Δημοκρατία εγγύτητας: να ξαναδώσουμε στην κοινωνία τη δύναμη να αποφασίζει

Θεόδωρος Καρούνος 23 Αυγ 2026

Η γειτονιά ως χώρος συμμετοχής, δημόσιας ικανότητας και συλλογικής επιλογής

Η κρίση εμπιστοσύνης στη δημοκρατία δεν είναι κυρίως πρόβλημα επικοινωνίας. Δεν προκύπτει επειδή οι κυβερνήσεις δεν εξηγούν αρκετά καλά τις πολιτικές τους ούτε επειδή τα κόμματα δεν έχουν βρει το κατάλληλο σύνθημα. Είναι βαθύτερο πρόβλημα πολιτικής ισχύος.

Όλο και περισσότεροι πολίτες έχουν την αίσθηση ότι μπορούν να επιλέξουν κυβέρνηση, αλλά δυσκολεύονται να επηρεάσουν ουσιαστικά όσα συμβαίνουν ανάμεσα σε δύο εκλογές. Βλέπουν τις κοινωνικές ανισότητες να διευρύνονται, τη στέγη να γίνεται απρόσιτη για ολοένα περισσότερους, τις δημόσιες υπηρεσίες να πιέζονται και την καθημερινότητά τους να επηρεάζεται από αποφάσεις που παρουσιάζονται ως αναπόφευκτες απαιτήσεις των αγορών, της τεχνολογίας, της ανταγωνιστικότητας ή της παγκοσμιοποίησης.

Εδώ βρίσκεται ένα από τα βασικότερα προβλήματα της σύγχρονης δημοκρατίας. Η πολιτική έχει σταδιακά περιοριστεί στη διαχείριση αυτού που εμφανίζεται ως οικονομικά δυνατό, αντί να ξεκινά από το ερώτημα τι θεωρούμε κοινωνικά επιθυμητό.

Μια προοδευτική πολιτική πρέπει να αντιστρέψει αυτή τη σχέση.

Το ερώτημα δεν πρέπει να είναι πρώτα τι επιτρέπουν οι αγορές και στη συνέχεια πόση κοινωνική προστασία μπορούμε να χρηματοδοτήσουμε. Πρέπει να ξεκινάμε από το είδος της κοινωνίας που θέλουμε: πόση ανισότητα θεωρούμε ανεκτή, ποια δημόσια αγαθά πρέπει να είναι καθολικά, τι σημαίνει αξιοπρεπής κατοικία, πρόσβαση στην υγεία και στην παιδεία, ασφαλής εργασία, βιώσιμο περιβάλλον και πραγματική δυνατότητα συμμετοχής.

Στη συνέχεια πρέπει να σχεδιάζουμε τους οικονομικούς, φορολογικούς, διοικητικούς και παραγωγικούς θεσμούς που μπορούν να υπηρετήσουν αυτές τις επιλογές.

Με αυτή την έννοια, η δημοκρατία της γειτονιάς δεν είναι απλώς μια μεταρρύθμιση της τοπικής αυτοδιοίκησης. Είναι ένα μικρό αλλά κρίσιμο κομμάτι μιας ευρύτερης αλλαγής: να επιστρέψει στους πολίτες η δυνατότητα να συζητούν συλλογικά τις ανάγκες τους, να ιεραρχούν προτεραιότητες, να επηρεάζουν την κατανομή των δημόσιων πόρων και να ελέγχουν την εξουσία.

Το κράτος δεν είναι ούτε ουδέτερο εργαλείο ούτε απλός διαχειριστής

Μια σύγχρονη προοδευτική πολιτική χρειάζεται επίσης διαφορετική αντίληψη για το κράτος.

Το κράτος δεν είναι ένας ουδέτερος μηχανισμός που μπορεί απλώς να περάσει στα χέρια μιας διαφορετικής κυβέρνησης και να αρχίσει αυτομάτως να υπηρετεί διαφορετικούς κοινωνικούς σκοπούς. Οι θεσμοί του έχουν διαμορφωθεί ιστορικά μέσα από κοινωνικές συγκρούσεις, συμβιβασμούς, οικονομικά συμφέροντα και συσχετισμούς δύναμης.

Οι φορολογικές ρυθμίσεις, οι εργασιακές σχέσεις, η οργάνωση των δημόσιων υπηρεσιών, οι κανόνες των προμηθειών, η πολεοδομία, οι υποδομές και η κατανομή των αρμοδιοτήτων ανάμεσα στο κράτος και την αυτοδιοίκηση δεν είναι ουδέτερες τεχνικές επιλογές. Καθορίζουν ποιος έχει πρόσβαση στην εξουσία, ποιος επηρεάζει τις αποφάσεις και ποιος τελικά ωφελείται περισσότερο από αυτές.

Γι’ αυτό η αλλαγή κυβέρνησης είναι αναγκαία για μια διαφορετική πολιτική, αλλά δεν αρκεί. Πρέπει να αλλάζουν ταυτόχρονα και οι θεσμοί μέσα από τους οποίους κατανέμεται η ισχύς.

Η ιστορία των κοινωνικών δικαιωμάτων το αποδεικνύει. Η δημόσια εκπαίδευση, η κοινωνική ασφάλιση, τα εργασιακά δικαιώματα και το δημόσιο σύστημα υγείας είναι κοινωνικές κατακτήσεις που κάποια στιγμή απέκτησαν θεσμική μορφή και έγιναν μέρος της λειτουργίας του κράτους.

Το ίδιο πρέπει να συμβεί σήμερα με τη συμμετοχή και τη λογοδοσία.

Η συμμετοχή των πολιτών δεν πρέπει να βρίσκεται έξω από το κράτος μόνο ως διαμαρτυρία ούτε δίπλα του ως περιστασιακή διαβούλευση. Πρέπει να ενσωματωθεί μόνιμα στον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζονται, χρηματοδοτούνται και ελέγχονται οι δημόσιες πολιτικές.

Η συνέλευση της γειτονιάς ως μόνιμος δημοκρατικός θεσμός

Ο βασικός θεσμός μιας τέτοιας μεταρρύθμισης μπορεί να είναι η Συνέλευση της Γειτονιάς.

Δεν πρέπει να είναι κομματική οργάνωση, προέκταση μιας δημοτικής παράταξης ή μηχανισμός του εκάστοτε δημάρχου. Πρέπει να είναι κοινός δημοκρατικός θεσμός όλων των κατοίκων, ανεξάρτητα από πολιτικές και ιδεολογικές επιλογές.

Η κατάλληλη κλίμακα μπορεί να είναι περίπου εκείνη ενός εκλογικού τμήματος ή μιας αντίστοιχης κοινωνικά και γεωγραφικά συνεκτικής περιοχής. Σε αυτή την κλίμακα οι πολίτες μπορούν να γνωρίζουν καλύτερα τα προβλήματα, να συναντούν ανθρώπους με διαφορετικές απόψεις και να παρακολουθούν την πορεία μιας πρότασης από τη στιγμή που κατατίθεται έως την υλοποίησή της.

Η συνέλευση δεν πρέπει να περιορίζεται στην καθαριότητα, τον φωτισμό και τα πεζοδρόμια.

Η καθημερινότητα μιας γειτονιάς επηρεάζεται από τη στέγη, το κόστος ζωής, την ποιότητα του σχολείου, την πρωτοβάθμια υγεία, τις συγκοινωνίες, την εργασία, την ενεργειακή πολιτική, την κοινωνική φροντίδα, την πολιτική προστασία, την κλιματική προσαρμογή και την ποιότητα των δημόσιων υπηρεσιών.

Πολλά από αυτά δεν αποτελούν αρμοδιότητα του δήμου. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι πολίτες δεν πρέπει να μπορούν να τα συζητούν και να διατυπώνουν συλλογικές προτάσεις.

Η Συνέλευση της Γειτονιάς δεν θα υποκαθιστά τον δήμο, την περιφέρεια, την κυβέρνηση ή τη Βουλή. Θα αποκτά όμως θεσμικό δικαίωμα πρωτοβουλίας.

Οι προτάσεις της θα καταγράφονται, θα διαβιβάζονται στην αρμόδια αρχή και θα λαμβάνουν δημόσια και αιτιολογημένη απάντηση μέσα σε συγκεκριμένη προθεσμία.

Έτσι δημιουργείται μια πραγματική δημοκρατική διαδρομή από τη γειτονιά στον δήμο, από τον δήμο στην περιφέρεια και, όταν απαιτείται, στην κυβέρνηση και στη Βουλή.

Από τη διαβούλευση στη δυνατότητα συλλογικής επιλογής

Η μεγαλύτερη αδυναμία πολλών συμμετοχικών διαδικασιών είναι ότι επιτρέπουν στους πολίτες να μιλούν χωρίς να τους επιτρέπουν να επηρεάζουν ουσιαστικά τις αποφάσεις.

Οι ατέρμονες «ακροάσεις», οι ηλεκτρονικές διαβουλεύσεις και οι συναντήσεις χωρίς συνέχεια μπορούν τελικά να ενισχύσουν την απογοήτευση αντί να καλλιεργήσουν εμπιστοσύνη.

Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι η συμμετοχή αποκτά νόημα όταν συνδέεται με πραγματικές αρμοδιότητες, πόρους και υποχρεωτική λογοδοσία.

Η Συνέλευση της Γειτονιάς πρέπει επομένως να μπορεί να καταγράφει και να ιεραρχεί ανάγκες, να προτείνει έργα και υπηρεσίες, να εισάγει θέματα στο δημοτικό συμβούλιο, να συμμετέχει στον τοπικό σχεδιασμό και να παρακολουθεί την εκτέλεση των αποφάσεων.

Κάθε πρόταση πρέπει να αποκτά αριθμό παρακολούθησης. Ο πολίτης πρέπει να μπορεί να γνωρίζει ποια υπηρεσία την εξετάζει, ποιος είναι αρμόδιος, πότε θα απαντήσει και τι τελικά αποφασίστηκε.

Η διοίκηση πρέπει να έχει υποχρέωση αιτιολογημένης απάντησης και όχι απλώς δυνατότητα ακρόασης. Αυτή η φαινομενικά μικρή αλλαγή μεταβάλλει τη σχέση πολίτη και δημόσιας εξουσίας.

Συμμετοχικός προϋπολογισμός: η δημοκρατία πρέπει να φτάνει και στους πόρους

Η πολιτική ισχύς εκφράζεται τελικά και μέσα από τον προϋπολογισμό.

Εάν οι πολίτες μπορούν να συζητούν αλλά δεν μπορούν να επηρεάσουν ούτε ένα μέρος των δημόσιων πόρων, η συμμετοχή τους παραμένει περιορισμένη.

Γι’ αυτό κάθε δήμος πρέπει να διαθέτει ένα προκαθορισμένο μέρος του τεχνικού προγράμματος και των επενδυτικών δαπανών του σε συμμετοχικό προϋπολογισμό.

Οι κάτοικοι θα προτείνουν έργα και παρεμβάσεις. Οι υπηρεσίες θα εξετάζουν το κόστος, τη νομιμότητα και την τεχνική τους δυνατότητα. Οι συνελεύσεις θα ιεραρχούν τις προτεραιότητες.

Η κατανομή δεν πρέπει να γίνεται μόνο με πληθυσμιακά κριτήρια.

Εάν ο στόχος μιας προοδευτικής πολιτικής είναι η ουσιαστική ισότητα, τότε περισσότεροι πόροι πρέπει να κατευθύνονται εκεί όπου υπάρχουν μεγαλύτερες κοινωνικές ανάγκες: σε περιοχές με χαμηλότερα εισοδήματα, μεγαλύτερη ανεργία, ανεπαρκείς υποδομές, περισσότερα προβλήματα προσβασιμότητας ή μεγαλύτερη έκθεση σε περιβαλλοντικούς κινδύνους.

Η ισότητα δεν σημαίνει να δίνουμε παντού το ίδιο. Σημαίνει να διαθέτουμε περισσότερους πόρους εκεί όπου χρειάζονται περισσότερο. Ο συμμετοχικός προϋπολογισμός μπορεί έτσι να γίνει ταυτόχρονα θεσμός δημοκρατίας και εργαλείο μείωσης των χωρικών και κοινωνικών ανισοτήτων.

Ισχυρά δημόσια αγαθά κοντά στον πολίτη

Η δημοκρατία όμως αποδυναμώνεται όταν δεν μπορεί να εγγυηθεί βασικά δημόσια αγαθά.

Ένας πολίτης που δεν μπορεί να βρει γιατρό, που περιμένει μήνες για μια υπηρεσία, που δεν βρίσκει παιδικό σταθμό, που πληρώνει δυσανάλογο μέρος του εισοδήματός του για κατοικία ή που δεν διαθέτει αξιόπιστες δημόσιες συγκοινωνίες δύσκολα θα πειστεί ότι το πρόβλημα της δημοκρατίας λύνεται απλώς με περισσότερες συνελεύσεις.

Η δημοκρατική συμμετοχή πρέπει επομένως να συνδεθεί με μια ισχυρή πολιτική δημόσιων αγαθών.

Η τοπική αυτοδιοίκηση μπορεί να αποτελέσει το επίπεδο όπου συναντώνται οι εθνικές πολιτικές με τις πραγματικές ανάγκες των πολιτών. Όχι επειδή ο δήμος μπορεί να λύσει μόνος του τα ζητήματα υγείας, στέγασης ή ενέργειας, αλλά επειδή μπορεί να εντοπίζει ανάγκες, να συντονίζει υπηρεσίες, να οργανώνει τοπικές παρεμβάσεις και να απαιτεί από την κεντρική διοίκηση συγκεκριμένες λύσεις.

Η γειτονιά πρέπει να γίνει το σημείο όπου η κοινωνική πολιτική αποκτά πρόσωπο και διεύθυνση.

Η αποκέντρωση δεν σημαίνει περισσότερη εξουσία στους δημάρχους

Μια ακόμη κρίσιμη διάκριση είναι ότι η αποκέντρωση δεν ταυτίζεται με τη μεταφορά εξουσίας από τα υπουργεία στους δημάρχους.

Εάν η εξουσία μετακινηθεί από ένα συγκεντρωτικό υπουργείο σε έναν συγκεντρωτικό δήμαρχο, χωρίς συμμετοχή, επαγγελματική διοίκηση και λογοδοσία, το δημοκρατικό πρόβλημα παραμένει.

Η πραγματική αποκέντρωση πρέπει να λειτουργεί σε δύο κατευθύνσεις:

-Από το κεντρικό κράτος προς την αυτοδιοίκηση, μαζί με τους αναγκαίους ανθρώπινους και οικονομικούς πόρους.

-Και μέσα στον ίδιο τον δήμο, από την πολιτική κορυφή προς τις υπηρεσίες, τις κοινότητες, τις γειτονιές και τους θεσμούς κοινωνικού ελέγχου.

Χρειαζόμαστε επομένως όχι απλώς μεγαλύτερη τοπική εξουσία αλλά πιο δημοκρατικά κατανεμημένη τοπική εξουσία.

Αποτελεσματικός δήμος σημαίνει διοικητική ικανότητα

Η τοπική δημοκρατία δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς ικανή διοίκηση.

Η συζήτηση για την αποτελεσματικότητα των δήμων συχνά περιορίζεται στο μέγεθός τους. Υπάρχει η αντίληψη ότι ένας μεγαλύτερος δήμος είναι αυτομάτως αποτελεσματικότερος επειδή διαθέτει οικονομίες κλίμακας.

Το μέγεθος ασφαλώς έχει σημασία, αλλά δεν είναι ο καθοριστικός παράγοντας.

Ένας μεγάλος δήμος χωρίς μηχανικούς, κοινωνικούς λειτουργούς, ειδικούς πληροφορικής, οικονομολόγους, στελέχη προμηθειών και κατάλληλη διοικητική οργάνωση μπορεί να είναι εξαιρετικά αναποτελεσματικός.

Ένας μικρότερος δήμος μπορεί να λειτουργεί καλύτερα εάν διαθέτει επαρκή στελέχωση, σταθερούς πόρους, διαδημοτικές συνεργασίες, κοινές τεχνικές υποδομές και επαγγελματική διοίκηση.

Ο πραγματικός κρίσιμος παράγοντας είναι η διοικητική ικανότητα.

Η δημοκρατική πολιτική πρέπει να διαθέτει τα μέσα για να μετατρέπει τις συλλογικές επιλογές σε πραγματικά αποτελέσματα. Διαφορετικά, ακόμη και η καλύτερη συμμετοχική διαδικασία θα παράγει μόνο νέες απογοητεύσεις.

Οι αιρετοί αποφασίζουν το «τι», η επαγγελματική διοίκηση οργανώνει το «πώς»

Ιδιαίτερη σημασία έχει η επιλογή των ανθρώπων που διοικούν τις δημοτικές υπηρεσίες.

Οι αιρετοί έχουν δημοκρατική νομιμοποίηση. Ο δήμαρχος και το δημοτικό συμβούλιο πρέπει να καθορίζουν τις πολιτικές προτεραιότητες και να λογοδοτούν για αυτές.

Οι προϊστάμενοι όμως της διοίκησης πρέπει να επιλέγονται για την επαγγελματική τους ικανότητα και όχι για την πολιτική ή προσωπική τους σχέση με τον εκάστοτε δήμαρχο ή την κυβέρνηση.

Οι γενικοί διευθυντές, οι διευθυντές και οι προϊστάμενοι κρίσιμων υπηρεσιών πρέπει να επιλέγονται με ανοικτές και αξιοκρατικές διαδικασίες, με βάση τις γνώσεις, την εμπειρία, τις διοικητικές ικανότητες και τα προηγούμενα αποτελέσματά τους.

Και πρέπει να αξιολογούνται αντικειμενικά με προκαθορισμένους και δημόσιους δείκτες.

Η βασική αρχή μπορεί να αποδοθεί απλά:

οι αιρετοί αποφασίζουν το “τι”, η επαγγελματική διοίκηση οργανώνει το “πώς” και οι πολίτες ελέγχουν τα αποτελέσματα.

Αυτό δεν σημαίνει ανεξέλεγκτη τεχνοκρατία. Η επαγγελματική αυτονομία της διοίκησης πρέπει να συνδυάζεται με διαφάνεια, αξιολόγηση και δημόσιο έλεγχο.

Η οικονομική ισχύς δεν πρέπει να βρίσκεται εκτός δημοκρατικού ελέγχου

Η δημοκρατία της γειτονιάς αποκτά επίσης διαφορετικό νόημα αν ενταχθεί σε μια ευρύτερη προοδευτική στρατηγική.

Οι πολίτες μπορούν να συζητούν για την πόλη τους, αλλά ένα μεγάλο μέρος των αποφάσεων που διαμορφώνουν τη ζωή τους λαμβάνεται από οικονομικούς φορείς που διαθέτουν πολύ μεγαλύτερη ισχύ από έναν δήμο ή ακόμη και από ένα εθνικό κράτος.

Το βλέπουμε στην ενέργεια, στις τράπεζες, στις μεγάλες αλυσίδες, στην αγορά κατοικίας και πλέον στις ψηφιακές πλατφόρμες.

Μια προοδευτική πολιτική δεν μπορεί να θεωρεί αυτή την οικονομική ισχύ φυσικό δεδομένο.

Η δημοκρατία πρέπει να έχει τη δυνατότητα να θέτει κανόνες στις αγορές και όχι απλώς να διορθώνει εκ των υστέρων τις κοινωνικές συνέπειές τους.

Αυτό σημαίνει ισχυρή φορολογική ικανότητα, ρύθμιση των ολιγοπωλίων, δημόσιες επενδύσεις, παραγωγική πολιτική, προστασία της εργασίας και καθολικά δημόσια αγαθά.

Σημαίνει επίσης ότι η ισότητα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται μόνο ως αναδιανομή αφού πρώτα έχει παραχθεί η ανισότητα. Πρέπει να επηρεάζει τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται η παραγωγή, κατανέμονται οι ευκαιρίες και δημιουργείται η οικονομική ισχύς.

Η ψηφιακή εποχή δημιουργεί νέες μορφές εξάρτησης

Αυτό γίνεται ιδιαίτερα εμφανές στην ψηφιακή εποχή.

Σήμερα κρίσιμες λειτουργίες του κράτους, των επιχειρήσεων και της κοινωνίας εξαρτώνται όλο και περισσότερο από λίγες παγκόσμιες εταιρείες που ελέγχουν υπολογιστικά νέφη, πλατφόρμες, δεδομένα, λογισμικό και συστήματα τεχνητής νοημοσύνης.

Η εξάρτηση αυτή δεν είναι απλώς τεχνικό ζήτημα. Είναι ζήτημα οικονομικής και δημοκρατικής ισχύος.

Μια προοδευτική ψηφιακή πολιτική επομένως δεν μπορεί να περιορίζεται στην περισσότερη ψηφιοποίηση των υπηρεσιών.

Το κράτος και η αυτοδιοίκηση πρέπει να αναπτύξουν δική τους ικανότητα ελέγχου των κρίσιμων ψηφιακών υποδομών, να χρησιμοποιούν ανοικτά πρότυπα και ανοικτό λογισμικό όπου είναι εφικτό, να μπορούν να αλλάζουν προμηθευτή χωρίς υπέρογκο κόστος και να αποφεύγουν τον εγκλωβισμό σε κλειστά τεχνολογικά οικοσυστήματα.

Η δημόσια ψηφιακή πλατφόρμα της Δημοκρατίας της Γειτονιάς πρέπει να αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της πολιτικής.

Ο κώδικας, οι προδιαγραφές και τα δημόσια δεδομένα πρέπει να βρίσκονται υπό δημόσιο έλεγχο. Οι πολίτες πρέπει να γνωρίζουν πώς λειτουργούν τα συστήματα που επεξεργάζονται τα αιτήματά τους.

Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να βοηθά στην ταξινόμηση αιτημάτων, στον εντοπισμό προβλημάτων και στην καλύτερη ενημέρωση.

Δεν πρέπει όμως να αποφασίζει ποιος δικαιούται κοινωνική παροχή, ποιο έργο θα χρηματοδοτηθεί ή ποια κοινωνική ανάγκη θεωρείται σημαντικότερη. Η τελική κρίση πρέπει να παραμένει ανθρώπινη, αιτιολογημένη και ελέγξιμη.

Ανοικτοί δείκτες για να είναι η εξουσία ορατή

Η συμμετοχή χωρίς γνώση δεν είναι πραγματική συμμετοχή.

Κάθε δήμος πρέπει να δημοσιεύει σε ανοικτά δεδομένα, ανά περιοχή και υπηρεσία, ποια έργα έχουν εγκριθεί, ποιος είναι ο προϋπολογισμός τους, πόσο τελικά κόστισαν, ποιο είναι το χρονοδιάγραμμα, τι καθυστερεί και γιατί.

Πρέπει επίσης να δημοσιεύονται οι χρόνοι εξυπηρέτησης, τα εκκρεμή αιτήματα, τα ποσοστά επίλυσης και οι βασικοί δείκτες ποιότητας των υπηρεσιών.

Ο πολίτης πρέπει να μπορεί να γνωρίζει όχι μόνο ποιος υπέγραψε μια απόφαση, αλλά αν αυτή είχε αποτέλεσμα.

Οι ίδιοι δείκτες πρέπει να χρησιμοποιούνται και για την αξιολόγηση των υπηρεσιών και των προϊσταμένων. Έτσι συνδέονται η συμμετοχή, η αποτελεσματικότητα και η λογοδοσία.

ΚΕΠ νέας γενιάς: το κράτος να φτάνει στον πολίτη

Η Δημοκρατία της Γειτονιάς χρειάζεται επίσης φυσική παρουσία.

Η ψηφιακή πλατφόρμα δεν μπορεί να αντικαταστήσει την ανθρώπινη επαφή, ιδιαίτερα για ηλικιωμένους, άτομα με αναπηρία και πολίτες που δεν διαθέτουν ψηφιακές δεξιότητες.

Τα ΚΕΠ νέας γενιάς μπορούν να γίνουν το φυσικό σημείο εισόδου τόσο στις δημόσιες υπηρεσίες όσο και στις διαδικασίες συμμετοχής.

Ο πολίτης θα μπορεί να ενημερώνεται για τη συνέλευση της γειτονιάς, να καταθέτει πρόταση, να παρακολουθεί την πορεία ενός αιτήματος και να λαμβάνει βοήθεια για κοινωνικές και υγειονομικές υπηρεσίες.

Κάθε υπόθεση πρέπει να έχει αριθμό, υπεύθυνο χειριστή και συγκεκριμένη προθεσμία.

Το κράτος πρέπει να αναλαμβάνει τη διαδρομή της υπόθεσης και όχι να υποχρεώνει τον πολίτη να μετακινείται από υπηρεσία σε υπηρεσία.

Η βασική αρχή πρέπει να είναι απλή: το κράτος να φτάνει στον πολίτη και όχι ο πολίτης να κυνηγά το κράτος.

Η κοινωνία δεν πρέπει να απορροφηθεί από το κράτος

Η θεσμοθέτηση της συμμετοχής δεν σημαίνει ότι κάθε κοινωνική δραστηριότητα πρέπει να περάσει μέσα από τους δημόσιους θεσμούς.

Μια ζωντανή δημοκρατία χρειάζεται και αυτόνομη κοινωνική οργάνωση.

Σωματεία, κοινωνικές οργανώσεις, κινήσεις πολιτών, τοπικές συλλογικότητες και ανεξάρτητες πρωτοβουλίες πρέπει να μπορούν να συμμετέχουν στους θεσμούς χωρίς να εξαρτώνται από αυτούς.

Η κοινωνία πρέπει να μπορεί να συνεργάζεται με το κράτος, αλλά και να το αμφισβητεί.

Αυτό είναι απαραίτητο γιατί κάθε θεσμός, όσο δημοκρατικά και αν σχεδιαστεί, μπορεί με τον χρόνο να γραφειοκρατικοποιηθεί ή να καταληφθεί από οργανωμένα συμφέροντα.

Η δημοκρατία χρειάζεται επομένως ταυτόχρονα ανοικτούς θεσμούς και οργανωμένους, αυτόνομους πολίτες.

Από τη διαχείριση των περιορισμών στη συλλογική επιλογή

Η βαθύτερη αλλαγή που χρειάζεται η προοδευτική πολιτική βρίσκεται τελικά εδώ.

Για πολλά χρόνια η πολιτική παρουσιάζεται ως διαχείριση περιορισμών.

Οι αγορές απαιτούν αυτό. Η δημοσιονομική πραγματικότητα επιτρέπει εκείνο. Η τεχνολογία οδηγεί αναπόφευκτα προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση. Η παγκοσμιοποίηση δεν αφήνει άλλες επιλογές.

Αλλά η δημοκρατική πολιτική χάνει τον λόγο ύπαρξής της όταν αποδέχεται ότι τα σημαντικότερα ζητήματα έχουν ήδη αποφασιστεί αλλού.

Η οικονομία, η τεχνολογία και οι αγορές είναι κοινωνικοί θεσμοί. Διαμορφώνονται μέσα από κανόνες και πολιτικές επιλογές.

Το κεντρικό ερώτημα πρέπει επομένως να επιστρέψει εκεί όπου ανήκει:

Τι κοινωνία θέλουμε;

Και αμέσως μετά:

Ποιοι θεσμοί, ποια παραγωγική βάση, ποιο φορολογικό σύστημα, ποια δημόσια αγαθά και ποια κατανομή ισχύος μπορούν να την κάνουν δυνατή;

Από αυτή τη σκοπιά, η Δημοκρατία της Γειτονιάς δεν είναι μια μικρή μεταρρύθμιση της αυτοδιοίκησης.

Είναι ένας τρόπος να αρχίσουμε να μεταφέρουμε αυτή τη μεγάλη δημοκρατική αρχή στην καθημερινή ζωή.

Ο πολίτης συμμετέχει.

Η γειτονιά προτείνει.

Οι υπηρεσίες τεκμηριώνουν.

Οι πόροι κατανέμονται με κοινωνικά κριτήρια.

Οι αιρετοί αποφασίζουν και λογοδοτούν.

Η επαγγελματική διοίκηση υλοποιεί.

Τα αποτελέσματα είναι δημόσια και μετρήσιμα.

Και η κοινωνία διατηρεί την αυτονομία της να οργανώνεται, να πιέζει και να διεκδικεί.

Η εμπιστοσύνη στη δημοκρατία δεν θα επιστρέψει επειδή θα τη ζητήσουμε.

Θα επιστρέψει όταν οι πολίτες διαπιστώσουν ότι η πολιτική μπορεί πράγματι να αλλάξει τη ζωή τους και ότι η δική τους συμμετοχή μπορεί να επηρεάσει την πολιτική.

Γιατί δημοκρατία δεν είναι μόνο η δυνατότητα να επιλέγουμε ποιος κυβερνά.

Είναι κυρίως η συλλογική δυνατότητα να αποφασίζουμε σε ποια κοινωνία θέλουμε να ζούμε και να διαθέτουμε τη δύναμη και τους θεσμούς για να την οικοδομήσουμε.

Η αρχική έκδοση αυτού του άρθρου** δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών: efsyn.gr

**Το άρθρο αυτό είναι συνέχεια των δύο προηγουμένων: «Κόμμα των μελών και όχι των μηχανισμών» & «Προτάσεις για το κόμμα που παράγει πολιτική»