Η πρόσφατη εμπειρία της Ελλάδας που έφτασε στα πρόθυρα της χρεοκοπίας μετά την εκτίναξη του χρέους από το 103% του ΑΕΠ το 2003 στο 128% το 2009 καθιστά εύλογα τα ακόλουθα ερωτήματα: Είναι αναγκαία η περαιτέρω μείωση του δημόσιου χρέους; Αν ναι, ποιες είναι οι συνετές επιλογές για την μείωση του ώστε να διασφαλιστεί η βιώσιμη ανάπτυξη και η κοινωνική δικαιοσύνη;
Το χρέος το 2026 αναμένεται να διαμορφωθεί στο 137% του ΑΕΠ, το δεύτερο υψηλότερο στην ΕΕ. Σε ένα ασταθές γεωοικονομικό και γεωπολιτικό περιβάλλον, με δεδομένη την ανάγκη η χώρα να δαπανά σημαντικά ποσά για εξοπλιστικά προγράμματα χωρίς να περιορίσει τις κοινωνικές δαπάνες, η μείωση του χρέους παραμένει μια από τις βασικές προτεραιότητες της οικονομικής πολιτικής.
Η πρόωρη αποπληρωμή χρέους είναι θετική όταν μειώνει το κόστος χρηματοδότησης, περιορίζει τον κίνδυνο αναχρηματοδότησης και ενισχύει την αξιοπιστία της χώρας. Επομένως, κάθε πρόωρη αποπληρωμή πρέπει να αξιολογείται με βάση το πραγματικό κόστος του χρέους που αποσύρεται και το κόστος της χρηματοδότησης που το αντικαθιστά.
Το ερώτημα για μια χώρα που πέρασε από κρίσεις που οδήγησαν σε επιδείνωση του βιοτικού επιπέδου μεγάλου τμήματος του πληθυσμού είναι πως μπορεί να επιτευχθεί η μείωση του χρέους με όρους κοινωνικής δικαιοσύνης.
Το κύριο κανάλι μέσω του οποίου μπορεί να μειωθεί το χρέος είναι αυτό που στα δημόσια οικονομικά αποκαλείται το «φαινόμενο της χιονοστιβάδας». Όταν ο ρυθμός ονομαστικής ανάπτυξης ξεπερνά το μέσο επιτόκιο δανεισμού το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ μειώνεται.
Τα δάνεια από τους θεσμικούς δανειστές (EFSF/ESM) κλείδωσαν σε πολύ χαμηλά επιτόκια το χρέος και με μακρές περιόδους χάριτος. Επομένως η επιτάχυνση της ονομαστικής ανάπτυξης μέσω του πληθωρισμού όπως συνέβη στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια βοήθησε καθοριστικά στη μείωση του λόγου χρέους.
Η διατήρηση όμως του πληθωρισμού σε υψηλά επίπεδα για παρατεταμένο χρονικό διάστημα επιδεινώνει τις κοινωνικές ανισότητες αφού τα ευάλωτα νοικοκυριά θίγονται δυσανάλογα. Η βιώσιμη λύση θα ήταν η επιτάχυνση του ονοματικού ΑΕΠ να επιτυγχάνεται μέσω της αύξησης κυρίως του πραγματικού ΑΕΠ και δευτερευόντως μέσω του πληθωρισμού.
Ένα δεύτερο κανάλι είναι τα δημοσιονομικά πλεονάσματα στο δημοσιονομικό ισοζύγιο. Εδώ η χρυσή τομή είναι τα φορολογικά έσοδα που αυξάνονται να προκύπτουν είτε από την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής είτε από την αύξηση των εισοδημάτων από κεφάλαιο και εργασία.
Η μείωση του κενού ΦΠΑ τα τελευταία χρόνια δείχνει ότι ένα μέρος από τα έσοδα προέκυψε από την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής. Οι έμμεσοι φόροι που καταβάλλει ένα νοικοκυριό αυξάνονται όταν αυξάνονται οι τιμές των αγαθών με τα οποία καλύπτει τις βασικές του ανάγκες. Άρα η εκτόξευση των εσόδων από ΦΠΑ δεν υπήρξε αποκλειστικά αποτέλεσμα της καταπολέμησης της φοροδιαφυγής. Εξίσου σημαντική στην αύξηση των εσόδων υπήρξε η συνεισφορά του φόρου πληθωρισμού που επιβάρυνε τα μεσαία εισοδήματα αφού δεν προχώρησε η τιμαριθμοποίηση της φορολογικής κλίμακας. Η πολιτική μείωσης του λόγου χρέους μέσω του υψηλού πληθωρισμού δεν είναι βιώσιμη. Επιδεινώνει τους κοινωνικούς δείκτες και σύντομα θα εξαντλήσει τη δυναμική της.
Συμπερασματικά, το ζήτημα δεν είναι αν πρέπει να μειώσουμε το χρέος αλλά με ποιο τρόπο ώστε να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα της ανάπτυξης και η κοινωνική συνοχή. Προβληματισμοί που ελάχιστα απασχολούν την κυβέρνηση της ΝΔ. Είναι υποχρέωση του ΠΑΣΟΚ που έδωσε τη μάχη για να αποφευχθεί η χρεοκοπία της χώρας να εξηγήσει στην πορεία προς τις εκλογές πως το οικονομικό του πρόγραμμα διασφαλίζει βιώσιμη ανάπτυξη με μείωση του χρέους και βελτίωση των κοινωνικών δεικτών.
Πηγή: www.tanea.gr