Υπάρχει κάτι βαθιά υποκριτικό στην πολιτική ζωή: Εκείνοι που έχουν περάσει χρόνια καταγγέλλοντας τους άλλους για «λαϊκισμό», «τοξικότητα» και «αντιθεσμικότητα», να ανακαλύπτουν ξαφνικά την αξία των θεσμών όταν ένας θεσμός παύει να τους εξυπηρετεί. Αυτό ακριβώς συμβαίνει με την υπόθεση της Έλενας Ακρίτα.
Ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. επέλεξε την κα Ακρίτα για τη θέση της Ε΄ Αντιπροέδρου της Βουλής. Το ΠΑ.ΣΟ.Κ. δήλωσε ότι θα υπερψηφίσει την υποψηφιότητα. Η Ν.Δ. αποφάσισε να μην την ψηφίσει, μετατρέποντας μία τυπική κοινοβουλευτική διαδικασία σε πολιτική σύγκρουση.
Ας ξεκινήσουμε, λοιπόν, από τα αυτονόητα. Κανείς δεν χρειάζεται να προσποιηθεί ότι η Έλενα Ακρίτα είναι πρόσωπο που προκαλεί πολιτική συναίνεση, γιατί απλούστατα δεν είναι.
Η δημόσια παρουσία της έχει σημαδευτεί από έναν οξύτατο και πολλές φορές εμπρηστικό λόγο, ιδίως διά των αναρτήσεών της στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Η πολυετής προσωπική της αντιπαράθεση με την οικογένεια Μητσοτάκη και ειδικότερα με τη Μαρέβα Γκραμπόφσκι, έχει οδηγήσει ακόμη και σε δικαστική διαμάχη, μετά από αναρτήσεις της Ακρίτα για τη σύζυγο του πρωθυπουργού. Είναι απολύτως θεμιτό, λοιπόν, κάποιος να θεωρεί την Έλενα Ακρίτα ακατάλληλη πολιτικά, τοξική ή ακόμη και βαθιά απωθητική ως δημόσια παρουσία. Αλλά αυτό δεν είναι το ερώτημα.
Αντιθέτως, το ερώτημα είναι εάν η Ν.Δ. έχει δικαίωμα να αποφασίζει ποιο πρόσωπο θα επιλέξει μία άλλη κοινοβουλευτική ομάδα για τη θέση που της αναλογεί στο προεδρείο της Βουλής. Και η απάντηση είναι προφανής: Όχι.
Η ε’ αντιπροεδρία είναι θέση που αναλογεί στον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. Ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. επέλεξε το πρόσωπο που θα τον εκπροσωπήσει και το ΠΑ.ΣΟ.Κ. έκανε κάτι που μπορεί να φαίνεται πολιτικά παράδοξο, αλλά είναι θεσμικά απολύτως συνεπές:
Δήλωσε ότι θα υπερψηφίσει την επιλογή της άλλης κοινοβουλευτικής ομάδας χωρίς να ασπάζεται πολιτικά το πρόσωπο που επέλεξε. Αυτό λέγεται θεσμική συνέπεια. Δεν λέγεται πολιτική ταύτιση, συνεργασία, προσχώρηση στον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και ασφαλώς δεν λέγεται επιδοκιμασία της Έλενας Ακρίτα.
Το ΠΑ.ΣΟ.Κ. δεν ψηφίζει την Ακρίτα ως πολιτικό πρόσωπο. Τουναντίον, ψηφίζει την αρχή ότι η κάθε κοινοβουλευτική ομάδα δικαιούται να εκπροσωπείται από όποιον επιλέξει η ίδια, μέσα στο πλαίσιο του Κανονισμού της Βουλής. Αν η Ν.Δ. διαφωνεί με την Ακρίτα, έχει κάθε δικαίωμα να το κάνει, αλλά δεν έχει και δικαίωμα αρνησικυρίας.
Και κάπου εδώ λοιπόν αρχίζει η υποκρισία.
Διότι η Ν.Δ. δεν φαίνεται να ενοχλείται απλώς από την προσωπικότητα της Έλενας Ακρίτα. Ενοχλείται από το γεγονός ότι ένας αντιπρόεδρος που προέρχεται από τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. θα συμμετέχει στη Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής, ένα όργανο με ουσιαστικό θεσμικό ρόλο, μεταξύ άλλων στις διαδικασίες που αφορούν τις Ανεξάρτητες Αρχές. Όταν αφαιρείς από μία κοινοβουλευτική ομάδα της αντιπολίτευσης τη δυνατότητα να έχει τον αντιπρόεδρο που η ίδια επέλεξε, δεν «τιμωρείς» απλώς ένα πρόσωπο που ασκεί σκληρή κριτική στην κυβέρνηση. Επηρεάζεις την ίδια την κοινοβουλευτική ισορροπία. Ωστόσο, από πότε η Ν.Δ. απέκτησε το δικαίωμα να εγκρίνει ή να απορρίπτει τα πρόσωπα που επιλέγουν οι άλλες κοινοβουλευτικές ομάδες για τις θέσεις που τους αναλογούν; Διότι αν αυτό γίνει κανόνας, τότε ποιος αποφασίζει ποιος είναι αρκετά «θεσμικός» για να συμμετέχει στο Προεδρείο της Βουλής; Η εκάστοτε κυβερνητική πλειοψηφία;
Αν αυτή είναι η νέα λογική, τότε δεν μιλάμε πλέον για διακομματικό Προεδρείο. Μιλάμε για Προεδρείο υπό την πολιτική έγκριση της κυβέρνησης. Και αυτό είναι ο ορισμός της θεσμικής αυθαιρεσίας και όχι θεσμικότητα.
Άρα, το ζήτημα δεν είναι μόνο το πρόσωπο. Είναι κυρίως η κοινοβουλευτική ισορροπία. Και ακριβώς γι' αυτό η Ν.Δ. αποφάσισε να εργαλειοποιήσει το πρόσωπο. Γιατί είναι πολύ πιο εύκολο να παρουσιάσεις την υπόθεση ως «δεν ψηφίζουμε την Ακρίτα», παρά να εξηγήσεις στους πολίτες γιατί θεωρείς ότι μία κοινοβουλευτική ομάδα δεν πρέπει να έχει τον αντιπρόσωπο που η ίδια επέλεξε.
Και υπάρχει και κάτι ακόμη.
Η προσωπική σύγκρουση της Έλενας Ακρίτα με την οικογένεια Μητσοτάκη δεν είναι μυστικό. Η αντιπαράθεση με τη Μαρέβα Γκραμπόφσκι έχει πάρει δημόσια και δικαστική διάσταση. Θα ήταν αφελές να υποκρινόμαστε ότι αυτό δεν υπάρχει ως πολιτικό υπόβαθρο της υπόθεσης.
Αλλά ακριβώς εδώ δοκιμάζεται η θεσμική ωριμότητα.
Οι θεσμοί δεν υπάρχουν για να προστατεύουν την κυβέρνηση από τους ανθρώπους που την ενοχλούν. Υπάρχουν ακριβώς για να λειτουργούν ακόμη και όταν αυτοί οι άνθρωποι μας ενοχλούν. Και αν η Ν.Δ. θέλει να κάνει μαθήματα θεσμικότητας στο ΠΑ.ΣΟ.Κ., υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα: Ο Βίος και η Πολιτεία της.
Συγκεκριμένα, το 2015, η Ζωή Κωνσταντοπούλου εξελέγη Πρόεδρος της Βουλής με 235 ψήφους. Ήταν άραγε πρόσωπο που εξέφραζε τη Ν.Δ.; Προφανώς και όχι. Ήταν όμως η επιλογή της τότε κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας και η Ν.Δ. την ψήφισε. Τότε δεν υπήρχε πρόβλημα θεσμικότητας; Τότε η Ν.Δ. «ταυτιζόταν» με τον ΣΥΡΙΖΑ; Τότε είχε αποφασίσει να στηρίξει τον «λαϊκισμό» και τα «άκρα»; Φυσικά και όχι. Απλώς αντιλαμβανόταν ότι η εκλογή του Προέδρου της Βουλής είναι μία θεσμική διαδικασία και ότι η κοινοβουλευτική λειτουργία δεν μπορεί να μετατρέπεται κάθε φορά σε δημοψήφισμα για το αν μας αρέσει ή δεν μας αρέσει το πρόσωπο που προτείνει η άλλη πλευρά.
Το ίδιο ακριβώς ισχύει σήμερα. Και ας προχωρήσουμε έτι περαιτέρω.
Το 2025 ο Κυριάκος Μητσοτάκης πρότεινε για Πρόεδρο της Δημοκρατίας τον τότε Πρόεδρο της Βουλής Κώστα Τασούλα, ένα επί δεκαετίες προβεβλημένο στέλεχος της Ν.Δ. Ο Τασούλας εξελέγη και ανέλαβε το αξίωμα τον Μάρτιο του 2025. Ούτε παράνομο ήταν, ούτε αντισυνταγματικό. Ήταν όμως μία βαθιά πολιτική επιλογή, που πήγαινε κόντρα στη μέχρι τότε πολιτική πρακτική επιλογής του προσώπου του μέλλοντος Προέδρου της Δημοκρατίας.
Άρα ας συμφωνήσουμε σε κάτι στοιχειώδες: Η θεσμικότητα δεν μετριέται με δύο μέτρα και δύο σταθμά.
Δεν μπορεί όταν η Ν.Δ. επιλέγει ένα κομματικό στέλεχος για ένα κορυφαίο πολιτειακό αξίωμα να μιλά για «εμπειρία», «ενωτικό πνεύμα» και «θεσμικότητα» και όταν ένα κόμμα της αντιπολίτευσης επιλέγει έναν δικό του βουλευτή για αντιπρόεδρο της Βουλής να ανακαλύπτουμε ξαφνικά τον κίνδυνο για τους θεσμούς. Αυτό δεν είναι θεσμικότητα. Είναι επίκληση της θεσμικότητας κατά το δοκούν.
Και ειδικά η Ν.Δ. δεν έχει ακριβώς το ηθικό πλεονέκτημα για να παραδίδει τέτοια μαθήματα. Επειδή, από το 2019 μέχρι σήμερα, η χώρα έχει ζήσει αλλεπάλληλες θεσμικές κρίσεις και σοβαρές καταγγελίες που αφορούν τη λειτουργία του κράτους και των θεσμών. Η υπόθεση των υποκλοπών, οι συζητήσεις γύρω από τη λειτουργία των Ανεξάρτητων Αρχών, η υπόθεση του Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε. και μία σειρά από κοινοβουλευτικές συγκρούσεις για κυβερνητικά σκάνδαλα έχουν δημιουργήσει ένα τοξικό περιβάλλον στο οποίο η επίκληση της «θεσμικότητας» από την κυβέρνηση είναι βέβαιο ότι δεν μπορεί να γίνεται α λα καρτ.
Δεν είναι δυνατόν να θυμάσαι τους θεσμούς μόνο όταν πρόκειται να επιτεθείς πολιτικά στον αντίπαλό σου. Και εδώ βρίσκεται το πραγματικό πολιτικό κέρδος της στάσης του ΠΑ.ΣΟ.Κ.
Κάποιοι θα πουν ότι με την υπερψήφιση της Ακρίτα το ΠΑ.ΣΟ.Κ. κινδυνεύει να αποξενώσει το κεντρώο ακροατήριό του. Αδυνατώ να πιστέψω ένα τόσο έωλο επιχείρημα, διότι το κεντρώο ακροατήριο δεν είναι ένα ακροατήριο που ζητεί από το ΠΑ.ΣΟ.Κ. να γίνει κολαούζος ή ουρά της Ν.Δ. Τουναντίον:
-
Ζητεί σοβαρότητα.
-
Ζητεί θεσμικότητα.
-
Ζητεί πολιτική αυτονομία και
-
Πάνω απ' όλα ζητεί ένα κόμμα που να μπορεί να λέει «ναι» όταν κάτι είναι σωστό, ακόμη κι αν το προτείνει ο πολιτικός του αντίπαλος, και «όχι» όταν κάτι είναι λάθος, ακόμη και αν το προτείνει η δική του πλευρά.
Αυτό είναι Κέντρο. Όχι η άκριτη ταύτιση με την Κυβέρνηση.
Το ΠΑ.ΣΟ.Κ. δεν χάνει το κεντρώο του ακροατήριο επειδή δεν υπακούει στα λαϊκιστικά κελεύσματα της Ν.Δ. Το χάνει μόνο αν πάψει να είναι ο εαυτός του. Και η ψήφος στην Ακρίτα δεν αλλάζει ούτε κατά ένα χιλιοστό την πολιτική αυτονομία του ΠΑ.ΣΟ.Κ.:
-
Το ΠΑΣΟΚ εξακολουθεί να ασκεί αντιπολίτευση στη Ν.Δ.
-
Εξακολουθεί να συγκρούεται με το ΣΥ.ΡΙΖ.Α.
-
Εξακολουθεί να διεκδικεί το δικό του πολιτικό χώρο, αυτόν τη σύγχρονης σοσιαλδημοκρατίας του 21ου αιώνα.
Απλώς δεν δέχεται να μετατρέπεται κάθε θεσμική διαδικασία σε κομματικό δημοψήφισμα. Και αυτό ακριβώς είναι που ενοχλεί τη Ν.Δ. Όχι ότι το ΠΑ.ΣΟ.Κ. θα ψήφισει την Ακρίτα. Αλλά ότι το ΠΑ.ΣΟ.Κ. δεν δέχθηκε να ψηφίσει βάσει του τί επιθυμεί ή δεν επιθυμεί η Ν.Δ.
Γιατί αν το ΠΑ.ΣΟ.Κ. αρχίσει να ψηφίζει «όχι» σε κάθε επιλογή της αντιπολίτευσης απλώς και μόνο για να αποδείξει ότι δεν είναι ΣΥ.ΡΙΖ.Α., τότε θα έχει πέσει ακριβώς στην παγίδα που του στήνουν. Και αν αρχίσει να ψηφίζει «ναι» σε κάθε κυβερνητική επιλογή για να αποδείξει ότι είναι «υπεύθυνη δύναμη», τότε θα έχει χάσει την πολιτική του ανεξαρτησία.
Η σωστή απάντηση είναι άλλη:
Ναι όπου επιβάλλει ο θεσμός. Όχι όπου επιβάλλει η πολιτική διαφωνία.
Αυτή είναι η διαφορά ενός σοβαρού κόμματος από ένα κόμμα που λειτουργεί με αντανακλαστικά και παρωπίδες. Και στην υπόθεση Ακρίτα το ΠΑ.ΣΟ.Κ. επέλεξε το πρώτο.
Δεν ψηφίζει υπέρ της τοξικότητας της Έλενας Ακρίτα. Δεν ψηφίζει υπέρ των αναρτήσεών της. Δεν ψηφίζει υπέρ των προσωπικών της συγκρούσεων με την οικογένεια Μητσοτάκη. Δεν ψηφίζει υπέρ του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.
Ψηφίζει υπέρ της κοινοβουλευτικής τάξης.
Και αυτό, όσο κι αν ενοχλεί τη Νέα Δημοκρατία, είναι θεσμικότητα.
Δεν είναι λαϊκισμός.
Η πραγματική υποκρισία θα ήταν να μην υπερψηφίσει το ΠΑ.ΣΟ.Κ. την επιλογή του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. μόνο και μόνο επειδή η Ν.Δ. ενοχλείται από το πρόσωπο. Τότε δεν θα υπερασπιζόταν τον θεσμό, αλλά τις επιθυμίες της κυβέρνησης.
Το ΠΑ.ΣΟ.Κ. δεν είναι εδώ όμως για να προστατεύει τη Ν.Δ. από τους αντιπάλους της, αλλά για να αποτελεί την εναλλακτική κυβερνητική δύναμη. Επιπλέον, η Ν.Δ. θέλει από το ΠΑ.ΣΟ.Κ. να ψηφίσει με βάση την εμπάθεια. Το ΠΑ.ΣΟ.Κ. επιλέγει να ψηφίσει με βάση τον θεσμό, γιατί πιστεύει στην τήρηση των κανόνων.
Και αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη ειρωνεία της υπόθεσης, καθώς εκείνοι που εγκαλούν το ΠΑ.ΣΟ.Κ. για «λαϊκισμό» και «αντιθεσμικότητα» είναι εκείνοι που επιχειρούν να καταστήσουν μια τυπική κοινοβουλευτική διαδικασία πεδίο πολιτικής τιμωρίας.
Τελικά, η υπόθεση της Έλενας Ακρίτα δεν αποκαλύπτει τόσο πολλά για την ίδια. Αποκαλύπτει πολύ περισσότερα για εκείνους που δεν μπορούν να διαχωρίσουν το πρόσωπο από τον θεσμό. Διότι, η θεσμικότητα αρχίζει ακριβώς εκεί όπου τελειώνει η προσωπική συμπάθεια ή αντιπάθεια και αν η Ν.Δ. θέλει πραγματικά να μιλά για τους θεσμούς που καταστρατηγεί κατά ριπάς, ας θυμηθεί πρώτα κάτι στοιχειώδες:
Οι θεσμοί είναι η εγγύηση της Δημοκρατίας και όχι λάφυρο της εκάστοτε κυβέρνησης.