Η στρατηγική του νεο-Οθωμανισμού της Τουρκίας και οι ψευδαισθήσεις της Ελλάδας και της Ευρώπης

Γιάννης Κουμέντος 25 Αυγ 2026

Η πρόσφατη εικόνα από το στάδιο της Γαλατασαράι στην Κωνσταντινούπολη, όπου χιλιάδες νέοι συμμετείχαν στην τελική εκδήλωση των θερινών σχολείων του ιδρύματος TÜGVA, δεν αποτελεί ένα απλό κοινωνικό γεγονός. Πρόκειται για την ορατή αποτύπωση ενός βαθύτερου σχεδίου. Με πάνω από 700.000 μαθητές να περνούν από αυτόν τον μηχανισμό ιδεολογικής χειραγώγησης, το καθεστώς Ερντογάν δεν κάνει απλώς μάθημα ιστορίας, χρησιμοποιεί το οθωμανικό παρελθόν ως εργαλείο καθημερινής πολιτικής προπαγάνδας. Η περίφημη «ευσεβής γενιά» δεν είναι πια θεωρία. Έχει πλέον δικούς της ισχυρούς μηχανισμούς και στελέχη, αποδεικνύοντας ότι ο Ερντογανισμός επιχειρεί κάτι ανθεκτικότερο από την εκλογική του αναπαραγωγή: επιχειρεί και την επιβιώση του ίδιου του Ερντογάν, αλλά και να διαμορφώσει το ανθρώπινο δυναμικό που θα διοικήσει την Τουρκία τις επόμενες δεκαετίες.

Η εξωτερική πολιτική και η γεωπολιτική ισχύς ξεκινούν από τα σχολεία και την κοινωνία, πολύ πριν αποτυπωθούν στον χάρτη. Αυτή η διαδικασία εντάσσεται στη βαθιά μετάλλαξη του τουρκικού κράτους τα τελευταία είκοσι χρόνια. Ο Ερντογανισμός προχώρησε σε μια συντηρητική και επικίνδυνη σύνθεση, ενώνοντας την τεχνολογική ανάπτυξη με το αυστηρό Ισλάμ, τον τουρκικό εθνικισμό με τα νεο-οθωμανικά επεκτατικά όνειρα, και τη συμμετοχή στους δυτικούς θεσμούς με μια πολιτική που εκβιάζει και προκαλεί τη Δύση.

Ας μην ξεχνάμε ότι οι «ψηφοφόροι» Τουρκικής καταγωγής επηρεάζουν το εκλογικό αποτέλεσμα στη Γερμανία, αλλά και οι οικονομικές συναλλαγές, και σε άλλες χώρες της Ε.Ε., όπως Ιταλία ,Ισπανία «ουδετεροποιούν» τις κυρώσεις απέναντι στις πολιτικές Ερντογάν-Τουρκίας.

Το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας», το παράνομο και ανυπόστατο Τουρκο-Λιβυκό μνημόνιο, η αυτόνομη πολεμική βιομηχανία, οι στρατιωτικές παρεμβάσεις από τη Λιβύη μέχρι τον Καύκασο και η αμφισβήτηση των ελληνικών δικαιωμάτων και η πρόσφατη δημιουργία παράνομων θαλάσσιων πάρκων, αποτελούν μια ενιαία επεκτατική στρατηγική.

Μην ξεχνάμε ότι το παράνομο και ανιστόρητο casus belli του 1995 παραμένει σε ισχύ, απειλώντας ευθέως την Ελλάδα με πόλεμο, αν ασκήσει το νόμιμο δικαίωμά της για επέκταση των χωρικών της υδάτων.

Η συστηματική παραβίαση της Συνθήκης της Λοζάνης και της Διεθνούς νομιμότητας δεν είναι τωρινή, αλλά διαχρονική.

Από τις βίαιες μεθοδεύσεις και τον ξεριζωμό των χριστιανών Ρωμιών από την Κωνσταντινούπολη, την Ίμβρο και την Τένεδο, μέχρι την παράνομη εισβολή, τη συνεχιζόμενη κατοχή του 40% της Κύπρου και τον αποικισμό, η Τουρκία αποδεικνύει ότι περιφρονεί το Διεθνές Δίκαιο.

Η μετατροπή της Αγίας Σοφίας και της Μονής της Χώρας σε τζαμιά συνιστά μια πρωτοφανή πολιτισμική προσβολή στην παγκόσμια κληρονομιά, την ώρα που στο εσωτερικό της χώρας το αυταρχικό καθεστώς καταπατά κάθε δημοκρατική αξία, εξαπολύοντας άγριες διώξεις κατά δημοσιογράφων και πολιτικών αντιπάλων.

Η δημοκρατική !!! Δύση και οι θεσμοί της , όπως ΟΗΕ, ΕΕ και ΝΑΤΟ , κωφεύουν, αναδεικνύοντας την υποκρισία των συμφερόντων, αποδεχόμενη/νες παραβιάσεις διαχρονικών αξιών.

Μέσα σε αυτό το σκηνικό, για άλλη μια φορά, αποκαλύπτεται η τεράστια αντίφαση και το πολιτικό αδιέξοδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιβεβαιώνει επίσημα ότι το ίδρυμα TÜGVA του Ερντογάν έχει χρηματοδοτηθεί με εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ μέσω των προγραμμάτων Erasmus+ και του Ευρωπαϊκού Σώματος Αλληλεγγύης.

Οι Βρυξέλλες μοιράζουν κονδύλια με την αυταπάτη ότι οι κοινοί θεσμοί θα φέρουν τη δημοκρατική σύγκλιση, τη στιγμή που μια αναθεωρητική δύναμη εισπράττει αυτά τα χρήματα καθαρά ως επιπλέον πόρους, ενισχύοντας μια εθνικιστική ταυτότητα που βρίσκεται σε πλήρη σύγκρουση με τις ευρωπαϊκές αρχές. Το ανέφερε και δημόσια πλέον ο Πρόεδρος Ερντογάν….« τώρα η σύγκλιση και φυσικά η ένταξη με την Ε.Ε. δεν αποτελεί προτεραιότητα μας».

Ο Ερντογάν αποδείχθηκε εξαιρετικός Τακιτζί (εκ της Ισλαμικής τακίγια )…τόσο κατά την περίοδο κατάληψης της κυβερνητικής εξουσίας, όσο και κατά την εικοσαετή επιβολή και άσκηση της.

Δυστυχώς, η ελληνική κυβέρνηση έχει εγκλωβιστεί σε αυτή την επικίνδυνη ευρωπαϊκή ψευδαίσθηση της σύγκλισης. Πιστεύει τυφλά ότι τα «ήρεμα νερά» και η «θετική ατζέντα» θα αλλάξουν τη συμπεριφορά της Άγκυρας. Όμως, η προσωρινή ηρεμία στο Αιγαίο μειώνει απλώς την καθημερινή ένταση, αλλά δεν αλλάζει την πάγια επεκτατική βούληση της Άγκυρας.

Ο πραγματικός κίνδυνος του «κατευνασμού» είναι ο εθνικός αυτοπεριορισμός: να συνηθίσουμε την τουρκική απειλή και να μετατοπιστούμε αθόρυβα από το δίκαιο ερώτημα «ποια είναι τα απαράγραπτα κυριαρχικά μας δικαιώματα;» στο ηττοπαθές «ποια δικαιώματα μας επιτρέπει η Τουρκία να ασκήσουμε για να μην έχουμε φασαρίες;». Και δυστυχώς υπάρχουν αρκετά παραδείγματα, αυτής της προσέγγισης που αποθρασύνουν τις Τουρκικές αναθεωρητικές πολιτικές.

Απέναντι σε αυτόν τον διαρκή κίνδυνο, αποτελεί εθνική αναγκαιότητα να επανέλθει δυναμικά στο προσκήνιο το Ενιαίο Αμυντικό Δόγμα Ελλάδας-Κύπρου, θωρακίζοντας αποτελεσματικά το κοινό μέτωπο από τη Θράκη και το Αιγαίο μέχρι τη Μεγαλόνησο.

Παράλληλα, η Ελλάδα οφείλει να αναλάβει πρωταγωνιστικό ρόλο στην Ανατολική Μεσόγειο, ενισχύοντας τον στρατηγικό άξονα συνεργασίας Ελλάδα-Κύπρος-Ισραήλ ως μια ισχυρή γραμμή άμυνας, ασφάλειας και σταθερότητας.

Η ενεργειακή διπλωματία θα πρέπει να στοχεύει στη μετατροπή της Ελλάδας και της Κύπρου σε ισχυρούς ενεργειακούς κόμβους της Ευρώπης, μέσω της πλήρους αξιοποίησης των εγχώριων φυσικών πόρων με βάση το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας. Απορρίπτοντας κάθε σενάριο συνδιαχείρισης υπό την απειλή τουρκικών εκβιασμών, θα πρέπει να προχωρήσει η υλοποίηση των μεγάλων έργων ηλεκτρικής διασύνδεσης. Παράλληλα, θα πρέπει να συνδεθεί η ενεργειακή ασφάλεια της ΕΕ με την προάσπιση των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων απέναντι στο παράνομο Τουρκο-Λιβυκό μνημόνιο.

Επίσης θα έπρεπε η Ελληνική εξωτερική πολιτική, αλλά και η πολιτική της Ε.Ε. στην Μεσόγειο για το μεταναστευτικό πρόβλημα και την αναχαίτιση του Ισλαμικού φονταμενταλισμού, να είχε ήδη επεξεργαστεί ένα νέο «σχέδιο Μάσραλ» για της Μεσογειακές χώρες της Βόρειας Αφρικής, ώστε η Μεσόγειος πράγματι να γίνει θάλασσα που ενώνει και όχι που να χωρίζει.

Η πολιτική της ΕΕ οφείλει να δει τις μεσογειακές χώρες της Βόρειας Αφρικής «ως ζωτικό χώρο» συνεργασίας, τόσο στον τρόπο πολιτικής και κοινωνικής οργάνωσης, όσο και στον τρόπο οικονομικής συνεργασίας και ανάπτυξης.

Ο περιορισμός του μεταναστευτικού ρεύματος προς τις χώρες της ΕΕ, είτε γηγενούς είτε υποσαχάριας προέλευσης μπορεί και πρέπει να γίνει στις χώρες αυτές. Η Ελλάδα οφείλει να πρωτοστατήσει στη δημιουργία συνολικής Μεσογειακής πολιτικής της Ε.Ε. και να μην επαφίεται μόνο στις διμερής διπλωματικές και οικονομικές σχέσεις.

Οι ραγδαίες εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή μας, όπως η αιματηρή σύγκρουση του Ισραήλ με τις τρομοκρατικές οργανώσεις της Χαμάς και της Χεζμπολάχ, το διαρκές πρόβλημα της μη αναγνώρισης του δικαιώματος ύπαρξης των δύο κρατών του Ισραήλ και της Παλαιστίνης θα διαιωνίζουν τις πολεμικές συγκρούσεις και θα γίνονται άλλοθι για παρεμβάσεις αναθεωρητικών δυνάμεων στην περιοχή , όπως η Τουρκία.

Όλες αυτές οι εξελίξεις δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να λειτουργήσουν αποπροσανατολιστικά αγνοώντας ποιος αμφισβητεί την εδαφική ακεραιότητα της χώρας, ούτε θα πρέπει να υπονομεύσει το μακροπρόθεσμο εθνικό μας συμφέρον.

Η υπεύθυνη πατριωτική στάση επιβάλλει καθαρή καταδίκη της τυφλής βίας, εφαρμογή των αποφάσεων του ΟΗΕ και του Διεθνούς Δικαίου, αλλά και απόλυτη εγρήγορση ώστε η χώρα να μην εγκλωβιστεί σε ξένους σχεδιασμούς που αποδυναμώνουν τη δική της αποτρεπτική ισχύ.

Σε αυτή την κρίση της Μέσης Ανατολής και την αλλοπρόσαλλη πολιτική του Προέδρου Τράμπ-ΗΠΑ, η Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλει επιτέλους να εγκαταλείψει τον ρόλο του παθητικού παρατηρητή και να διαδραματίσει έναν πρωταγωνιστικό, αυτόνομο και αποφασιστικό πολιτικό ρόλο.

Η ΕΕ πρέπει να παρέμβει δυναμικά για την άμεση κατάπαυση του πυρός, την απελευθέρωση των ομήρων- όσων υπάρχουν-, τον αφοπλισμό των τρομοκρατικών οργανώσεων, την παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας, επιβάλλοντας την επιστροφή στη διπλωματία στη βάση των αποφάσεων του ΟΗΕ, δηλαδή στην βασική αρχή της αποδοχής της ύπαρξης των δυο κρατών, του Ισραήλ και της Παλαιστίνης.

Μια ισχυρή ευρωπαϊκή παρουσία δεν θα προστατεύσει μόνο τη σταθερότητα στην περιοχή, αλλά θα αποτρέψει τη δημιουργία ενός γεωπολιτικού κενού το οποίο σπεύδουν να εκμεταλλευτούν αναθεωρητικές δυνάμεις, όπως η Τουρκία και η νεοϊδρυθείσα Συμμαχία της Μέκκα, για να αναβαθμίσουν τον δικό τους ηγεμονικό ρόλο.

Η Ελλάδα δεν κινδυνεύει επειδή κάθεται στο τραπέζι του διαλόγου. Κινδυνεύει εάν, μέσα στην «ανακωχή» και τα «ήρεμα νερά» που προσφέρει η συζήτηση, διαβάσει λάθος τις προθέσεις της Τουρκίας, επαναπαυθεί και χαλαρώσει τα αντανακλαστικά της και σταματήσει να προετοιμάζεται.

Το λάθος μήνυμα στο συνομιλητή και η μη αντίδραση, δεν κατευνάζει, αντίθετα αποθρασύνει.

Στο ψευδοδίλλημα Ειρήνη ή Πόλεμος, βούτυρο ή κανόνια, η απάντηση βεβαίως είναι εύκολη: Ειρήνη και βούτυρο. Αλλά αυτό προϋποθέτει, ότι για να έχεις βούτυρο, πρέπει να έχεις ελευθερία, γη, ζωντανά και παραγωγή, δηλαδή εδαφική ακεραιότητα.

Απαιτείται μακροπρόθεσμη εθνική Εξωτερική και Αμυντική πολιτική με συναινέσεις των πολιτικών δυνάμεων.

Η εθνική μας κυριαρχία δεν παζαρεύεται και η απάντησή μας απέναντι σε μια απειλή που δεν αλλάζει, πρέπει να είναι ενιαία, θεσμική και ισχυρή.