Πολλοί ή λίγοι οι πτυχιούχοι στη Χώρα; Η κυβερνητική αντίφαση και η «αριστεία» των ΝΠΠΕ

Κώστας Χλωμούδης 05 Σεπ 2026

Για χρόνια καλλιεργήθηκε στην Ελλάδα, ως μια περίπου αυτονόητη «αλήθεια», ο μύθος: έχουμε πολλούς φοιτητές, πολλά πανεπιστήμια, πολλά Τμήματα και τελικά περισσότερους πτυχιούχους από όσους χρειαζόμαστε.

Ομολογώ ότι κάποια στιγμή είχα φτάσει κι εγώ να προβληματίζομαι μήπως πράγματι το ελληνικό Πανεπιστήμιο είχε υπερδιογκωθεί. Μήπως το «μαζικό Πανεπιστήμιο» είχε εξαντλήσει τα όριά του;

Μόνο που τα δεδομένα έχουν την κακή συνήθεια να χαλούν τα ωραία αφηγήματα.

Η Ευρώπη θέλει περισσότερους πτυχιούχους

Στις 3 Σεπτεμβρίου η Eurostat ανακοίνωσε ότι το ποσοστό των νέων 25–34 ετών με τριτοβάθμια εκπαίδευση στην ΕΕ έφθασε το 44,8%, από μόλις 27,2% το 2005. Και ο ευρωπαϊκός στόχος για το 2030 είναι τουλάχιστον 45%. Δηλαδή η ευρωπαϊκή στρατηγική δεν λέει «λιγότεροι πτυχιούχοι». Λέει ακριβώς το αντίθετο: περισσότερη τριτοβάθμια εκπαίδευση, περισσότερες δεξιότητες, μεγαλύτερη συμμετοχή.

Η Ελλάδα, την ίδια ώρα, εξακολουθεί να βρίσκεται κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Κάπου εδώ αρχίζει η πολιτική αντίφαση.

Διότι επί χρόνια η κυβέρνηση της Ν.Δ. αντιμετώπισε την πρόσβαση στο δημόσιο Πανεπιστήμιο περισσότερο ως πρόβλημα προς περιορισμό παρά ως δυνατότητα προς διεύρυνση. Η Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής άφησε χιλιάδες θέσεις κενές, ιδιαίτερα σε περιφερειακά Ιδρύματα. Τμήματα βρέθηκαν υπό πίεση όχι επειδή προηγουμένως αξιολογήθηκαν και κρίθηκαν ακαδημαϊκά ανεπαρκή, αλλά επειδή περιορίστηκε διοικητικά η δεξαμενή των εισακτέων τους.

Και σχεδόν ταυτόχρονα ανακαλύψαμε ότι η χώρα χρειάζεται… περισσότερες πανεπιστημιακές θέσεις. Απλώς αυτή τη φορά θα προσφέρονται μόνον επί πληρωμή...

Και ξαφνικά ανακαλύψαμε τις διεθνείς κατατάξεις

Υπάρχει και μια δεύτερη, εξίσου ενδιαφέρουσα μεταστροφή.

Επί χρόνια ακούγαμε για την υστέρηση των ελληνικών δημόσιων Πανεπιστημίων. Τώρα που οι διεθνείς βάσεις δεδομένων γίνονται πληρέστερες και η συστηματική αποτύπωση της ερευνητικής παραγωγής καλύτερη, η εικόνα αποδεικνύεται αρκετά διαφορετική.

Στην τελευταία κατάταξη QS, το ΕΜΠ βρίσκεται στην 378η θέση παγκοσμίως, το ΕΚΠΑ στην 402η, το ΑΠΘ στην 502η και το Πανεπιστήμιο Κρήτης στην 649η.

Όχι, λοιπόν, τα δημόσια ελληνικά Πανεπιστήμια δεν είναι τέλεια. Έχουν παθογένειες, φαινόμενα εσωστρέφειας και κορπορατισμού, προβλήματα αποτελεσματικού management, σοβαρές ελλείψεις υποδομών και, κυρίως, χρόνια προβλήματα χρηματοδότησης και στελέχωσης. Αυτά πρέπει να αντιμετωπιστούν.

Αλλά άλλο αυτό και άλλο η συστηματική κατασκευή της εικόνας ενός περίπου αποτυχημένου δημόσιου Πανεπιστημίου που θα πρέπει να αντικατασταθεί από τον ιδιωτικό ανταγωνιστή γιατί δεν μπορεί να «ξυπνήσει».

Η ποιότητα δεν μεταβιβάζεται με… franchise

Το νέο "παραμύθι" ως το νέο εύρημα, των πονηρών...

Για να τεκμηριωθεί η ποιότητα των νέων παραρτημάτων ξένων Πανεπιστημίων, ΝΠΠΕ (Νομικά Πρόσωπα Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης), προβάλλεται η διεθνής κατάταξη των μητρικών Ιδρυμάτων.

Μόνο που δεν λειτουργεί έτσι η ακαδημαϊκή αξιολόγηση.

Άλλο η κατάταξη ενός Πανεπιστημίου συνολικά, άλλο η κατάταξη ανά επιστημονικό πεδίο, άλλο η πιστοποίηση ενός συγκεκριμένου προγράμματος σπουδών και, βεβαίως, άλλο η αξιολόγηση ενός νεοσύστατου παραρτήματος σε άλλη χώρα, με διαφορετικό προσωπικό, φοιτητές, υποδομές και ακαδημαϊκό περιβάλλον.

Η διεθνής φήμη του μητρικού ιδρύματος δεν κληρονομείται αυτομάτως από το παράρτημα.

Και αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία μετά τις τελευταίες εξελίξεις. Το ίδιο το Υπουργείο Παιδείας ανακοίνωσε στις 28 Αυγούστου ότι χορήγησε εκ νέου άδεια στα παραρτήματα των Keele και York, μετά τις ακυρωτικές αποφάσεις 1167/2026 και 1169/2026 του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Εύλογα λοιπόν ζητήθηκε από κοινωνικούς και πολιτικούς φορείς και εκπροσώπους τους, να δημοσιοποιηθούν το πλήρες σκεπτικό και τα πρακτικά της επαναδειοδότησης: να μάθουμε δηλαδή με ποιον ακριβώς τρόπο θεραπεύτηκαν, μέσα σε τόσο σύντομο διάστημα, οι πλημμέλειες που είχε διαπιστώσει το ΣτΕ.

Δεν είναι ιδεολογική εμμονή. Είναι στοιχειώδης απαίτηση διαφάνειας.

Τελικά ποιο πρόβλημα προσπαθούμε να λύσουμε;

Κάπου εδώ βρίσκεται και η μεγαλύτερη πολιτική αντίφαση.

Αν η Ελλάδα είχε «πάρα πολλούς φοιτητές», γιατί χρειαζόμασταν νέα ιδιωτικά Πανεπιστήμια;

Αν χρειαζόμαστε περισσότερους πτυχιούχους —όπως δείχνει η ευρωπαϊκή στρατηγική— γιατί περιορίσαμε την πρόσβαση στα δημόσια ΑΕΙ και αφήσαμε κενές θέσεις;

Και αν το ζητούμενο είναι πράγματι η ποιότητα, γιατί δεν εφαρμόζουμε ακριβώς το ίδιο μέτρο αξιολόγησης σε όλους: δημόσια Πανεπιστήμια, μητρικά ξένα Ιδρύματα και, κυρίως, τα συγκεκριμένα παραρτήματά τους στην Ελλάδα και τα συγκεκριμένα προγράμματα που αυτά προσφέρουν;

Εκεί θα φανεί τελικά η πραγματική εικόνα.

Και επιτρέψτε μου από τώρα μια πρόβλεψη.

Παρά τα προβλήματά τους, τις ελλείψεις και την υποχρηματοδότηση, τα περισσότερα ελληνικά δημόσια Πανεπιστήμια θα εξακολουθήσουν για αρκετό καιρό να βλέπουν αυτά τα «νέα Πανεπιστήμια» όχι μπροστά τους αλλά στον καθρέφτη τους.