«Έρχονται κάποιες στιγμές που πρέπει κανείς να πει το μεγάλο ΟΧΙ». Έτσι ξεκινάει ένα πρόσφατο άρθρο του ο κ. Χάρης Δούκας, παραπέμποντας προφανώς στο γνωστό και πολύπαθο ποίημα του Καβάφη, το οποίο συχνά ταυτίστηκε με μια κενή πολιτική συνθηματολογία, διατυπωμένη, συνήθως, από ευκαιριακούς αναγνώστες, που μάλλον δεν κατάλαβαν ποτέ το σύνθετο δίλημμα του ποιήματος «Che fece… il gran rifiuto». Ευτυχώς ο σοφός Γιώργος Σεφέρης είχε προειδοποιήσει από νωρίς: «Από τα ποιήματα του Καβάφη που μ’ ενοχλούν πραγματικά· πρώτα γιατί δεν μου μεταδίνει κανένα αίσθημα· έπειτα γιατί άκουσα τόσους και τόσους να το απαγγέλνουν με το στόμφο εκείνων που δεν ξέρουνε τι λένε· θαρρείς πως ο καθένας μπορεί να το γεμίσει με όλα τα ναι και τα όχι που του έλαχαν στο μεροκάματό του».1 Απ’ ό,τι φαίνεται, αυτό το «μεροκάματο» συνεχίζεται, καθώς ο κ. Χάρης Δούκας, επινοεί, στο εν λόγω άρθρο, μια νέα ασαφή και ακαθόριστη διάκριση ανάμεσα στη «σοσιαλδημοκρατία της ανατροπής» και στη «σοσιαλδημοκρατία της αφομοίωσης».2
Προφανώς, το πλαστό δίλημμα δεν σχετίζεται ούτε με την ιστορία ούτε με την ιδεολογία της σοσιαλδημοκρατίας. Η σοσιαλδημοκρατία υπήρξε και δύναμη ανατροπής και δύναμη αφομοίωσης, ακριβώς επειδή εγκατέλειψε έγκαιρα τις επαναστατικές φαντασιώσεις της κομμουνιστικής Αριστεράς, προκειμένου να προωθήσει τις προοδευτικές μεταρρυθμίσεις, με το σχηματισμό δημοκρατικών, και, ενίοτε, συμμαχικών κυβερνήσεων. Ακόμη και στον ύστερο 20ό αιώνα, όπως και στις αρχές του 21ου αιώνα, -την εποχή, δηλαδή, που για πολλούς είχε χάσει το ιδεολογικό στίγμα της-, η συνεργασία της με τα άλλα κόμματα δεν έγινε ερήμην ενός στοιχειώδους «κοινωνικού συμβολαίου», που ρύθμιζε τις σχέσεις επιχειρήσεων, κοινωνίας και κράτους· όχι πάντα με την ίδια επιτυχία. Εξασφάλισε, ωστόσο, τη μακρά διάρκεια του ευρωπαϊκού κοινοβουλευτισμού και τις σταθερές δημοκρατικές διαδικασίες. Δεν είναι λίγο. «Λένε ότι η δημοκρατία είναι σαν το σεξ», σχολίαζε ειρωνικά ο Anthony Giddens στο βιβλίο του Μετά τον Τρίτο Δρόμο. «Όταν είναι καλό, είναι πολύ καλό. Αλλά ακόμη κι όταν είναι κακό, είναι αρκετά καλό».3
Προφανώς, οι ραγδαίες αλλαγές του 21ου αιώνα αλλοίωσαν τον πυρήνα όλων εκείνων των ιστορικών ιδεολογιών, που γεννήθηκαν, τον 19ο και στις αρχές του 20ού αιώνα (κομμουνισμός, σοσιαλδημοκρατία). Αλλά αυτό δεν σημαίνει πως η σοσιαλδημοκρατία «έμεινε στο ράφι» ούτε πως έγινε το εύκολο «δεκανίκι», για όσους έχουν ήδη προετοιμαστεί να εκφωνήσουν με εύκολες ρητορείες τα μεγάλα Ναι και τα μεγάλα Όχι. Γιατί η πραγματική δύναμη της σοσιαλδημοκρατίας ήταν η τέχνη των ρεαλιστικών συναινέσεων και των πραγματιστικών συμβιβασμών, με κριτήριο πάντοτε τη συγκεκριμένη πολιτική συγκυρία και πράξη. Ακόμη, λοιπόν, και η λεγόμενη «αφομοίωση», όταν έγινε, υπάκουε σε κάποιους ιεραρχημένους στόχους.
Ας θυμηθούμε το παράδειγμα του ΠΑΣΟΚ. Η συμμετοχή του στις κυβερνήσεις των Μνημονίων του στοίχισε την εκλογική βάση του. Ωστόσο, δεν λειτούργησε με άξονα το κομματικό συμφέρον αλλά με το αίσθημα της της εθνικής ευθύνης. Ηττήθηκε και συρρικνώθηκε. Ας σκεφτούμε όμως και το κατ’ εξοχήν κόμμα της «ανατροπής». Ο ΣΥΡΙΖΑ ήρθε εντελώς ανέτοιμος και παντελώς ψευδόμενος στην εξουσία και, μέσα σε πολύ λίγα χρόνια, διαλύθηκε. Τώρα, με νέα στολή και νέα μεταμφίεση, ο αρχηγός του Ι.Χ. κόμματος ΕΛΑΣ προσπαθεί να πείσει πως είναι ένας «άλλος». Εκείνος που τότε μας καλούσε να πούμε το βροντερό Όχι στο γελοίο δημοψήφισμά που διοργάνωσε, τώρα ερμηνεύει ο ίδιος την επιλογή του ως «μια μορφή δραματοποίησης»,4 στην περίφημη διαπραγμάτευσή του με τους εταίρους!
Τελικά δεν είναι παράξενο το γεγονός ότι σε ένα διάσημο και μάλλον λυπητερό τραγούδι, υπάρχει εκείνο το γκροτέσκο ρεφρέν: «στείλτε μέσα τους κλόουν».5 Φαίνεται πως οι κλόουν έχουν ήδη εμφανιστεί και πάλι στην πολιτική σκηνή. Η επαφή, ωστόσο, με την πραγματικότητα και, κυρίως, η επαφή με την πολιτική δεν εξαντλείται σε μερικά Ναι και σε μερικά Όχι. Το ΠΑΣΟΚ πήρε έγκαιρα μια απόφαση συνεδρίου με την οποία οριοθέτησε τον ιδεολογικό και πολιτικό αντίπαλό του: την κυβέρνηση της ΝΔ. Από εδώ και πέρα, πρέπει να οριοθετήσει αντίστοιχα την ανοχή του απέναντι σε όσους έχουν οποιοδήποτε διαφορετικό σενάριο από την αυτονομία του, τη διακριτότητα του, και, κυρίως, από τον μαχητικό προεκλογικό αγώνα του. Στο μεταξύ, οι ευκαιριακοί μεροκαματιάρηδες καλό είναι να μην εμπλουτίζουν την γραφικότητα της τσιπρικής Ιθάκης με νέες καβαφικές κοινοτυπίες. Ειλικρινά, δεν αντέχουμε τόση ποίηση στη ζωή μας.