Η έκθεση «Investing in Education 2026» δεν αφήνει περιθώρια αισιοδοξίας

Κωνσταντίνος Σ. Μαργαρίτης 02 Σεπ 2026

Η εκπαίδευση απασχολεί τις πολιτικές ηγεσίες των κρατών-μελών της ΕΕ και αναζητούν σύγχρονες και ευέλικτες μεθόδους.

Καθώς μαθητές, μαθήτριες και εκπαιδευτικοί επιστρέφουν στο σχολείο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσίευσε μια νέα έκθεση που συνοψίζει τις πρόσφατες εξελίξεις όσον αφορά στις δαπάνες για την εκπαίδευση σε ολόκληρη την Ευρώπη, επικαιροποιημένη με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία του 2024.

Η έκθεση «Investing in Education 2026» δείχνει ότι το 2024 οι χώρες της ΕΕ δαπάνησαν στην εκπαίδευση το 4,8% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος τους, ποσοστό που αντιστοιχεί στο 9,7% των συνολικών δημόσιων δαπανών, αν και εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ των κρατών-μελών.

Οι επενδύσεις των χωρών της ΕΕ στην εκπαίδευση σταθεροποιούνται, αλλά και πάλι, ως ποσοστό των δημόσιων δαπανών, παραμένουν ελαφρώς κάτω από τα προ της πανδημίας επίπεδα (10% το 2019, 9,3% το 2020 και το 2021, 9,4% το 2022, 9,6% το 2023).

Στην έκθεση τονίζεται η σημασία της επένδυσης στους εκπαιδευτικούς, που αποτελούν την καρδιά των εκπαιδευτικών μας συστημάτων.

Τα πορίσματα δείχνουν ότι πάνω από 3 στους 4 εκπαιδευτικούς (76,5%), εάν μπορούσαν να επιλέξουν ένα νέο επάγγελμα, θα επέλεγαν να συνεχίσουν να διδάσκουν.

Τα στοιχεία δείχνουν ότι διάφοροι παράγοντες, όπως οι απολαβές και η επαγγελματική αναγνώριση, παίζουν σημαντικό ρόλο στην ελκυστικότητα του επαγγέλματος του εκπαιδευτικού.

Η ικανοποίηση από τον μισθό εξακολουθεί να συνδέεται με μεγαλύτερη πιθανότητα να επιλέξει κανείς ξανά το επάγγελμα του εκπαιδευτικού, παράλληλα με άλλους παράγοντες, όπως το υποστηρικτικό εργασιακό περιβάλλον, οι θετικές αντιλήψεις για το επάγγελμα, και οι ευκαιρίες επαγγελματικής συνεργασίας, που επίσης παίζουν σημαντικό ρόλο.

Στον αντίποδα, το εργασιακό άγχος μειώνει σημαντικά την πρόθεση των εκπαιδευτικών να παραμείνουν στο επάγγελμα.

Η Εκτελεστική Αντιπρόεδρος για τα κοινωνικά δικαιώματα και τις δεξιότητες, τις ποιοτικές θέσεις εργασίας και την ετοιμότητα, κα Ροξάνα Μινζάτου, δήλωσε σχετικά: «Οι εκπαιδευτικοί είναι η ραχοκοκαλιά των εκπαιδευτικών συστημάτων της Ευρώπης. Επένδυση στην εκπαίδευση σημαίνει επένδυση σε αυτούς. Η έκθεση καθιστά σαφές ότι η προσέλκυση και η διατήρηση των εκπαιδευτικών δεν εξαρτάται μόνο από τους μισθούς. Αφορά επίσης τις συνθήκες εργασίας, την ευημερία, την επαγγελματική αναγνώριση, και τις ευκαιρίες ανάπτυξης καθ'όλη τη διάρκεια της σταδιοδρομίας τους. Σε μια εποχή που πολλά εκπαιδευτικά συστήματα αντιμετωπίζουν ελλείψεις εκπαιδευτικού προσωπικού, είναι ανάγκη να κάνουμε τη διδασκαλία ένα επάγγελμα στο οποίο οι άνθρωποι θέλουν να ενταχθούν, να παραμείνουν, και να αισθάνονται ότι εκτιμάται αυτό που κάνουν. Το προβλεπόμενο θεματολόγιο της ΕΕ για τους εκπαιδευτικούς και τους εκπαιδευτές στο πλαίσιο της Ένωσης Δεξιοτήτων, θα στηρίξει τα κράτη-μέλη στην επίτευξη αυτού ακριβώς του στόχου.»

Το Erasmus+: Αποτελεί τη βασική πηγή χρηματοδότησης για τη κινητικότητα και τη συνεργασία σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Το εμβληματικό πρόγραμμα της ΕΕ με προϋπολογισμό ύψους 26,2 δισεκατομμυρίων ευρώ, χρηματοδοτεί την κινητικότητα φοιτητών και εκπαιδευτικών, τις στρατηγικές συμπράξεις μεταξύ σχολείων ή πανεπιστημίων και την ανάπτυξη καινοτόμων εκπαιδευτικών πρακτικών.

Το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο+ (ESF+): Αποτελεί το κύριο εργαλείο της ΕΕ για την επένδυση στο ανθρώπινο δυναμικό.

Εστιάζει στη δια βίου μάθηση, στην επαγγελματική κατάρτιση, στην αναβάθμιση δεξιοτήτων (upskilling) και στην καταπολέμηση της ανεργίας.

Το Horizon Europe: Το μεγαλύτερο πρόγραμμα έρευνας και καινοτομίας. Περιλαμβάνει τις δράσεις Marie Skłodowska-Curie Actions (MSCA), οι οποίες παρέχουν σημαντικές υποτροφίες και χρηματοδοτήσεις για διδακτορικές σπουδές και μεταδιδακτορική έρευνα.

Το Digital Europe (Ψηφιακή Ευρώπη): Χρηματοδοτεί προγράμματα που στοχεύουν στην ενίσχυση των ψηφιακών δεξιοτήτων υψηλού επιπέδου στην εκπαίδευση και την τεχνολογία.

Η Ελλάδα καλείται να αξιοποιήσει το ανθρώπινο δυναμικό της και να προωθήσει καινοτόμες πολιτικές, που θα φέρουν μεγαλύτερη ικανοποίηση στο χώρο των εκπαιδευτικών και των μαθητών.

Οι ελλείψεις του προσωπικού να καλυφθούν με μόνιμες προσλήψεις και να αυξηθεί το ποσοστό χρηματοδότησης.

Μεταξύ των χωρών της ΕΕ, το υψηλότερο επίπεδο δημόσιων δαπανών για την εκπαίδευση σε σχέση με το ΑΕΠ παρατηρήθηκε στη Σουηδία (6,8 %), ακολουθούμενη από τη Φινλανδία (6,3 %) και το Βέλγιο (6,2 %). 

Τα χαμηλότερα επίπεδα καταγράφηκαν στη Ρουμανία (3,0%), στην Ελλάδα 3.3%  και στη Μάλτα (3,4%).

Απαιτείται επίπονη προσπάθεια και ανάληψη μοντέρνων πρωτοβουλιών για την αλλαγή των δεδομένων.