Η είδηση της απώλειας του Δημήτρη Παπούλια ξαναφέρνει στη μνήμη μια εποχή που σήμερα μοιάζει αρκετά μακρινή. Όχι μόνο χρονικά. Μια εποχή κατά την οποία άνθρωποι με διαφορετικές αφετηρίες, εμπειρίες, διαφορετικές προηγούμενες διαδρομές και, όπως αποδείχθηκε αργότερα, και σε κάποιο βαθμό, διαφορετικές επόμενες πορείες, μπορούσαν να συναντηθούν γύρω από έναν κοινό προβληματισμό για την ανάγκη αλλαγής της ελληνικής κοινωνίας.
Ο Δημήτρης Παπούλιας υπήρξε πανεπιστημιακός δάσκαλος (Ομότιμος Καθηγητής του Τμήματος Οικονομικών Επιστημών του ΕΚΠΑ), αλλά και ενεργός πολίτης με σταθερή παρουσία στον δημόσιο διάλογο. Προσωποποιούσε αυτό που ονομάζαμε “τεχνοπολιτική”. Και τεχνοκράτης, αλλά και πολιτική ενσυναίσθηση, με άποψη και πρόταση.
Στην πρώτη εκείνη περίοδο του Ομίλου Προβληματισμού για τον Εκσυγχρονισμό της Κοινωνίας (ΟΠΕΚ), του οποίου διετέλεσε πρόεδρος, βρεθήκαμε αρκετοί/ες, μαζί σε μια κοινή “περπατησιά”.
Δεν ερχόμασταν όλοι από τον ίδιο χώρο, ούτε από τις ίδιες γενιές, πολύ δε περισσότερο με διαφορετικής κλίμακας υπόβαθρο. Ούτε είχαμε πίσω μας τις ίδιες πολιτικές και ιδεολογικές αναφορές. Και βεβαίως δεν ακολουθήσαμε όλη εκείνη η συντροφιά (γιατί περί μιας δυναμικής παρέας επρόκειτο) τις ίδιες διαδρομές στα χρόνια που ακολούθησαν. Εκείνη όμως τη στιγμή μάς ένωνε κάτι που είχε πραγματικό περιεχόμενο: η πεποίθηση ότι η χώρα χρειαζόταν αλλαγές, θεσμικές μεταρρυθμίσεις, μια διαφορετική σχέση κράτους και κοινωνίας και, ίσως πάνω απ’ όλα, έναν δημόσιο διάλογο λιγότερο εγκλωβισμένο στις βεβαιότητες και στις περιχαρακώσεις του παρελθόντος.
Ο «εκσυγχρονισμός» τότε δεν ήταν ακόμη μια πολυχρησιμοποιημένη πολιτική ετικέτα. Ήταν περισσότερο ένα ερώτημα και μια αναζήτηση: πώς μπορεί μια κοινωνία να αλλάζει χωρίς να χάνει τη συνοχή της, πώς μπορεί να υπερβαίνει αδράνειες και παγιωμένες αντιλήψεις, πώς μπορεί η πολιτική να συνομιλεί με τη γνώση, την επιστήμη και τις πραγματικές μεταβολές που συντελούνται γύρω της.
Σε αυτή τη συλλογική προσπάθεια ο Δημήτρης Παπούλιας είχε ουσιαστικό ρόλο. Με την ακαδημαϊκή του συγκρότηση, τη νηφαλιότητα και τη διάθεσή του να συνδέει τον προβληματισμό με την πράξη, συνέβαλε στη δημιουργία ενός χώρου όπου διαφορετικοί άνθρωποι μπορούσαν να συζητούν, να συμφωνούν αλλά και να διαφωνούν δημιουργικά, χωρίς να απαιτείται προηγουμένως πιστοποιητικό κοινής πολιτικής καταγωγής.
Ίσως αυτή να είναι και μια πλευρά εκείνης της εμπειρίας που αξίζει να θυμόμαστε σήμερα. Οι κοινές περπατησιές στη δημόσια ζωή δεν προϋποθέτουν ούτε κοινό παρελθόν ούτε υποχρεωτικά κοινό μέλλον. Αποκτούν την αξία τους από όσα άνθρωποι διαφορετικών διαδρομών κατορθώνουν να αναζητήσουν και, κάποτε, να δημιουργήσουν μαζί.
Μια τέτοια περπατησιά μοιραστήκαμε τότε με τον Δημήτρη Παπούλια και με αρκετούς/ες ακόμη.
Και είναι μια καλή μνήμη για να τον αποχαιρετήσουμε.
Καλό ταξίδι, Δημήτρη.