Το απόγευμα του Σαββάτου 27 Αυγούστου 1988, βρέθηκε νεκρός από την αδερφή του, στο σπίτι του στην οδό Τυρνάβου 26, στον Κολωνό. Η ιατροδικαστική εξέταση αποφάνθηκε ότι είχε πέσει θύμα στραγγαλισμού πριν από περίπου 36 ώρες. Παρά τη δημοσιότητα που πήρε το θέμα και τις έρευνες της Αστυνομίας, τόσο στον κύκλο των γνωστών του όσο και στο περιβάλλον των εκδιδόμενων στο οποίο ανήκε, δεν έγινε δυνατόν να βρεθεί ο δράστης και η υπόθεση μπήκε στο αρχείο
Γεννήθηκε στις 8 Οκτωβρίου 1927 στη Θεσσαλονίκη. Ο πατέρας του, Γρηγόριος, και η μητέρα του, Έλλη (το γένος Ζάχου), κατάγονταν από την Ανατολική Ρωμυλία. Οι πρόγονοι του πατέρα του ήταν Έλληνες που ήλθαν στη Θεσσαλονίκη πρόσφυγες γύρω στα 1860, όταν στη Βουλγαρία μεσουρανούσε το κίνημα της εθνικής ανεξαρτησίας από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ο Κώστας Ταχτσής ήταν ο δευτερότοκος γιος της οικογένειας. Το πρώτο παιδί του ζεύγους, αγόρι, είχε πεθάνει λίγες ημέρες μετά τη γέννα. Αυτός ο αδελφός που έχασε πριν γεννηθεί ο ίδιος ήταν μία από τις έμμονες ιδέες του συγγραφέα.
Σε ηλικία επτά ετών, μετά τον χωρισμό των γονέων του, αναγκάστηκε να πάει στην Αθήνα για να ζήσει με τη γιαγιά του. Γράφτηκε στη Β' Δημοτικού στη Βέροια ως κατ' οίκον διδαχθείς στην Α΄. Ακολούθως πήγε στο Δημοτικό και το τότε εξατάξιο Γυμνάσιο στην Αθήνα.[5] Το 1945 υπέβαλε τα χαρτιά του στη Σχολή Εμποροπλοιάρχων, αλλά τις ημέρες των εξετάσεων αρρώστησε από τυφοειδή πυρετό. Εγγράφηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, όπου φοίτησε μόνο για δύο χρόνια. Υπηρέτησε τη θητεία του και απολύθηκε ως ανθυπολοχαγός.
Το 1951 προσελήφθη ως βοηθός του Αμερικανού διευθυντή στα έργα για το φράγμα του Λούρου. Το φθινόπωρο του 1954 έφυγε για τη Βρετανία μέχρι το καλοκαίρι του 1955. Στην Αθήνα εργάστηκε ως καθηγητής αγγλικών. Τον Μάρτιο του 1956 μπάρκαρε στο Αμβούργο σε δανικό πλοίο ως καμαρότος. Ξεμπάρκαρε στο Λιβόρνο και επέστρεψε στην Αθήνα. Εργάστηκε ως βοηθός σκηνοθέτη στην ταινία Το παιδί και το δελφίνι. Το φθινόπωρο του 1956 πήγε στη Βιέννη για να συνεχίσει το γράψιμο ενός μυθιστορήματος. Το 1957 ακολούθησε ως μάνατζερ τον πιανίστα Τώνη Γεωργίου στην περιοδεία του στην ανατολική Αφρική. Από το Ναϊρόμπι έφυγε για την Αυστραλία, όπου εργάστηκε σε πολυκατάστημα και στη συνέχεια ως σιδηροδρομικός υπάλληλος επί διετία. Στη συνέχεια προσελήφθη στην υπηρεσία δημοσίων σχέσεων της Κρατικής Τράπεζας της Αυστραλίας.
Την άνοιξη του 1960 επέστρεψε στην Ελλάδα και επιχείρησε να κάνει τον γύρο της Ευρώπης με μια βέσπα, με την οποία έφτασε ως το Εδιμβούργο. Στη διάρκεια αυτής της περιοδείας έγραψε μερικά κεφάλαια από Το τρίτο στεφάνι. Ξαναβρέθηκε για λίγο χρονικό διάστημα στην Αυστραλία από όπου έστειλε στην Ελλάδα για τύπωμα τα χειρόγραφα του Τρίτου στεφανιού, που απορρίφθηκε ως ακατάλληλο. Τελικά το εξέδωσε τον Νοέμβριο του 1962 με δικά του έξοδα. Δύο μήνες μετά, πήγε στις ΗΠΑ και έμεινε εκεί ως τον Δεκέμβριο του 1964. Επέστρεψε και συνεργάστηκε με το πρωτοποριακό λογοτεχνικό περιοδικό Πάλι το διάστημα 1963-1965 και εργάστηκε για δύο καλοκαίρια ως ξεναγός και μεταφραστής.
Στη Δικτατορία πρωτοστάτησε στη δήλωση των 18, μια κίνηση συγγραφέων ενάντια στη λογοκρισία και το αυταρχικό καθεστώς. Έλαβε μέρος στην έκδοση 18 κειμένων (1970). Επανειλημμένα τον καλούσαν στην Ασφάλεια.[7] Στη Μεταπολίτευση αγωνίστηκε για τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων, όντας ομοφυλόφιλος και ο ίδιος, ενώ την ίδια περίοδο εκδιδόταν. Τη δραστηριότητά του υπέρ των δικαιωμάτων των ομοφυλοφίλων διηγείται σε επιστολή του στο βιβλίο Από τη χαμηλή σκοπιά.
Η δολοφονία του
Η αδερφή του συγγραφέα, Ελπίδα Ταχτσή-Αρτέμη, επειδή παρά τις επαναλαμβανόμενες κλήσεις στο τηλέφωνο του αδερφού της δεν μπορούσε να τον εντοπίσει, αποφάσισε το απόγευμα του Σαββάτου 27 Αυγούστου 1988 να χρησιμοποιήσει το κλειδί που είχε και να μπει στη μονοκατοικία που διέμενε ο συγγραφέας. Σύμφωνα με την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία, βρήκε τον χώρο ακατάστατο, με τα φώτα και τον κλιματισμό σε λειτουργία, με τα συρτάρια και τις ντουλάπες ανοιγμένα και αναποδογυρισμένα και τον συγγραφέα να κείτεται νεκρός στο κρεβάτι του, γυμνός, φορώντας γυναικεία περούκα, με αίμα στο κεφάλι. Σύμφωνα με το αστυνομικό ρεπορτάζ των επόμενων ημερών, ο Ταχτσής βρέθηκε στο κρεβάτι του σε πλάγια θέση, γυμνός, φορώντας μια ξανθιά γυναικεία περούκα και με τα νύχια βαμμένα κόκκινα, ενώ δίπλα του βρέθηκαν γυναικεία ρούχα (που φορούσε πριν γδυθεί).
Μετά το τηλεφώνημα στην Αστυνομία, κατέφτασαν αξιωματικοί της Ασφάλειας Αθηνών, της Σήμανσης και ο ιατροδικαστής Χαράλαμπος Σταμούλης. Ο ιατροδικαστής αποφάνθηκε ότι ο Ταχτσής είχε στραγγαλιστεί με τα χέρια, χωρίς να προβάλει αντίσταση. Η τοξικολογική εξέταση έδειξε μεγάλη ποσότητα αλκοόλ στο αίμα, κάτι που εξηγούσε τη μη αντίσταση του θύματος. Από την εμφάνιση του χώρου, η Αστυνομία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι επρόκειτο για ληστεία μετά φόνου, αφού από το διαμέρισμα έλειπαν ένα βίντεο, ένας αυτόματος τηλεφωνητής και μια φωτογραφική μηχανή. Αξιοσημείωτο είναι ότι δεν αφαιρέθηκαν οι 5.500 δραχμές που είχε στο πορτοφόλι του ούτε οι μεγάλης αξίας ζωγραφικοί πίνακες του Αλέκου Φασιανού και του Αλέξη Ακριθάκη. Δεν βρέθηκαν δακτυλικά αποτυπώματα εκτός από των οικείων του.
Από τις ερωτήσεις που έγιναν στους γείτονες προέκυψε ότι το βράδυ της Πέμπτης 25 Αυγούστου προς Παρασκευή 26 Αυγούστου (ώρες κατά τις οποίες τοποθετήθηκε από τον ιατροδικαστή ο θάνατός του) ο Ταχτσής εθεάθη κατά το σούρουπο να επιστρέφει με το αυτοκίνητό του στο σπίτι του, με γυναικεία ρούχα, παρέα με έναν νεαρό. Όταν ο νεαρός έφυγε από το σπίτι, ο Ταχτσής ξαναβγήκε και επέστρεψε με άλλο νεαρό. Το ίδιο συνέβη για τρίτη φορά γύρω στις 3 τα ξημερώματα, όταν επέστρεψε με τριαντάχρονο καλοντυμένο άντρα με μουστάκι.
Το έγκλημα δεν διαλευκάνθηκε.
Η αδελφή του υποστήριξε ότι, επειδή ο Ταχτσής ετοίμαζε εκείνον τον καιρό την αυτοβιογραφία του και είχε κοινοποιήσει στο περιβάλλον του ότι θα εξέθετε πρόσωπα και πράγματα από τους κοσμικούς κύκλους της Αθήνας, τον δολοφόνησαν προκειμένου να εμποδίσουν την έκδοση του βιβλίου. Την άποψη της αδερφής του συμμερίζεται και ο βιογράφος του Ταχτσή, Γιάννης Βασιλακάκος. Ωστόσο, τα χειρόγραφα αυτά βρέθηκαν άθικτα στο σπίτι του. Όταν μετά θάνατον δημοσιεύτηκε η αυτοβιογραφία του με τίτλο Το φοβερό βήμα, δεν διαπιστώθηκε —τουλάχιστον από όσα είχε γράψει μέχρι τότε— καμιά αποκάλυψη.
Ο δημοσιογράφος και φίλος του Ταχτσή Κώστας Τσαρούχας, αφού ερεύνησε ενδελεχώς το υλικό και το περιβάλλον του συγγραφέα, κυκλοφόρησε την έρευνά του στο βιβλίο του Η δολοφονία του συγγραφέα: ποιος, πώς και γιατί σκότωσε τον Κώστα Ταχτσή. Ο Τσαρούχας κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τον Ταχτσή τον σκότωσε ο τελευταίος του πελάτης, όταν διαπίστωσε πως στο κρεβάτι δεν βρισκόταν με γυναίκα αλλά με άντρα. Η εκτίμηση του δημοσιογράφου για το τι συνέβη εκείνη τη νύχτα, μέσα από την έρευνα που πραγματοποίησε, είναι ότι εκείνο το βράδυ ο Ταχτσής πήρε τρεις πελάτες, τους οποίους δεν πήγε στο ξενοδοχείο «Εστία», αλλά στο σπίτι του στον Κολωνό. Ο Ταχτσής ήταν μεθυσμένος, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να προβάλει αντίσταση στις διαθέσεις του πελάτη του. Κάποια στιγμή, που ο νεαρός αντιλήφθηκε ότι έχει μπροστά του έναν άντρα, τον έπνιξε.
Από την άλλη πλευρά, η φίλη του Κώστα Ταχτσή Πάολα Ρεβενιώτη υποστήριξε ότι δεν επρόκειτο για δολοφονία.
Η κηδεία του έγινε στο Πρώτο Νεκροταφείο Αθηνών και την παρακολούθησε πλήθος κόσμου, καθώς και οι πνευματικοί άνθρωποι της εποχής. Τον επικήδειο λόγο εκφώνησε η τότε υπουργός Πολιτισμού και φίλη του Μελίνα Μερκούρη, ενώ το φέρετρό του μετέφεραν, μεταξύ άλλων, ο Αλέκος Φασιανός και ο Διονύσης Σαββόπουλος.
Το απόγευμα του Σαββάτου 27 Αυγούστου 1988, βρέθηκε νεκρός από την αδερφή του, στο σπίτι του στην οδό Τυρνάβου 26, στον Κολωνό. Η ιατροδικαστική εξέταση αποφάνθηκε ότι είχε πέσει θύμα στραγγαλισμού πριν από περίπου 36 ώρες. Παρά τη δημοσιότητα που πήρε το θέμα και τις έρευνες της Αστυνομίας, τόσο στον κύκλο των γνωστών του όσο και στο περιβάλλον των εκδιδόμενων στο οποίο ανήκε, δεν έγινε δυνατόν να βρεθεί ο δράστης και η υπόθεση μπήκε στο αρχείο.