Η απώλεια του Κωνσταντίνου Τσουκαλά κλείνει έναν μεγάλο κύκλο της ελληνικής πνευματικής και πολιτικής ζωής. Έφυγε ένας διανοούμενος που συνέδεσε το έργο του με τα μεγάλα ερωτήματα της μεταπολεμικής Ελλάδας: το κράτος, τις κοινωνικές ανισότητες, την εκπαίδευση, τις πελατειακές σχέσεις, την εξάρτηση, τις ιδιομορφίες της ελληνικής ανάπτυξης. Μαζί του απομακρύνεται μια γενιά που πίστευε ότι η πολιτική προϋποθέτει ιδέες και ότι η κοινωνική πραγματικότητα απαιτεί πρώτα ερμηνεία.
Γεννημένος το 1937, ο Τσουκαλάς διαμορφώθηκε στη μετεμφυλιακή Ελλάδα και συνέχισε τις σπουδές του στη Γερμανία, στη Γαλλία και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ανήκε στη γενιά των Ελλήνων διανοουμένων που γνώρισαν τον ευρωπαϊκό και διεθνή ακαδημαϊκό κόσμο και επέστρεψαν για να αναμετρηθούν με μια χώρα που έβγαινε από τον αυταρχισμό και αναζητούσε τη θέση της στη σύγχρονη Ευρώπη.
Η πολιτική και πνευματική του διαδρομή συνδέθηκε με μια Αριστερά μορφωμένη, διεθνή και θεωρητικά απαιτητική. Μια Αριστερά που φιλοδοξούσε να κατανοήσει τις δομές της ελληνικής κοινωνίας και να αποκτήσει πνευματική ηγεμονία. Ο Τσουκαλάς υπήρξε από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της. Το έργο του επηρέασε γενιές κοινωνικών επιστημόνων και διαμόρφωσε σε σημαντικό βαθμό τη γλώσσα με την οποία η Μεταπολίτευση συζήτησε για τον εαυτό της.
Εδώ όμως αρχίζει και το μεγάλο πολιτικό ερώτημα που αφήνει πίσω του.
Η ελληνική Αριστερά διέγνωσε με οξύτητα πολλές από τις παθογένειες του ελληνικού κράτους. Η μεγάλη πρόκληση ήταν η μετάβαση από τη διάγνωση στη μεταρρύθμιση. Από την περιγραφή του πελατειακού συστήματος στην οικοδόμηση ενός κράτους κανόνων. Από την κριτική της γραφειοκρατίας στην αξιολόγηση και την αποτελεσματική διοίκηση. Από τη διαπίστωση της αναπτυξιακής υστέρησης στην παραγωγική ανασυγκρότηση και στην ευρωπαϊκή σύγκλιση.
Σε αυτό το σημείο διαμορφώθηκε μια από τις ουσιαστικότερες διαχωριστικές γραμμές μέσα στον ευρύτερο προοδευτικό χώρο της Μεταπολίτευσης.
Το εκσυγχρονιστικό ρεύμα υποστήριξε ότι προοδευτική πολιτική σημαίνει πρωτίστως αλλαγή των πραγματικών συνθηκών. Θεσμούς που λειτουργούν, δημοσιονομική ευθύνη, αξιολόγηση, ισχυρή δημόσια διοίκηση, επενδύσεις, ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.
Ένα σημαντικό τμήμα της Αριστεράς παρέμεινε περισσότερο συνδεδεμένο με την παράδοση της κριτικής και της αμφισβήτησης. Ανέλυσε τον πελατειασμό, αλλά αντιμετώπισε συχνά με καχυποψία την αξιολόγηση. Κατέγραψε τις δυσλειτουργίες του κράτους, αλλά υπερασπίστηκε πλευρές του κρατισμού. Επισήμανε τις ελληνικές στρεβλώσεις, ενώ αρκετές φορές αντιμετώπισε την ευρωπαϊκή προσαρμογή ως εξωτερικό καταναγκασμό και όχι ως εργαλείο υπέρβασής τους.
Η κρίση της προηγούμενης δεκαετίας μετέτρεψε αυτή τη θεωρητική διαφορά σε σκληρή πολιτική σύγκρουση.
Η επιλογή του Τσουκαλά να συναντηθεί πολιτικά με τον ΣΥΡΙΖΑ και να εκλεγεί βουλευτής Επικρατείας το 2015 αποτελεί γι' αυτό ένα ενδιαφέρον τελευταίο κεφάλαιο της διαδρομής του. Ένας κορυφαίος αναλυτής των δομικών περιορισμών της ελληνικής κοινωνίας βρέθηκε κοντά στην πολιτική δύναμη που εξέφρασε την λαικιστική κορύφωση της αντιμνημονιακής αμφισβήτησης. Η επιλογή αυτή ούτε ακυρώνει το έργο του ούτε χρειάζεται να αποσιωπηθεί. Αντιθέτως, φωτίζει μια από τις μεγάλες αντιφάσεις της μεταπολιτευτικής Αριστεράς.
Γιατί το βαθύτερο ερώτημα παραμένει επίκαιρο: αρκεί να ερμηνεύεις τις δομές που παράγουν την ελληνική υστέρηση ή οφείλεις τελικά να συγκρουστείς και με τις δυνάμεις που τις αναπαράγουν;
Η εκσυγχρονιστική απάντηση υπήρξε σαφής. Η μεταρρύθμιση αποτελεί την πρακτική μορφή της προόδου. Η πραγματικότητα χρειάζεται πρώτα να γίνει κατανοητή, αλλά στη συνέχεια χρειάζεται να αλλάξει.
Ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς βοήθησε όσο λίγοι την Ελλάδα να κατανοήσει τον εαυτό της. Ακόμη και όσοι διαφωνήσαμε με πολιτικές επιλογές και θεωρητικές αφετηρίες οφείλουμε να αναγνωρίσουμε το μέγεθος της συμβολής του.
Ίσως μάλιστα αυτός να είναι ο ουσιαστικότερος αποχαιρετισμός σε έναν σημαντικό διανοούμενο: η συνέχιση της συζήτησης που άνοιξε. Για μια Ελλάδα που, έχοντας πλέον περιγράψει επαρκώς τις παθογένειές της, καλείται να βρει τη γνώση, την πολιτική βούληση και την κοινωνική αυτοπεποίθηση για να τις μεταρρυθμίσει.