Η Οδύσσεια του Κρίστοφερ Νόλαν είναι φιλμ θεαματικό, δυνατό και επιδέξιο. Μιλάμε για έναν διακεκριμμένο, αρκούντως εμπορικό, βιρτουόζο, Βρετανό σκηνοθέτη που γνωρίζει πολύ καλά τα κινηματογραφικά μέσα. Είναι γνώστης της φιλμικής γλώσσας και των μέσων της. Βέβαια υπέκυψε κάπως στην woke θεώρηση στην ταινία (πολλοί μαύροι Έλληνες κ.τ.λ.) για δείξει τον προοδευτισμό του και τον εναρμονισμό του προς την μοντέρνα μορφή της «προοδευτικής» ιδεολογίας. Ο σκηνοθέτης μπορεί να κάνει, ποιητική αδεία, αυτά που νομίζει και κριτήριο για την ποιότητα της ταινίας του είναι το αισθητικό, αφηγηματικό και νοηματικό κινηματογραφικό αποτέλεσμα. Άλλο είναι ένα αρχαίο ποιητικό έπος και άλλο ένα σύγχρονο, αμερικάνικο, χολυγουντιανό φιλμ blockbuster σαν την Οδύσσεια, δεν συγκρίνονται, έχουν άλλη πρώτη ύλη, μορφή, άλλη γλώσσα, διαφορετικά σημαίνοντα και οπτικά υλικά της γλώσσας τους, όπως και άλλη αισθητική. Είδαμε λοιπόν ένα φιλμ με τα θετικά του, τα ατού του, τις αστοχίες του και τα ελαττώματά του. Τα πρώτα είναι σαφώς περισσότερα από τα μειονεκτήματα.
Ποια είναι τα κεντρικά νοήματα της ταινίας; Είναι καταρχάς το βάρος και η ενοχή του πολέμου και το ενοχικό μετατραυματικό στρες του κεντρικού ήρωα. Ο Οδυσσέας (ο εξαιρετικός Ματ Ντέιμον) δεν παρουσιάζεται ως ένας αλάνθαστος, δοξασμένος ήρωας. Είναι ένας ψυχικά καταπονημένος βετεράνος που υποφέρει από τις τραυματικές μνήμες της άγριας σφαγής και της άλωσης της Τροίας. Άλλο θέμα είναι η ηθική ενοχή της μεγάλης ευφυΐας. Σε αναλογία με τον Οπενχάιμερ του ίδιου του Νόλαν, ο Οδυσσέας έρχεται αντιμέτωπος με τις συνέπειες του δικού του καταστροφικού όπλου, όχι της ατομικής βόμβας αλλά του Δούρειου Ίππου. Το πανούργο τέχνασμά του έφερε τη νίκη, αλλά προκάλεσε μια ανείπωτη καταστροφή για την οποία νιώθει βαθιά μεταμελημένος. Τα μυθικά τέρατα και οι δοκιμασίες (όπως ο Κύκλωπας ή η θάλασσα) ίσως λειτουργούν εν μέρει και ως μεταφορές για τα εσωτερικά εμπόδια και την ψυχική αποξένωση του ήρωα. Η ίδια η θάλασσα παρουσιάζεται ως ένας αδυσώπητος, ζωντανός αντίπαλος που καθρεφτίζει τη μοναξιά του. Συναντάμε και το μοτίβο της αναζήτησης της ταυτότητας και του νόστου. Το ταξίδι της επιστροφής στην Ιθάκη δεν είναι απλώς γεωγραφικό, μια περιπέτεια, είναι μια επίμονη, υπαρξιακή προσπάθεια του ήρωα να ξαναβρεί την ανθρωπιά του, το σπίτι του και τον ίδιο του τον εαυτό μετά την αποκτήνωση του πολέμου.
Ο Νόλαν δεν ξεκινά, όπως και ο Όμηρος, με την άλωση της Τροίας, ούτε με την πρώτη περιπλάνηση του Οδυσσέα. Η αρχική δραματική κατάσταση είναι ότι έχουν περάσει περίπου πολλά χρόνια από την αναχώρηση του Οδυσσέα, η Πηνελόπη και ο Τηλέμαχος τον περιμένουν πιεζόμενοι ασφυκτικά από τους μνηστήρες, χωρίς να γνωρίζουν εάν ζει ακόμη. Επομένως, η ταινία, όπως και το έπος, δεν αρχίζει από την «αρχή» των δραματικών γεγονότων, αλλά πριν από την επιστροφή. Η αφήγηση ακολουθεί τον Οδυσσέα, ο οποίος βρίσκεται με την Καλυψώ, όπως συμβαίνει και στον Όμηρο.
Στον Όμηρο υπάρχει μία μεγάλη, σχεδόν συνεχής αναδρομή, ο Οδυσσέας φτάνει στους Φαίακες και αφηγείται μονομιάς όλες τις περιπέτειές του. Ο Νόλαν διασπά αυτή τη μεγάλη αναδρομή σε πολλές μικρότερες χρονικές επιστροφές, έχουμε δηλαδή μια πιο κατακερματισμένη χρονική δομή, χαρακτηριστική και άλλων έργων του (Oppenheimer, Momento). Ο Νόλαν διατηρεί τη μη γραμμική αφηγηματική αρχή της ομηρικής «Οδύσσειας», αλλά μετασχηματίζει τη δομή της. Αντί της μίας μεγάλης αναδρομής του έπους, επιλέγει μια αλληλουχία μικρότερων αναδρομών που διασπείρονται σε όλη τη διάρκεια της ταινίας, με αποτέλεσμα το παρελθόν να αποκαλύπτεται σταδιακά και να συνομιλεί διαρκώς με το παρόν της αφήγησης, στην Ιθάκη και στο νησί της Καλυψώς, που αποτελούν τις δυο αφηγηματικές αφετηρίες της ταινίας. Η επιλογή αυτή εντείνει τη δραματική ένταση, διατηρεί το ενδιαφέρον του θεατή και προσδίδει στην αφήγηση έναν εντονότερο κινηματογραφικό ρυθμό. Στον Νόλαν, οι αναδρομές λειτουργούν ως μνήμη. Δεν είναι απλώς διήγηση γεγονότων, αλλά κομμάτια ενός τραυματισμένου ψυχισμού που επιστρέφουν σταδιακά στην επιφάνεια. Ο σκηνοθέτης διατηρεί την ομηρική μη γραμμική δομή, αλλά μετατρέπει την κλασική αναδρομή σε μια διαδικασία σταδιακής ανάκτησης της μνήμης. Με αυτό τον τρόπο δημιουργεί μια πρωτότυπη αφηγηματική γραμμή χωρίς άμεση διηγηματική συνέχεια αλλά με συνεχείς κινήσεις προς τα εμπρός και προς τα πίσω του χρόνου, με λοξοδρομήσεις, πισωγυρίσματα και ζιγκ ζαγκ.
Ο καλός σεναριογράφος-σκηνοθέτης Κρ.Νόλαν δεν κάνει μια ριζικά νολανική αποδόμηση της «Οδύσσειας», αντίθετα μοιάζει να εκσυγχρονίζει, να εκμοντερνίζει την ομηρική αφηγηματική δομή λόγω της κινηματογραφικής κατασκευής, διατηρώντας τον πυρήνα της, αλλά προσαρμόζοντάς την στις δυνατότητες του κινηματογράφου, αντικαθιστά την προφορική αφήγηση με οπτικές αναδρομές, καταργεί τη Ναυσικά στο νησί των Φαιάκων ως αφηγηματικό πλαίσιο και διαχέει τις αναμνήσεις σε όλη τη διάρκεια της ταινίας. Επίσης μετατρέπει την Κίρκη από βασίλισσα σε αγρότισσα, άγνωστο γιατί. Και χάνει την ευκαιρία να χρησιμοποιήσει το όνομα Κανένας του Οδυσσέα έναντι του Πολύφημου, όνομα που θα προσέδιδε μεγαλύτερη αμφισημία στην ψυχική και υπαρξιακή ταυτότητά του.
Η Οδύσσεια είναι θεαματική, δραματική, περιπετειώδης και καλοφτιαγμένη, με δεξιοτεχνική σκηνοθεσία του Κρίστοφερ Νόλαν. Μια κινηματογραφική χολυγουντιανή τρίωρη ταινία – και λίγο κουραστική εξαιτίας της μεγάλης διάρκειάς της – είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από το ομηρικό έπος των 12.100 στίχων... Οι φοβικοί εθνικιστές, πατριδολάτρες κι αρχαιολάτρες θα προτιμούσαν μια μεγάλη πιστότητα στο ομηρικό έπος, παρ’όλο που δεν χωράνε όλα στο τρίωρο φιλμ του Νόλαν.
Ποια είναι η διαχείριση του χρόνου και μοντάζ; Ο μυθολογικός και υποκειμενικός χρόνος: Αν και η αφήγηση είναι κάπως πιο βατή, πιο προσιτή από το Memento ή το Tenet, ο Νόλαν παίζει με την αντίληψη του χρόνου. Τα 10 χρόνια της περιπλάνησης αποδίδονται μέσα από ένα ελλειπτικό, πυρετώδες μοντάζ που αντανακλά την ψυχολογική αποδιοργάνωση και το μετατραυματικό στρες του ήρωα.
Σχετικά με την παράλληλη δράση, η σκηνοθεσία χρησιμοποιεί το χαρακτηριστικό παράλληλο μοντάζ του Νόλαν, συνδέοντας τις θαλάσσιες κακουχίες του Οδυσσέα με την αυξανόμενη πολιτική και ψυχολογική πίεση που δέχεται η Πηνελόπη (Αν Χάθαγουεϊ) στην Ιθάκη από τους μνηστήρες.
Οι παραθαλάσσιες και φυσικές τοποθεσίες της ταινίας The Odyssey του Κρίστοφερ Νόλαν επιλέχθηκαν σκόπιμα για να αποδώσουν την άγρια, πρωτόγονη ομορφιά της Μεσογείου και του ταξιδιού του Οδυσσέα. Ο σκηνοθέτης απέφυγε τα ψηφιακά εφέ (CGI), αποτυπώνοντας τα παράλια με κάμερες IMAX 70mm σε ορισμένες τοποθεσίες. Η Μεσσηνία είναι το επίκεντρο των παραλιών. Η νότια Πελοπόννησος αποτέλεσε τον βασικό κορμό για τις παράκτιες σκηνές της ταινίας: Παραλία Βοϊδοκοιλιά. Κάστρο Μεθώνης. Νησί Φαβινιάνα (Σικελία). Το μικρό αυτό νησί των Αιγάδων νήσων, στα ανοικτά της Σικελίας, επιλέχθηκε από την παραγωγή επειδή υποτίθεται πως ταυτίζεται με το «νησί των κατσικών» που περιγράφει ο Όμηρος στην Οδύσσεια. Οι απόκρημνες, βραχώδεις ακτές του και τα τυρκουάζ νερά του προσέφεραν το ιδανικό σκηνικό για την απομόνωση των συντρόφων. Η παραγωγή εκμεταλλεύτηκε την ακτογραμμή του Ατλαντικού στο Μαρόκο: Στις ανοιχτές αμμουδιές της Εσαουίρα του Μαρόκου κινηματογραφήθηκαν οι παράλιες σκηνές της Τροίας, συμπεριλαμβανομένης της ανακάλυψης του Δούρειου Ίππου από τους Τρώες. Οι ερημικές, άγριες παραλίες της Ντάχλα, εκεί που η έρημος συναντά τον ωκεανό, έδωσαν την αίσθηση του απόκοσμου και του ατελείωτου χαμένου χρόνου στη θάλασσα.