Αυτοί, του ΄60 οι εκδρομείς

Γιάννης Βούλγαρης 06 Σεπ 2026

Η θλίψη για την απώλεια φίλων, ανθρώπων που γνώρισες ή δημόσιων προσώπων, έχει κάθε φορά διαφορετικές μορφές και διαφορετικό βάρος. Έτσι π.χ. όταν φεύγει η «προηγούμενη γενιά» αισθάνεσαι ασφαλώς και ένα υπαρξιακό άγχος. Όταν όμως φεύγουν σχεδόν ταυτόχρονα δύο σημαντικοί διανοούμενοι αυτής της «προηγούμενης γενιάς», όπως ο Στέλιος Ράμφος και ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, τότε η θλίψη συμπλέκεται με την αναπόληση της ίδιας της δικής σου πνευματικής διαμόρφωσης. Είχα γνωρίσει και τους δύο, τον Κ. Τσουκαλά από τη Μεταπολίτευση στο ΚΚΕ Εσωτερικού, και τον Στ. Ράμφο πολύ αργότερα, μετά την κρίση του 2010 όταν έπρεπε «να μείνουμε Ευρώπη». Όμως, η αίσθηση της διπλής απώλειας δεν ορίζεται από την προσωπική γνωριμία, αλλά από την κοινή διανοητική εποχή που λίγο-πολύ βιώσαμε και στην οποία ο καθείς από τους δύο άφησε το δικό του έντονο αποτύπωμα. Ξέρουμε ότι διαδρομές τους ήταν διαφορετικές από την αρχή ώς το τέλος, γεγονός που έκανε στις συνθήκες της σημερινήςπολιτικής-πνευματικής μιζέριας, να αντιπαρατίθεται ο ένας νεκρός στον άλλον. Ο δικός μας, ο δικό σας, και αντιστρόφως. Επειδή όμως ο θάνατος είναι σημαντικότερος από τη μιζέρια, έχει ήδη τοποθετήσει τους δύο διανοητές, τον καθένα στο δικό του μέγεθος, στη δική του θέση, στον δικό του χρόνο, στην ενιαία ιστορία των ιδεών της μεταπολιτευτικής περιόδου.

Δεν έχω πρόθεσηνα διατρέξω το έργο τους, έχω άλλωστε κάνει ήδη μια απόπειρα εστιάζοντας στον τρόπο που αντιμετώπισαν την «ελληνική περίπτωση» (Γ. Βούλγαρης, Ελλάδα, Μια χώρα παραδόξως νεωτερική, Πόλις 2019). Οι γραμμές που ακολουθούν είναι σχεδόν αυτοβιογραφικές, κάτι σαν μαρτυρία της επαφήςμου με το έργο τους

Υπήρξαν και οι δύο δείγματα της γενιάς που μπήκε στην πολιτική-πνευματική ζωή τη δεκαετία του ΄60, είχαν μεγαλώσει στο κλίμα της μετεμφυλιακής Ελλάδας, είχαν υποστεί τη διάψευση του εκδημοκρατισμού μετά την επιβολή της δικτατορίας και στη μεταπολίτευση ήρθαν να «θεωρητικοποιήσουν» αυτή την εθνική εξέλιξη. Ήταν ίσως η τελευταία γενιά που μπορούσε να την αντικρίσει κατά βάση ως εθνική ιστορία, ενώ παράλληλα ήταν εξοπλισμένη με τη διεθνή επιστημοσύνη των long sixties. Η συνάντηση ήταν τραυματική. Ο Αλτουσέρ τετατέτ με τον Παττακό, ο Γκράμσι με τον Μπάμπαλη.  Το «Άξιον Εστί» της ελληνικότητας που από την υψηλή κουλτούρα της γενιάς του ‘30 είχε διαχυθεί στις μάζες της μεταπολεμικής Ελλάδας με τον Θεοδωράκη και τον Χατζιδάκι, είχε διαψευστεί τραγικά. Η υψιπετής πολιτισμική Ελληνικότητα έγινε έτσι κοινωνιολογική «ελληνική περίπτωση» αρνητικά ιδιόμορφη μέσα στο ευρωπαϊκό πλαίσιο. Και πώς αλλιώς; Η Ελλάδα ήταν η μόνη χώρα της ηπείρου που είχε γνωρίσει μεταπολεμικά εμφύλιο και δικτατορία.

Με ανάλογες αγωνίες και ερωτηματικά βγήκαν στη μεταπολίτευση και οι δικές μας νεώτερες φουρνιές. Με την πολιτική έξαψη και τις ταλαιπωρίες του αντιδικτατορικού αγώνα, τις προσδοκίες μιας εθνικής αναγέννησης μαζί με τα αριστερά οράματα. Ο μαρξισμός ζούσε διεθνώς την τελευταία περίοδο της ιδεολογικής του ηγεμονίας, τι πιο φυσικό από το να αναζητήσουμε μια ερμηνεία στο πλαίσιό του; Το μαρξιστικό ερμηνευτικό σχήμα της ελληνικής υπανάπτυξης, καθυστέρησης ή τελοσπάντων αρνητικής ιδιομορφίας, ήταν έτοιμο. Καθιερώθηκε ως κυρίαρχο κλειδί για την κατανόηση της εθνικής μας εξέλιξης στη νεωτερικότητα. Ήταν η ώρα του Κωνσταντίνου Τσουκαλά. Το βιβλίο «Εξάρτηση και αναπαραγωγή» (1977/1975) έγινε το opusmagnum της πρώτης μεταπολιτευτικής περιόδου και ραχοκοκαλιά του «κανόνα» με τον οποίο αντιληφθήκαμε την ελληνική ιδιαιτερότητα. Στη δεκαετία του ‘80 συμπληρώθηκε από τις εργασίες του για τη σχέση κράτους, κοινωνίας, εργασίας. Η  ανάλυση του Τσουκαλά προσέλαβε χαρακτηριστικά «επιστημονικού παραδείγματος» κατά Τόμας Κουν όπου ως γνωστόν ο καθιερωμένος «κανόνας» επιβιώνει ακόμα και όταν εμφανίζονται επιμέρους επιστημονικές διαψεύσεις του. Και πράγματι, τμήματα αυτού του ερμηνευτικού σχήματος διαψεύστηκαν από μετέπειτα έρευνες και εγκαταλείφθηκαν από τον ίδιο τον Τσουκαλά. Κυρίως όμως άλλαξε εντωμεταξύ η Ελλάδα, ο Κόσμος και η κοινωνική θεωρία. Η Ελλάδα φάνταζε λιγότερο ιδιόμορφη καθώς εκσυγχρονιζόταν και γινόταν «Ευρώπη», η παγκοσμιοποίηση εισέδυε στους πόρους των εθνικών κοινωνιών, ο κομμουνισμός κατέρρεε, ο μαρξισμός παρήκμαζε αφήνοντας την πρωτοκαθεδρία στις μεταμοντέρνες κοινωνιολογικές θεωρίες. Ο Κ. Τσουκαλάς με πνευματική εγρήγορση θα επιδοθεί στην κατανόηση των νέων καιρών αφιερωνόμενος περισσότερο στην κοινωνική θεωρία. Κοινός παρονομαστής των αναλύσεών του ήταν πλέον μια βαθιά απαισιόδοξη ανθρωπολογική μετάλλαξη που θεωρούσε ότι είχε επιφέρει ο σύγχρονος καπιταλισμός με καταστροφικές συνέπειες για την κοινωνική συμβίωση και την οικολογική ισορροπία. Από την προηγούμενη μελέτη της «ελληνικής περίπτωσης» θα κρατήσει την «επίμονη διαφορά» όπως θα την πει το 2012. Δηλαδή, την ιδιαιτερότητα της ταξικής δομής και της διαστρωμάτωσης της ελληνικής κοινωνίας, την κυριαρχία της μικρής παραγωγικής κλίμακας, της μικροϊδιοκτησίας και της αυτοαπασχόλησης. Δεν ήταν άγνωστες πραγματικότητες, αλλά ο Τσουκαλάς τους προσέδωσε ιστορική-συστημική συνοχή και τις αναγόρευσε σε κοινωνιολογική μακρά διάρκεια της «ελληνικής περίπτωσης».

Η διαδρομή του Στέλιου Ράμφου υπήρξε ως γνωστόν περισσότερο περιπετειώδης. Από την Αριστερά και τον μαρξισμό ώς τις αρχές της δεκαετίας ΄60, στην πλατωνική φιλοσοφία και την πατερική θεολογία, στους «νεορθόδοξους» στο γύρισμα της δεκαετίας του ΄70, στον φιλελεύθερο εκσυγχρονισμό στη δεκαετία του ΄90.Όμως ηώρα του Στέλιου Ράμφου ήρθε στις συνθήκες της χρεοκοπίας οπότε πρωταγωνίστησε στη δημόσια ιδεολογική σφαίρα. Η ανάλυσή του για τις παθογένειες της «ελληνικής περίπτωσης» αποτελούν εκδοχή του λεγόμενου «πολιτισμικού δυϊσμου»σύμφωνα με τον οποίο η σύγκρουση εκσυγχρονισμού-καθυστέρησης, δύσης-ανατολής, χαρακτηρίζει την ελληνική πραγματικότητα.Οι συμπεριφορές και οι αξίες του Έλληνα εξακολουθούν να καθορίζονται από τον στενό οικογενειακό, τοπικιστικό και συντεχνιακό ορίζοντα, και δύσκολα μπορούν να συνδυάσουν το «εμείς» με το γενικότερο συμφέρον. Η ιδιαίτερη συμβολή του Ράμφου συνίσταται στην ανθρωπολογική και πολιτισμική εξέλιξη μακράς διάρκειας που προτείνει ως ερμηνεία των παθογενειών. Στη νέα εποχή της παγκοσμιοποίησης και του διαδικτύου όπου το άτομο και όχι πια το έθνος-κράτος «πνευματώνει τον Κόσμο», η Ελλάδα πάσχει από την «άπρακτη εξατομίκευση» («Ο καημός του Ενός», 2000). Ενώ το άτομο στη Δύση πέτυχε μια ισορροπία συναισθήματος και λογικής, αυτονομίας και καθολικότητας,εσωτερικεύοντας την ηθική της ευθύνης, ο Έλληνας δεν πέτυχε την εσωτερική ωρίμανση και την αυτονομία του Εαυτούκαι κατά τούτο διαιωνίζει μια νοοτροπιακή-ψυχολογική παθογένεια: ανασφάλεια, αμυντική προσκόλληση στο παρελθόν, διχαστικός ομαδισμός, συλλογικά συναισθηματικά ξεσπάσματα, αντιπαλότητα δημόσιου-ιδιωτικού. Η εξήγηση του Ράμφουσυστήνει μια θεολογική ανθρωπολογία μακράς διάρκειας. ΗΟρθοδοξία δεν μπόρεσε να παραγάγει τη σύνθεσηΘεολογίας και Λόγου, πίστης στο θείο και δράσης στην Ιστορία, όπως έκανε ο δυτικός χριστιανισμός κατά το 12ο-14ο αιώνα.«Ο βυζαντινός εγκλωβισμός του συναισθήματος» εξηγεί τις εθνικές παθογένειες.

Ασφαλώς το έργο των δύο στοχαστών θα συνεχίσει να συζητιέται και να σχολιάζεται ποικιλοτρόπως. Αυτό που κατά τη γνώμη μου αξίζει να κρατήσουμε είναι η θεωρητική τόλμη των μεγάλων ερωτημάτων και των μεγάλων συνθέσεων ως αποτέλεσμα βαθιάς μελέτης. Κι αυτό σε μία εποχή, μικρολογίας, ευκολίας και αυτιστικών εξειδικεύσεων.