Ο διάλογος τόσο στην πολιτική όσο και στην κοινωνική λειτουργία αποτελεί βασικό εργαλείο για την οικοδόμηση συνθηκών δημοκρατίας και ανάδειξης και έκφρασης του κοινωνικού και του ανθρώπινου συμφέροντος. Προϋπόθεση βέβαια είναι να έχει ουσιαστικό φορτίο, στο πλαίσιο του οποίου γίνονται αντικείμενο ανάλυσης και κατανοούνται όλες οι διαστάσεις της πραγματικότητας στην δυναμική προβολή της στο μέλλον.
Όμως τόσο στην πολιτική όσο και στην κοινωνική λειτουργία ο θεωρούμενος διάλογος εξαντλείται σε παράλληλους μονόλογους, οι οποίοι με την γενικόλογη κατάθεση επιχειρημάτων δεν στηρίζονται στην ανάλυση όλων των διαστάσεων της βιωνόμενης πραγματικότητας στην δυναμική προβολή της στο μέλλον, αλλά στην ηθικολογική οπτική αξιολόγησης των συμμετεχόντων στον «διάλογο» ως προς την αξιοπιστία και την επάρκεια των επαγγελιών τους και στην προσέγγιση του μέλλοντος με εξιδανικευτική λογική. Σε αυτό το πλαίσιο κινούνται το πολιτικό σύστημα και οι πολίτες, που το παρακολουθούν στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης.
Πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η επικοινωνιακή διαχείριση της πρωτοφανούς καταστροφής στο Νεπάλ, που προκάλεσε στο τέλος Αυγούστου 2026 ο συνδυασμός γεωλογικών και κλιματικών παραγόντων. Η άνοδος της θερμοκρασίας λόγω της κλιματικής αλλαγής συνέβαλε στην αποκόλληση ενός τεράστιου κομματιού παγετώνα πλάτους 600 μέτρων σε υψόμετρο 5.200 μέτρων, το οποίο κατρακύλησε σχεδόν 1 χιλιόμετρο στην κοιλάδα, όπου μετατράπηκε σε ένα φονικό μείγμα πάγου, βράχων και νερού, το οποίο προκάλεσε εκατοντάδες θανάτους, κατέστρεψε υποδομές και το φυσικό περιβάλλον, ενώ έχει οδυνηρές επιπτώσεις και στον οικονομικό τομέα.
Και όμως τόσο στο πολιτικό όσο και στο κοινωνικό πεδίο η μόνη αντίδραση, που καταγράφεται σε παγκόσμιο επίπεδο, είναι η έκφραση θλίψης και η περιορισμένων διαστάσεων καταβολή οικονομικής βοήθειας από πλούσιες χώρες. Δεν αναπτύσσεται προβληματισμός για την αναγκαία αντιμετώπιση των γενεσιουργών αιτίων τέτοιων φαινομένων, τα οποία έχουν άμεση σχέση με την κλιματική αλλαγή, που προκαλεί η ανθρώπινη δραστηριότητα στο πλαίσιο του συστήματος οργάνωσης και λειτουργίας των σύγχρονων κοινωνιών. Αυτό γίνεται ακόμη πιο ακατανόητο, αν ληφθούν υπόψη και άλλα φυσικά φαινόμενα, που πλήττουν την παγκόσμια κοινότητα (και την Ελλάδα), όπως είναι οι καύσωνες, οι ξηρασίες, οι πλημμύρες, η συρρίκνωση των υδάτινων πόρων και οι αρνητικές παρενέργειες στον γεωργικό και κτηνοτροφικό τομέα.
Αντί να αναπτυχθεί άμεσα διάλογος τόσο στο πολιτικό όσο και στο κοινωνικό πεδίο για την άρση των γενεσιουργών αιτίων αυτών των πολύ επικίνδυνων ανισορροπιών για την βιωσιμότητα του ανθρώπου, στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και στο Κοινοβούλιο καταγράφονται χαμηλού επιπέδου «κοκορομαχίες» και τοξικός με ηθικολογική επιχειρηματολογία λόγος σε «παράλληλους μονόλογους» χωρίς προοπτική, οι οποίοι στοχεύουν στην υποτίμηση και υποβάθμιση των αντιπάλων με στόχο την αποκόμιση εκλογικού οφέλους. Δεν ενεργοποιείται ο ορθολογισμός και η κριτική σκέψη στους πολίτες, αλλά καλλιεργούνται φαντασιώσεις για το μέλλον.
Με αυτά τα δεδομένα βέβαια δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την οικοδόμηση διαλόγου, ο οποίος ως επικοινωνιακή διαδικασία και εργαλείο ανάλυσης και κατανόησης της πραγματικότητας πρέπει να στηρίζεται σε ολιστική οπτική, η οποία συνυπολογίζει όλες τις διαστάσεις και τις μεταξύ τους αλληλεπιδράσεις, που έχει η ανάπτυξη δραστηριότητας σε ένα τομέα, όπως είναι η χρήση ορυκτών καυσίμων για την παραγωγή ενέργειας και οι επιπτώσεις με την υπερθέρμανση του πλανήτη και τις παρενέργειες, που ακολουθούν (ακόμη και θάνατοι λόγω των καυσώνων ή σε πολλά επίπεδα καταστροφές όπως στο Νεπάλ).
Αυτές οι διαπιστώσεις δείχνουν, ότι ο διάλογος στο πλαίσιο της πολιτικής λειτουργίας πρέπει να αξιοποιείται από τα κόμματα και το πολιτικό προσωπικό για την επίτευξη συγκλίσεων και την αποφυγή παραγωγής ανισορροπιών, οι οποίες θα δημιουργούν κινδύνους στο πλαίσιο της εναλλαγής των διαχειριστών κυβερνητικής εξουσίας στην ροή του χρόνου. Αυτό επιβάλλουν οι συνθήκες, που διαμορφώνονται από το σύστημα κοινωνικής οργάνωσης και λειτουργίας, το οποίο παράγει τις ανισορροπίες και τους κινδύνους, που πλήττουν όλους ανεξάρτητα από διαφορές λόγω του ιδεολογικού προσανατολισμού.
Πρέπει δε να τονισθεί, ότι ο διάλογος στο κοινωνικό πεδίο προϋποθέτει, πως η πραγμάτωση του περιεχομένου του στηρίζεται στην λειτουργία των συμμετεχόντων πολιτών σε αυτόν ως ομάδας, που διαπερνάται από την οπτική λειτουργίας της ως συλλογικού υποκειμένου. Βέβαια για να είναι εφικτή η ανταπόκριση σε αυτή την προϋπόθεση, πρέπει να καλλιεργείται ο διάλογος από την παιδική ηλικία στο πλαίσιο του εκπαιδευτικού συστήματος, ώστε να αξιοποιείται στην προοπτική του χρόνου όχι μόνο στην πολιτική αλλά και στην κοινωνική λειτουργία και να συμβάλλει στην ανάπτυξη κοινωνικής συνείδησης και ενσυναίσθησης. Με αυτό τον τρόπο προωθείται και η οικοδόμηση κοινωνικής συνοχής.
Τέλος πολύ σημαντική παράμετρος για την προώθηση της οπτικής του διαλόγου στην κοινωνική λειτουργία είναι η συμμετοχή των πολιτών σε ανάλογες διαδικασίες στις τοπικές κοινωνίες, οι οποίοι όμως επιβάλλεται να είναι ενημερωμένοι για όλες τις διαστάσεις της πραγματικότητας στην δυναμική προβολή της στο μέλλον και την αλληλεπίδραση μεταξύ τους, ώστε να γνωρίζουν, τι επιπτώσεις θα έχουν ευρύτερα οι επιλογές τους.
Αυτό σημαίνει, ότι ο ρόλος της ενημερωτικής λειτουργίας για την καλλιέργεια της οπτικής του διαλόγου για την διαμόρφωση πολιτικών θέσεων και απόψεων είναι καθοριστικός. Το ερώτημα είναι, εάν τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης μπορούν να καλύψουν αυτή την ζωτικής σημασίας ανάγκη. Δεν είναι βέβαια εύκολο με τον σημερινό τρόπο λειτουργίας τους.
Όταν όμως ο διάλογος τόσο στο πολιτικό όσο και στο κοινωνικό πεδίο δεν έχει ουσιαστικό περιεχόμενο, δηλαδή δεν στηρίζεται στον ορθολογισμό και στην κριτική σκέψη ούτε στην γνώση όλων των διαστάσεων της σύγχρονης πολύπλοκης παγκοσμιοποιημένης πραγματικότητας στην δυναμική προβολή της στο μέλλον, τότε θα συνεχίσει να κυριαρχεί η οπτική των «παράλληλων μονόλογων», η οποία έχει κυρίως επικοινωνιακή λογική.
Αυτές οι συνθήκες βέβαια δεν διαμορφώνουν τις προϋποθέσεις για ελεγχόμενη και με βιώσιμη προοπτική διαχείριση της δυναμικής της εξέλιξης τόσο στο πολιτικό όσο και στο κοινωνικό πεδίο. Αυτό όμως αυξάνει τον βαθμό διακινδύνευσης, όπως πιστοποιείται και από καταστροφές (π.χ. στο Νεπάλ), οι οποίες πλέον δεν έχουν όρια, αλλά πλήττουν γενικά τον πλανήτη με διάφορες μορφές (π.χ. καύσωνες, πλημμύρες, ξηρασίες κ.λ.π.) με πολύ οδυνηρές παρενέργειες.
Στην προοπτική του χρόνου μάλιστα, όταν η πολυπλοκότητα και ο υψηλός βαθμός αλληλεξάρτησης των κοινωνιών θα διευρύνονται, ο ουσιαστικός διάλογος θα είναι βασική προϋπόθεση για τον σχεδιασμό και την προώθηση λειτουργικής και βιώσιμης κοινωνικής πορείας με την ανάληψη της ευθύνης και από τους πολίτες και την ενεργοποίηση τους ως ατομικών και συλλογικών υποκειμένων.