Γιατί να διαβάσω το πρόγραμμα του ΠΑΣΟΚ;

Σταύρος Μ. Θεοδωράκης 02 Σεπ 2026

Πριν από λίγες ημέρες το ΠΑΣΟΚ παρουσίασε ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα έντεκα παρεμβάσεων για το ιδιωτικό χρέος και τα κόκκινα δάνεια.

Δεν είναι ένα δευτερεύον θέμα. Αφορά εκατομμύρια πολίτες, νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Αφορά την πρώτη κατοικία, τις οφειλές προς το Δημόσιο, τον εξωδικαστικό μηχανισμό, τις σχέσεις των δανειοληπτών με τα funds και τους servicers, τους πλειστηριασμούς.

Θα περίμενα λοιπόν ότι μια ολοκληρωμένη πρόταση του ΠΑΣΟΚ για ένα τόσο μεγάλο κοινωνικό πρόβλημα θα προκαλούσε συζήτηση.

Δεν συνέβη.

Η δημοσιότητα που πήρε ήταν αναντίστοιχη με τη σημασία του θέματος και πιθανότατα θα ήταν ακόμη μικρότερη αν δεν είχε αντιδράσει η κυβέρνηση.

Ακόμη μεγαλύτερη εντύπωση μου έκανε κάτι άλλο. Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν είδα ούτε τους φίλους και τους υποστηρικτές του ΠΑΣΟΚ να κινητοποιούνται ιδιαίτερα για να προβάλουν τις προτάσεις του κόμματός τους.

Μπορώ βέβαια να κατηγορήσω τα μέσα ενημέρωσης. Μπορώ να τα ρίξω και στην αδράνεια του καλοκαιριού. Νομίζω όμως ότι υπάρχει μια άλλη, περισσότερο πολιτική εξήγηση.

Ας υποθέσουμε λοιπόν ότι αντιμετωπίζω πρόβλημα με το στεγαστικό μου δάνειο και ακούω την πρόταση του ΠΑΣΟΚ.

Γιατί να τη μελετήσω;

Ασφαλώς επειδή με αφορά άμεσα. Μπορεί να τη θεωρώ σωστή. Μπορεί να συμφωνώ με τις περισσότερες από τις έντεκα παρεμβάσεις. Μπορεί να έχω μέτωπο με τα funds και τις κυβερνητικές επιλογές.

Θέλω όμως να ξέρω και κάτι ακόμη.

Τι πιθανότητες υπάρχουν όλα αυτά που θα διαβάσω να γίνουν κάποτε κυβερνητική πολιτική;

Γιατί έτσι που έχουν τα πράγματα, ένα πολιτικό πρόγραμμα αποκτά πραγματικό ενδιαφέρον για μένα όταν μπορώ να δω μια εύλογη διαδρομή από την πρόταση προς την υλοποίησή της.

Και τέτοια διαδρομή δεν βλέπω.

Αν πιστέψω τις δημοσκοπήσεις, και γιατί να μην τις πιστέψω, το ΠΑΣΟΚ απέχει πολύ πλέον από τη δυνατότητα να σχηματίσει κυβέρνηση με κορμό το ίδιο.

Ταυτόχρονα δεν μου έχει παρουσιάσει έναν άλλο δρόμο συμμετοχής του σε μια κυβέρνηση συνεργασίας.

Τι ακριβώς καλούμαι λοιπόν να πιστέψω ότι θα συμβεί με αυτές τις έντεκα προτάσεις;

Μπορεί να μου αρέσουν. Μπορεί και πολύ.

Δεν βλέπω όμως τον δρόμο που οδηγεί από την εξαγγελία στην υλοποίηση.

Το ενδιαφέρον μου για το πρόγραμμα κινδυνεύει έτσι να αποκτήσει περισσότερο εγκυκλοπαιδικό χαρακτήρα. Δεν έχω χρόνο τώρα, άστο για αργότερα.

Και ασφαλώς αυτό δεν αφορά μόνο τα κόκκινα δάνεια. Γιατί να διαβάσω τις προτάσεις του ΠΑΣΟΚ για το στεγαστικό, για την αποκέντρωση ή για οποιοδήποτε άλλο μέρος του προγράμματός του;

Το ίδιο ερώτημα θα έχω:

Πώς και πότε θα γίνουν όλα αυτά πράξη;

Γιατί η κυβερνητική στρατηγική ενός κόμματος καθορίζει τελικά και την πολιτική αξία του προγράμματός του.

Ας δοκιμάσω τώρα να φανταστώ μια εντελώς διαφορετική εικόνα.

Ας υποθέσω ότι το ΠΑΣΟΚ μου έλεγε:

Διεκδικούμε τη μεγαλύτερη δυνατή εκλογική δύναμη. Θέλουμε να κυβερνήσουμε και θα αγωνιστούμε για να γίνουμε πρώτο κόμμα. Εάν όμως οι πολίτες δεν δώσουν σε κανένα κόμμα τη δυνατότητα να κυβερνήσει μόνο του, είμαστε διατεθειμένοι να συμμετάσχουμε σε κυβέρνηση συνεργασίας, υπό την προϋπόθεση μιας σαφούς προγραμματικής συμφωνίας και της αποδοχής βασικών σημείων του προγράμματός μας.

Τότε τα πράγματα αλλάζουν.

Τότε έχω λόγο να διαβάσω τις έντεκα προτάσεις για τα κόκκινα δάνεια. Γιατί ξέρω ότι, ακόμη και αν το ΠΑΣΟΚ δεν κερδίσει τις εκλογές, όσο μεγαλύτερη είναι η δύναμή του τόσο μεγαλύτερη θα είναι και η δυνατότητά του να απαιτήσει την εφαρμογή τους.

Και τότε αποκτά διαφορετική αξία για μένα και η ίδια η ψήφος στο ΠΑΣΟΚ.

Μπορώ να σκεφτώ κάτι πολύ απλό και πολύ χειροπιαστό:

Όσο ισχυρότερο κάνω το ΠΑΣΟΚ με τη δική μου ψήφο, τόσο μεγαλύτερο μέρος του προγράμματός του μπορεί να περάσει στην κυβερνητική πολιτική.

Τώρα όμως μου ζητά να πιστέψω κάτι πολύ δυσκολότερο: ότι ένα κόμμα που σήμερα βρίσκεται αρκετά μακριά από την πρώτη θέση θα ανατρέψει τους συσχετισμούς και θα σχηματίσει κυβέρνηση.

Και έχω κι ένα δεύτερο πρόβλημα.

Μπορεί να βρίσκομαι πολιτικά κοντά στο ΠΑΣΟΚ, αλλά να μη θέλω αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις και παρατεταμένη πολιτική αβεβαιότητα. Μπορεί να ανήκω σε εκείνο το κομμάτι του Κέντρου για το οποίο η σταθερότητα και η δυνατότητα σχηματισμού κυβέρνησης έχουν ιδιαίτερη σημασία.

Τι κάνω τότε;

Βλέπω ένα κόμμα που βρίσκεται κοντά στις πολιτικές μου απόψεις, αλλά θεωρώ εξαιρετικά απίθανο να σχηματίσει κυβέρνηση. Και ταυτόχρονα δεν βλέπω έναν άλλο δρόμο που θα μπορούσε να οδηγήσει στη συμμετοχή του στη διακυβέρνηση.

Γιατί λοιπόν να το ψηφίσω;

Εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, ένα από τα παράδοξα της σημερινής στρατηγικής του ΠΑΣΟΚ.

Η άρνηση συμμετοχής σε κυβέρνηση συνεργασίας παρουσιάζεται ως μέσο ενίσχυσης της αυτονομίας του και ως προϋπόθεση για να μεγαλώσει.

Εγώ πιστεύω ότι αυτή η στρατηγική είναι λανθασμένη.

Και όχι μόνο επειδή περιορίζει τη δυνατότητα εφαρμογής του προγράμματος του ΠΑΣΟΚ. Πιστεύω ότι περιορίζει και την εκλογική του απήχηση.

Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη που, επειδή έχω ενδιαφέρον για το ΠΑΣΟΚ, με απασχολεί επίσης.

Οι εκλογές έχουν και επόμενη ημέρα.

Αν οι σημερινοί συσχετισμοί δεν ανατραπούν, τι θα κάνει την επομένη των εκλογών;

Γιατί τότε το ΠΑΣΟΚ μπορεί να βρεθεί μπροστά σε πολύ δύσκολες επιλογές, για τις οποίες σήμερα δεν έχει προετοιμάσει ούτε τους ψηφοφόρους του ούτε τη δημόσια συζήτηση.

Θα πρέπει να απαντήσει σε ερωτήματα που παραμένουν ανοιχτά. Και όποια απάντηση κι αν δώσει μπορεί να δοκιμάσει σοβαρά την εσωτερική του συνοχή.

Αν επιλέξει τη συνεργασία, μπορεί να προκαλέσει ισχυρές αντιδράσεις από τη μία πλευρά. Αν την αρνηθεί και οδηγηθούμε σε νέες εκλογές, θα βρεθεί αντιμέτωπο με άλλους κινδύνους.

Γιατί οι δεύτερες εκλογές δεν θα είναι κατ’ ανάγκην μια απλή επανάληψη των πρώτων.

Υπάρχουν ήδη ενδείξεις ότι το ΠΑΣΟΚ δέχεται πιέσεις και από τις δύο πλευρές, προς τη Νέα Δημοκρατία από ψηφοφόρους που δίνουν μεγαλύτερο βάρος στη σταθερότητα και στον σχηματισμό κυβέρνησης και προς την ΕΛΑΣ από ψηφοφόρους που αναζητούν έναν ισχυρότερο αντίπαλο της Νέας Δημοκρατίας.

Σε μια δεύτερη κάλπη, όπου ακριβώς αυτά τα διλήμματα θα είναι πολύ ισχυρότερα, οι πιέσεις μπορεί να γίνουν ακόμη μεγαλύτερες.

Η συζήτηση επομένως για τις συνεργασίες δεν χρειάζεται να θεωρείται ως συζήτηση υποχώρησης αλλά ως συζήτηση εφαρμογής του προγράμματος. Και πολλές φορές ως συζήτηση διαχείρισης των πολιτικών κινδύνων της επόμενης ημέρας.

Και βεβαίως δεν διεξάγεται σε πολιτικό κενό. Τα κόμματα με τα οποία μπορεί να υπάρξει συνεργασία τα καθορίζουν κάθε φορά η πραγματικότητα, οι πολιτικοί συσχετισμοί και, κυρίως, η δυνατότητα μιας ουσιαστικής προγραμματικής συμφωνίας.