Στο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών ο Αλέξης Τσίπρας παρουσίασε μία πρόταση για την αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Πρότεινε έναν συγκεκριμένο μηχανισμό με μακροχρόνια συμβόλαια μεταξύ παρόχων ηλεκτρικού ρεύματος και παραγωγών ΑΠΕ. Υποστήριξε ότι έτσι μπορεί να εξασφαλιστεί για όλους τους καταναλωτές μια ελάχιστη εγγυημένη ποσότητα ηλεκτρικού ρεύματος σε σταθερή και χαμηλή τιμή.
Ακούγεται καλά αυτή η πρόταση.
Σε πρόσφατη συνέντευξή του στην ΕΡΤ, ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου κλήθηκε να σχολιάσει την πρόταση αυτή.
Δεν απάντησε όμως επί της ουσίας της.
Υπενθύμισε ότι το 2019, όταν ο Αλέξης Τσίπρας ήταν πρωθυπουργός, η Ελλάδα είχε υψηλότερες χονδρικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και κατέληξε ότι δεν είναι συνεπές να διατυπώνονται σήμερα από τον κ. Τσίπρα τέτοιες προτάσεις.
Δεν με ενδιαφέρει εδώ αν η πρόταση του κ. Τσίπρα είναι σωστή ή λανθασμένη, εφικτή ή όχι.
Ούτε αν η απάντηση του κ. Παπασταύρου είναι πολιτικά αποτελεσματική.
Με ενδιαφέρει κάτι άλλο.
Φοβάμαι ότι αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο κινδυνεύει να διεξαχθεί ο δημόσιος διάλογος καθώς η χώρα εισέρχεται σταδιακά σε προεκλογική περίοδο.
Ποιος είπε τι πριν από δέκα χρόνια.
Ποιος απέτυχε περισσότερο όταν κυβέρνησε.
Ποιος είναι υποκριτής.
Ποιος δικαιούται να μιλά και ποιος όχι.
Δεν χρειαζόμαστε όμως μια συζήτηση για το ποιος δικαιούται να μιλά.
Χρειαζόμαστε μια συζήτηση για το τι προτείνει ο καθένας.
Η ερώτηση δεν είναι αν ο Αλέξης Τσίπρας είχε ακριβό ρεύμα το 2019.
Η ερώτηση είναι αν η πρότασή του για το 2026 στέκει ή όχι.
Η ερώτηση είναι αν η πρότασή του εκκινεί από μια πραγματική κατάσταση.
Και αντίστοιχα για κάθε πρόταση της κυβέρνησης ή της αντιπολίτευσης.
Η επίκληση του παρελθόντος έχει θέση στον δημόσιο διάλογο. Δεν μπορεί όμως να τον υποκαθιστά.
Διαφορετικά, καμία πρόταση δεν θα εξετάζεται με βάση το περιεχόμενό της αλλά μόνο με βάση το βιογραφικό αυτού που την καταθέτει.
Και κάθε πρόταση πρέπει να εκκινεί από μία αξιόπιστη και ειλικρινή αποτύπωση της πραγματικότητας.
Κάπου εδώ θυμήθηκα μια φράση που άκουσα πρόσφατα σε μια διάλεξη του Χρήστου Παπαδημητρίου στη διαΝΕΟσις.
«Η δημοκρατία δεν χρειάζεται ομοφωνία για να λειτουργήσει. Χρειάζεται όμως μια κοινή πραγματικότητα πάνω στην οποία να διαφωνούμε.»
Δεν χρειάζεται να συμφωνούμε στις λύσεις.
Χρειάζεται όμως να συμφωνούμε στα γεγονότα, στα δεδομένα και στις προκλήσεις που αντιμετωπίζουμε.
Να μπορούμε να συζητούμε πάνω στην ίδια πραγματικότητα και ας καταλήγουμε σε διαφορετικά πολιτικά συμπεράσματα και προτάσεις.
Γιατί όταν ακόμη και η πραγματικότητα γίνεται αντικείμενο κομματικής αντιπαράθεσης, ο δημόσιος διάλογος μετατρέπεται σε σύγκρουση αφηγήσεων και όχι προτάσεων.
Γιατί όταν η αντιπαράθεση μεταφέρεται από τις πολιτικές στα πρόσωπα, η τοξικότητα βρίσκει πρόσφορο έδαφος.
Όσο περισσότερο συζητούμε δεδομένα, παραδοχές, κόστος, κινδύνους και εναλλακτικές λύσεις, τόσο λιγότερος χώρος απομένει για δαιμονοποίηση του αντιπάλου.
Υπάρχει όμως και ένας ακόμη λόγος για τον οποίο η ουσιαστική πολιτική συζήτηση έχει σημασία και ίσως είναι ο σπουδαιότερος.
Επειδή βελτιώνει την ενημέρωση των πολιτών.
Όταν τα κόμματα υποχρεώνονται να εξηγούν τις προτάσεις τους, να παρουσιάζουν το κόστος τους και την πηγή των αναγκαίων πόρων, να αναλύουν τα οφέλη και τους κινδύνους τους, οι πολίτες αποκτούν περισσότερα στοιχεία για να κρίνουν.
Και μια δημοκρατία δεν λειτουργεί σωστά μόνο επειδή οι πολίτες ψηφίζουν.
Λειτουργεί σωστά όταν οι πολίτες ψηφίζουν έχοντας όσο το δυνατόν πληρέστερη εικόνα των επιλογών που έχουν μπροστά τους και των συνεπειών τους.
Σε αυτή τη συζήτηση η Νέα Δημοκρατία έχει ιδιαίτερη ευθύνη.
Όχι επειδή είναι ηθικά ανώτερη από τους πολιτικούς της αντιπάλους.
Αλλά επειδή είναι η τρέχουσα κυβέρνηση.
Διαθέτει περισσότερα στοιχεία.
Γνωρίζει καλύτερα τους περιορισμούς.
Έχει την πρωτοβουλία των κινήσεων.
Και επομένως έχει μεγαλύτερη ευθύνη για το επίπεδο του δημόσιου διαλόγου.
Απέναντι σε κάθε πολιτική πρόταση, είτε προέρχεται από την αντιπολίτευση είτε από την κυβέρνηση, η πρώτη αντίδραση πρέπει να είναι πάντα και επίμονα:
«Ας δούμε την πρόταση. Πόσο κοστίζει; Πού θα βρεθούν οι πόροι; Πώς εφαρμόζεται; Πού διαφωνούμε;»
Η Ελλάδα πιθανότατα εισέρχεται σε μια περίοδο δύσκολων αποφάσεων.
Αυτό που χρειάζεται περισσότερο από ποτέ δεν είναι ένας διαγωνισμός για το ποιος απέτυχε λιγότερο στο παρελθόν.
Είναι ένας διαγωνισμός για το ποιος προτείνει καλύτερες λύσεις για το μέλλον.
Η χώρα χρειάζεται πολιτικό ανταγωνισμό προτάσεων.
Όχι πολιτικό ανταγωνισμό χαρακτηρισμών.