωφελεί την Τουρκία θεωρείται σχεδόν αυτομάτως ότι βλάπτει την Ελλάδα και αντιστρόφως. Η παραδοχή αυτή μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να είναι σωστή. Δεν μπορεί όμως να αποτελεί αξίωμα κάθε στρατηγικής συζήτησης.
Γύρω από αυτή τη λογική έχουν πράγματι χτιστεί πολιτικές ταυτότητες και πολιτικές καριέρες. Ο αντιτουρκισμός, ως εύκολη γλώσσα εθνικής επαγρύπνησης, προσφέρει συχνά πολιτικά οφέλη.
Η Τουρκία μπορεί πράγματι να αποτελεί απειλή. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι κάθε αντιτουρκική διατύπωση αποτελεί στρατηγική σκέψη.
Μια στρατηγική πρόταση δεν αξιολογείται από το αν ακούγεται αποφασιστική ή μετριοπαθής. Αξιολογείται από την ποιότητα της σκέψης που τη θεμελιώνει.
Ακριβώς γι' αυτό πιστεύω ότι ο δημόσιος διάλογος γύρω από τα ελληνοτουρκικά χρειάζεται μια διαφορετική μεθοδολογία.
Οι μηχανικοί έχουμε μάθει ότι στα σύνθετα τεχνικά έργα κανείς δεν ξεκινά από τη λύση. Ξεκινά από τον ακριβή ορισμό του προβλήματος, τον έλεγχο των δεδομένων, τις παραδοχές, τα εναλλακτικά σενάρια και την ανάλυση των κινδύνων κάθε επιλογής.
Αναρωτιέμαι αν μια ανάλογη πειθαρχία θα μπορούσε να ωφελήσει και τον δημόσιο διάλογο για τα ελληνοτουρκικά.
Ίσως και στην εθνική στρατηγική να προηγείται ο ορισμός του προβλήματος, η διάγνωση της πραγματικότητας και ο έλεγχος των παραδοχών πάνω στις οποίες θα οικοδομηθεί κάθε πρόταση.
Πριν λοιπόν συζητήσουμε αν η Ελλάδα πρέπει να είναι πιο αυστηρή ή πιο διαλλακτική απέναντι στην Τουρκία, υπάρχει ένα προηγούμενο ερώτημα.
Τι ακριβώς διεκδικεί σήμερα η Τουρκία από την Ελλάδα;
Η απάντηση δεν είναι τόσο αυτονόητη όσο συχνά πιστεύουμε.
Η δυσκολία δεν βρίσκεται μόνο στο τι δηλώνει επισήμως η Τουρκία. Βρίσκεται και στο ότι άλλοτε διατυπώνει ρητές διεκδικήσεις, άλλοτε αφήνει σκόπιμες ασάφειες και άλλοτε δημιουργεί νέα δεδομένα στο πεδίο. Η διάκριση μεταξύ επίσημης θέσης, πολιτικής εκτίμησης και υπόθεσης για τις πραγματικές επιδιώξεις της Άγκυρας δεν είναι φιλολογική. Είναι προϋπόθεση σοβαρής στρατηγικής ανάλυσης.
Πριν λοιπόν εξετάσουμε αν μια πρόταση είναι σωστή ή λανθασμένη, χρειάζεται να αναρωτηθούμε πάνω σε ποια πραγματικότητα στηρίζεται, ποιες παραδοχές κάνει, πώς τεκμηριώνονται και ποιους κινδύνους συνεπάγεται η εφαρμογή της.
Η πρόσφατη ομιλία του Αντώνη Σαμαρά στην Κρήτη αποτελεί μια καλή αφορμή για να δοκιμάσουμε αυτή τη μεθοδολογία.
Η ομιλία δεν αφορά μόνο τον ίδιο. Πολλές από τις βασικές παραδοχές που διατυπώνει διαπερνούν, με διαφορετικές διατυπώσεις και διαφορετική ένταση, μεγάλο μέρος του δημόσιου διαλόγου.
Δεν επιχειρώ πάντως να αξιολογήσω τον Αντώνη Σαμαρά. Επιχειρώ να αξιολογήσω έναν τρόπο σκέψης.
Ο Αντώνης Σαμαράς περιγράφει μια Τουρκία που εφαρμόζει συστηματικά ένα αναθεωρητικό σχέδιο και μια Ελλάδα που ακολουθεί πολιτική κατευνασμού και παθητικής διαχείρισης.
Από αυτή τη διάγνωση προκύπτει η πρότασή του: η Ελλάδα πρέπει να περάσει από την εκ των υστέρων αντίδραση στην προληπτική αποτροπή, πριν δημιουργηθούν νέα τετελεσμένα.
Η συλλογιστική είναι εσωτερικά συνεπής. Αν η διάγνωση είναι σωστή, ευλόγως ακολουθεί η πρόταση.
Το ερώτημα όμως είναι αν η διάγνωση τεκμηριώνεται επαρκώς.
Η αξιολόγηση αρχίζει από τα ερωτήματα:
Ποια είναι η πραγματικότητα που περιγράφεται;
Ποια στοιχεία την τεκμηριώνουν;
Τι σημαίνουν έννοιες όπως «τετελεσμένο», «κατευνασμός», «παθητική διαχείριση» και «αποτροπή»;
Και, κυρίως, πότε μια τουρκική ενέργεια μετατρέπεται πράγματι σε τετελεσμένο;
Οι απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα δεν είναι φιλολογικές.
Καθορίζουν την ίδια τη στρατηγική που θα ακολουθήσει η χώρα.
Ως παράδειγμα, ο Αντώνης Σαμαράς προτείνει, ενόψει της Συνόδου του ΝΑΤΟ στην Τουρκία, η Ελλάδα να προαναγγείλει ότι θα ασκήσει βέτο στη δημιουργία των δύο νέων νατοϊκών στρατηγείων που επιδιώκει η Άγκυρα. Η πρόταση διαθέτει πραγματική βάση, καθώς η Ελλάδα συμμετέχει στις σχετικές αποφάσεις του ΝΑΤΟ με δικαίωμα βέτο.
Στηρίζεται όμως σε μια κρίσιμη παραδοχή: ότι τα δύο στρατηγεία έχουν τόσο μεγάλη στρατηγική αξία για την Τουρκία ώστε η Άγκυρα θα είναι διατεθειμένη να αναθεωρήσει τη στάση της προκειμένου να τα αποκτήσει.
Η παραδοχή αυτή χρειάζεται τεκμηρίωση.
Και χρειάζεται κάτι ακόμη: ανάλυση κινδύνων.
Τι γίνεται αν η Τουρκία δεν υποχωρήσει;
Τι γίνεται αν οι σύμμαχοι πιέσουν την Ελλάδα;
Αξίζει η Ελλάδα να δαπανήσει διπλωματικό κεφάλαιο για τον συγκεκριμένο στόχο; Το διπλωματικό κεφάλαιο δεν είναι ανεξάντλητο.
Ποιο είναι το σχέδιο αν η στρατηγική δεν εξελιχθεί όπως προβλέπεται;
Η ανάλυση κινδύνων δεν αποδυναμώνει μια πρόταση. Την ολοκληρώνει.
Δεν επιχείρησα να αποδείξω ότι ο Αντώνης Σαμαράς και όσοι συμφωνούν μαζί του, έχουν δίκιο ή άδικο.
Ούτε να αντιπαραθέσω μια διαφορετική εθνική στρατηγική.
Επιχείρησα να προτείνω μια διαφορετική μεθοδολογία αξιολόγησης των προτάσεων.
Μια μεθοδολογία που θα μπορούσε να εφαρμοστεί στον Αντώνη Σαμαρά, στην κυβέρνηση, στην αντιπολίτευση ή σε οποιονδήποτε διατυπώνει προτάσεις για τα ελληνοτουρκικά.
Αν θέλουμε ο δημόσιος διάλογος να γίνει ουσιαστικότερος, χρειάζεται, πριν υποστηρίξουμε ή απορρίψουμε οποιαδήποτε πρόταση, να ζητούμε πάντοτε σαφή ορισμό του προβλήματος, τεκμηριωμένη διάγνωση, διαφανείς παραδοχές και ανάλυση των κινδύνων που συνεπάγεται η εφαρμογή της.
Η δημοκρατία δεν γίνεται ισχυρότερη όταν όλοι συμφωνούμε.
Γίνεται ισχυρότερη όταν διαφωνούμε για τις λύσεις πάνω σε κοινά δεδομένα, κοινές έννοιες και κοινή μεθοδολογία.