Το Ταμείο Ανάκαμψης και ο τεχνολαϊκισμός της κυβερνητικής αυτοαξιολόγησης

Μάχη Γεωργακοπούλου 26 Αυγ 2026

Σπάνια στη μεταπολιτευτική ιστορία εμφανίστηκε με τέτοια συστηματικότητα μια κυβέρνηση ως κριτής και κρινόμενη, ελεγκτής και ελεγχόμενη, παραγωγός των δεδομένων και αποκλειστικός ερμηνευτής τους. Επιλέγει τους δείκτες, καθορίζει τη βάση σύγκρισης, αποδίδει στον εαυτό της κάθε θετική μεταβολή και, τελικά, εκδίδει το δικό της πιστοποιητικό επιτυχίας. Πρόκειται για ευθεία αναίρεση της θεμελιώδους αρχής της λογοδοσίας, της διαφάνειας και του διαλόγου.
Υπήρξε αναμφίβολα πρόοδος σε επιμέρους τομείς αλλά με ένα χρηματοδοτικό πακέτο τέτοιας κλίμακας, το μέτρο της επιτυχίας δεν μπορεί να είναι η σύγκριση με το ναυάγιο της προηγούμενης δεκαετίας ούτε η ταχύτητα με την οποία απορροφήθηκαν τα χρήματα. Το ζητούμενο είναι η ταχύτητα με την οποία η χώρα συγκλίνει με την Ευρώπη. Και εκεί ο απολογισμός παραμένει απογοητευτικός.
Η Ελλάδα διέθεσε ένα ιστορικό σχέδιο σχεδόν 36 δισ. ευρώ, 18,22 δισ. σε επιχορηγήσεις και 18 δισ. σε δάνεια⁠ που πρέπει να αποπληρωθούν στο μέλλον.
Η υπερβολή της κυβερνητικής επικοινωνίας ξεπερνά πλέον όχι μόνο τα όρια της επιστημονικής μεθοδολογίας, αλλά και εκείνα της πολιτικής φαντασίας. Συμπυκνώνει ένα ευρύτερο υπόδειγμα άσκησης εξουσίας, στο οποίο επιλεκτικά δεδομένα, ποσοστά και διεθνείς κατατάξεις επιστρατεύονται για να κατασκευάσουν μια εικόνα αδιαμφισβήτητης επιτυχίας. Ο τεχνολαϊκισμός αποτελεί πλέον τον κεντρικό πυρήνα της επικοινωνιακής στρατηγικής της κυβέρνησης Μητσοτάκη.
Ο όρος δεν είναι ρητορικό εύρημα.
Οι πολιτικοί επιστήμονες Christopher Bickerton και Carlo Invernizzi Accetti, στο έργο τους Technopopulism: The New Logic of Democratic Politics⁠, περιγράφουν μια νέα πολιτική λογική που συνδυάζει δύο φαινομενικά αντίθετες γλώσσες όπως την επίκληση της τεχνοκρατικής επάρκειας και την απλουστευτική βεβαιότητα του λαϊκισμού. Η πολιτική ηγεσία παρουσιάζεται ταυτόχρονα ως ο μοναδικός φορέας της «επιστημονικά» ορθής λύσης και ως ο αυθεντικός εκφραστής του γενικού συμφέροντος. Οι πολιτικές επιλογές απογυμνώνονται από την ιδεολογική και διανεμητική τους διάσταση και εμφανίζονται ως δήθεν ουδέτερες τεχνικές αναγκαιότητες.
Στην ελληνική εκδοχή του, ο τεχνολαϊκισμός δεν εκδηλώνεται με ακρότητες αλλά με διαγράμματα. Δεν αντιπαραθέτει απλώς τον «λαό» στις «ελίτ», αλλά τους υποτιθέμενους «μεταρρυθμιστές» σε όσους τολμούν να αμφισβητήσουν την κυβερνητική αυτοαξιολόγηση. Πίνακες, ποσοστά, αριθμοί ψηφιακών συναλλαγών, νομοθετικές πράξεις και εκταμιεύσεις παρουσιάζονται ως αδιάψευστα πιστοποιητικά επιτυχίας σε ένα σκηνοθετημένο τοπίο.
Όποιος ζητεί να εξεταστούν η επιστημονική μεθοδολογία, η αιτιότητα ή το κοινωνικό αποτέλεσμα κινδυνεύει να χαρακτηριστεί «αντιμεταρρυθμιστής».
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο ισχυρισμός ότι το Ταμείο Ανάκαμψης αύξησε το πραγματικό ΑΕΠ κατά 11 μονάδες και δημιούργησε 550.000 θέσεις εργασίας, υπερβαίνοντας τις αρχικές εκτιμήσεις. Εδώ συντελείται ένα θεμελιώδες μεθοδολογικό σφάλμα. Οι αρχικές προβλέψεις αφορούσαν την πρόσθετη επίδραση του Ταμείου σε σύγκριση με ένα αντιπαραθετικό σενάριο χωρίς το πρόγραμμα. Οι μεταγενέστεροι αριθμοί, αντιθέτως, αποτυπώνουν τη συνολική μεταβολή της οικονομίας, στην οποία συνέβαλαν η μεταπανδημική ανάκαμψη, ο τουρισμός, η ιδιωτική κατανάλωση, η δημοσιονομική στήριξη, το ΕΣΠΑ, οι δημογραφικές εξελίξεις και ο οικονομικός κύκλος.
Η συσχέτιση, όμως, δεν ισοδυναμεί με αιτιότητα. Η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή⁠ εκτιμά ότι η συμβολή του Ταμείου διαμορφώνει το ελληνικό ΑΕΠ του 2026 σχεδόν 4,5% υψηλότερα σε σχέση με το σενάριο χωρίς αυτό. Πρόκειται για σημαντική επίδραση, όχι όμως για τις 11 μονάδες που αποδίδονται επικοινωνιακά στο πρόγραμμα. Το ίδιο ισχύει για τις θέσεις εργασίας όπου η αύξηση της συνολικής απασχόλησης δεν μπορεί να ταυτίζεται αυτομάτως με τις θέσεις που προκάλεσε το Ταμείο.
Αντίστοιχη είναι η παραμόρφωση της έννοιας της σύγκλισης. Η ελληνική οικονομία αναπτύχθηκε ταχύτερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, αλλά η σύγκλιση δεν μετράται μόνο με τον ρυθμό μεταβολής. Μετράται κυρίως με την απόσταση που εξακολουθεί να χωρίζει τα επίπεδα εισοδήματος, παραγωγικότητας και επενδύσεων. Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας βρισκόταν στο 68% του ευρωπαϊκού μέσου όρου το 2019 και στο 68,4% το 2025.
Πράγματι, οι επενδύσεις αυξήθηκαν στο 16,9% του ΑΕΠ, αλλά παραμένουν αισθητά χαμηλότερες από το 21,5% της ΕΕ. Η παραγωγικότητα της εργασίας βρίσκεται μόλις στο 54,6% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, ενώ οι Έλληνες εργάζονται περισσότερες ώρες από κάθε άλλον Ευρωπαίο εργαζόμενο. Η χώρα σίγουρα κινείται, όμως η απόσταση της σύγκλισης δεν περιορίζεται. Η χαμηλή αφετηρία λόγω τριών μνημονίων αντί ενος, μπορεί να παράγει εντυπωσιακά ποσοστά χωρίς να συνεπάγεται εξίσου εντυπωσιακή σύγκλιση.
Παρόμοια σύγχυση προκαλείται μεταξύ απορρόφησης, συμβασιοποίησης και πραγματικού αποτελέσματος. Στις 23 Απριλίου 2026 η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι η Ελλάδα είχε εισπράξει 24,6 δισ. ευρώ, δηλαδή το 68,5%⁠ του συνολικού προϋπολογισμού. Στις 26 Μαΐου υποβλήθηκε το προτελευταίο αίτημα εκταμίευσης⁠, ενώ το τελικό αίτημα προγραμματίστηκε για τον Σεπτέμβριο. Η ανακοίνωση περί «100% απορρόφησης» αφορά το δανειακό σκέλος και τη συμβασιοποίηση των αντίστοιχων πόρων και δεν ταυτίζεται με την ολοκλήρωση του συνόλου των επιχορηγήσεων, την τελική ευρωπαϊκή πιστοποίηση ούτε, πολύ περισσότερο, με την πλήρη παραγωγή των αναμενόμενων αποτελεσμάτων.
Επιπλέον, δεν υπήρξε παράταση του χρόνου, υπήρξαν όμως εκτεταμένες αναθεωρήσεις του αντικειμένου. Η πρόταση αναθεώρησης του Ιουλίου 2026⁠ αναφέρει ότι το σχέδιο ήταν εν μέρει μη υλοποιήσιμο, τροποποιεί 111 μέτρα και καταγράφει προβλήματα από καθυστερήσεις στις δημόσιες συμβάσεις, χαμηλότερη ζήτηση και τεχνικές δυσχέρειες. Οι αναθεωρήσεις είναι θεσμικά επιτρεπτές και συχνά αναγκαίες. Δεν είναι όμως συμβατό να παρουσιάζονται ταυτόχρονα ως ευρωπαϊκή κανονικότητα όταν πραγματοποιούνται και να αποσιωπώνται όταν διακηρύσσεται η απαρέγκλιτη ολοκλήρωση του αρχικού σχεδίου.
Η ίδια επικοινωνιακή μέθοδος επαναλαμβάνεται στο ψηφιακό κράτος. Η κυβερνητική αφήγηση μετρά τα εκατομμύρια συναλλαγών και πιστοποιητικών του gov.gr ως απόδειξη συνολικού ψηφιακού μετασχηματισμού, χωρίς να εξετάζει πόσες διαδικασίες παραμένουν δύσχρηστες, πόσα δημόσια συστήματα δεν επικοινωνούν μεταξύ τους και πόσοι πολίτες εξακολουθούν να αποκλείονται ψηφιακά.
Η ευρωπαϊκή έκθεση για την Ψηφιακή Δεκαετία⁠ αναγνωρίζει την πρόοδο στις δημόσιες υπηρεσίες, αλλά τοποθετεί τη συνολική ψηφιακή επίδοση της Ελλάδας κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ. Η καταμέτρηση συναλλαγών αποτελεί δείκτη δραστηριότητας, όχι από μόνη της απόδειξη θεσμικής ποιότητας.
Ανάλογη είναι και η χρήση της ανεργίας. Όντως η μείωσή της αποτελεί θετική και πραγματική εξέλιξη. Δεν αρκεί, όμως, για να αποδειχθεί ότι η αγορά εργασίας έγινε αυτομάτως «δικαιότερη». Απαιτείται εξέταση της ποιότητας των νέων θέσεων, των πραγματικών μισθών, της μερικής απασχόλησης, της συμμετοχής των γυναικών και των νέων, της μακροχρόνιας ανεργίας και της παραγωγικότητας. Η καταγραφή περισσότερων ωρών υπερωρίας μέσω της Ψηφιακής Κάρτας αποτελεί βελτίωση της εποπτείας και δεν συνιστά από μόνη της πιστοποίηση αξιοπρεπούς εργασίας.
Ακόμη και όπου η πρόοδος είναι αναμφισβήτητη, η επικοινωνία διογκώνει το αποτέλεσμα. Για παράδειγμα, η φορολογική συμμόρφωση έχει βελτιωθεί σημαντικά, αλλά το τελευταίο συγκρίσιμο ευρωπαϊκό στοιχείο υπολογίζει το κενό ΦΠΑ στο 11,4%⁠, όχι στο 9%. Οι άμεσες ξένες επενδύσεις έφθασαν πράγματι σε ιστορικό υψηλό το 2025, αλλά δεν σημείωναν κάθε χρόνο νέο ρεκόρ. Στη δικαιοσύνη, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή καταγράφει μικρή μόνο μείωση των χρόνων απονομής και ένα πρόβλημα που παραμένει σοβαρό. Και οι 66 νόμοι με τα 17 προεδρικά διατάγματα αποτελούν δείκτες νομοθετικής παραγωγής, όχι αυτομάτως 74 επιτυχημένες μεταρρυθμίσεις.
Αυτό είναι το βαθύτερο πρόβλημα του τεχνολαϊκισμού, δεν στηρίζεται πάντοτε σε ψευδείς αριθμούς. Συχνά χρησιμοποιεί αληθινούς αριθμούς μέσα σε μια παραπλανητική αιτιώδη γραμματική. Αντικαθιστά την ανεξάρτητη αξιολόγηση με κυβερνητική αυτοπιστοποίηση, τη δημόσια λογοδοσία με επικοινωνιακά dashboards και την πολιτική συζήτηση με το δίλημμα «μεταρρύθμιση ή οπισθοδρόμηση».
Η επιστημονική προσέγγιση απαιτεί διαφάνεια, συγκρίσιμα δεδομένα, αντίστροφα σενάρια και εκ των υστέρων αξιολόγηση. Ο τεχνολαϊκισμός χρειάζεται μόνο εντυπωσιακούς αριθμούς και ένα πειστικό επικοινωνιακό περιτύλιγμα.
Το Ταμείο Ανάκαμψης υπήρξε ιστορική ευρωπαϊκή ευκαιρία και έχει ήδη αφήσει θετικό αποτύπωμα. Ακριβώς γι’ αυτό δεν χρειάζεται να προστατευθεί με υπερβολές. Χρειάζεται ανεξάρτητη εκ των υστέρων αξιολόγηση, δημοσίευση των αρχικών και αναθεωρημένων στόχων, πλήρη στοιχεία για τη φυσική και οικονομική ολοκλήρωση κάθε έργου, καταγραφή των τελικών δικαιούχων και μέτρηση των διανεμητικών και παραγωγικών επιδράσεων. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο πόσα χρήματα δαπανήθηκαν, αλλά ποιοι ωφελήθηκαν, ποια νέα παραγωγική ικανότητα δημιουργήθηκε και ποια αποτελέσματα θα επιβιώσουν μετά το 2026.
Οι πίνακες και τα dashboards δεν αποτελούν προεκλογικό διακοσμητικό σκηνικό της εξουσίας ούτε ιδιοκτησία της κυβερνητικής επικοινωνίας στο αφήγημα της τρίτης θητείας. Ανήκουν στη δημόσια σφαίρα και οφείλουν να ερμηνεύονται με τους κανόνες της οικονομικής επιστήμης και της δημοκρατικής λογοδοσίας. Μια πραγματικά επιτυχημένη μεταρρύθμιση δεν φοβάται την αξιολόγηση. Και μια κυβέρνηση που πιστεύει στα αποτελέσματά της δεν χρειάζεται να υπερβαίνει τα όρια της φαντασίας για να τα υπερασπιστεί.
Ακόμα και το άρθρο του Dino Pinelli, που διαφημίζει η κυβέρνηση, υπογραμμίζει ότι πρόκειται για προκαταρκτική περιγραφική ανάλυση και όχι για αυστηρή απόδειξη αιτιότητας. Το συμπέρασμά του είναι θετικό αλλά επιφυλακτικό, το Ταμείο Ανάκαμψης φαίνεται να ενίσχυσε ουσιαστικά το ΑΕΠ, την απασχόληση και κυρίως τις επενδύσεις στην Ελλάδα. Ο ίδιος είναι ανώτερο στέλεχος της DG ECFIN και δηλώνει ρητά ότι η ανάλυση αποτελεί προσωπική του άποψη χωρίς αξιολόγηση οικονομετρικής μελέτης και δεν εκπροσωπούν επισήμως την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
«Η Ελλάδα έχει κάνει βήματα, αλλά όχι όσα χρειάζονται. Η ελληνική οικονομία αλλάζει, αλλά όχι τόσο γρήγορα». Τόνισε Νομπελίστας καθηγητής Χριστοφορος Πισσαριδης και πρόσθεσε ότι η ανάπτυξη δεν είναι μόνο θέμα μακροοικονομικών αριθμών, αλλά θεσμικής εμπιστοσύνης, διαφάνειας και απλών κανόνων.
Η θέση αυτή είναι απολύτως συνεπής με την αρχική Έκθεση Πισσαρίδη καθώς ο τελικός στόχος δεν ήταν απλώς η απορρόφηση πόρων ή η προσωρινή αύξηση του ΑΕΠ, αλλά η πραγματική σύγκλιση μέσω υψηλότερης παραγωγικότητας, καινοτομίας, επιχειρηματικής μεγέθυνσης και καλύτερης απασχόλησης. Η δική του αποτίμηση είναι σαφής, οι πόροι κινητοποίησαν την οικονομία, αλλά το νέο παραγωγικό υπόδειγμα που ο ίδιος εισηγήθηκε δεν έχει ακόμη υλοποιηθεί.
Η διαφορά ανάμεσα στην ανάκαμψη και σύγκλιση δεν είναι μια απλή τεχνική λεπτομέρεια αλλά το κεντρικό πολιτικό και αναπτυξιακό διακύβευμα, αν η Ελλάδα θα παραμείνει μια οικονομία που αναπτύσσεται κυκλικά μέσω εξωτερικών ενισχύσεων ή αν θα μεταβεί σε ένα υπόδειγμα που παράγει διαρκώς υψηλότερη προστιθέμενη αξία από τις ίδιες της τις δομές.
Κλείνοντας, αξίζει να θυμηθούμε μια ιστορία.
Λίγα χρόνια πριν από την περσική εισβολή, η Αθήνα βρέθηκε μπροστά σε ένα απροσδόκητο δημοσιονομικό πλεόνασμα από τα μεταλλεία αργύρου του Λαυρίου. Η αυτονόητη και δημοφιλής επιλογή ήταν να μοιραστούν τα έσοδα στους πολίτες. Ο Θεμιστοκλής, όμως, διέκρινε πίσω από την πρόσκαιρη ευμάρεια μια ιστορική ευκαιρία. Ετσι έπεισε την Εκκλησία του Δήμου να μη διανείμει τα χρήματα αλλά να τα μετατρέψει, κατά τον Ηρόδοτο, σε διακόσιες τριήρεις.
Επισήμως, ο στόλος προοριζόταν για τον πόλεμο με την Αίγινα. Στην πραγματικότητα, όταν ο Ξέρξης εισέβαλε στην Ελλάδα το 480 π.Χ., οι τριήρεις αυτές αποτέλεσαν τον πυρήνα της ελληνικής ναυτικής ισχύος.
Στα στενά της Σαλαμίνας, το ασήμι του Λαυρίου δεν υπήρχε πλέον ως αποθεματικό, είχε μεταμορφωθεί σε πλοία, ναυτική τεχνογνωσία και στρατηγική υπεροχή. Ο ίδιος ο Ηρόδοτος παρατηρεί ότι εκείνη η απόφαση ανάγκασε τους Αθηναίους να γίνουν ναυτικός λαός και τελικά συνέβαλε στη σωτηρία της Ελλάδας.
Οι έκτακτοι πόροι δικαιώνονται μόνον όταν μετατρέπονται σε μόνιμη εθνική ικανότητα και ισχύ. Διαφορετικά, το ασήμι εξαντλείται και η ιστορική ευκαιρία χάνεται.