Όταν οι προεκλογικές εξαγγελίες του Πρωθυπουργού συγκρούονται με την κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα
Ο «Κουμπαράς για τη Νέα Γενιά», που εξήγγειλε ο Πρωθυπουργός από τη ΔΕΘ, διαθέτει επικοινωνιακή ευρηματικότητα, όχι όμως και αναδιανεμητική αρτιότητα.
Σύμφωνα με την εξαγγελία, οι γονείς θα μπορούν να ανοίγουν ειδικό λογαριασμό μέσα στα δύο πρώτα χρόνια από τη γέννηση του παιδιού και το κράτος θα καταθέτει ισόποση ενίσχυση, έως 1.200 ευρώ ετησίως. Με αποταμίευση 100 ευρώ τον μήνα, υποστηρίχθηκε ότι το παιδί θα διαθέτει περισσότερα από 60.000 ευρώ στα 18 του.
Η αριθμητική, ωστόσο, δεν βγαίνει. Οι γονικές καταβολές των 100 ευρώ τον μήνα επί 18 χρόνια ανέρχονται σε 21.600 ευρώ. Με ισόποση κρατική συμμετοχή, το συνολικό καταβεβλημένο κεφάλαιο φτάνει τα 43.200 ευρώ, όχι τα 60.000. Για να συμβεί αυτό απαιτείται μέση καθαρή ετήσια απόδοση περίπου 3,5%, χωρίς διαχειριστικές επιβαρύνσεις και χωρίς διακοπή των καταβολών. Πρόκειται για ανεδαφική επενδυτική υπόθεση παρά για εγγυημένο αποτέλεσμα.
Ακόμη και αν συγκεντρωθούν 60.000 ευρώ, με μέσο πληθωρισμό 2% η σημερινή αγοραστική τους αξία θα αντιστοιχεί σε περίπου 42.000 ευρώ. Η ονομαστική μεγέθυνση δεν πρέπει να συγχέεται με την πραγματική ευημερία.
Το βαθύτερο πρόβλημα, όμως, δεν είναι απλά λογιστικό αλλά βαθιά κοινωνικό. Το ύψος της δημόσιας στήριξης δεν θα εξαρτάται από τις ανάγκες του παιδιού, αλλά από την οικονομική επιφάνεια των γονέων του.
Η εξαγγελία προϋποθέτει ότι οι οικογένειες διαθέτουν σταθερό αποταμιευτικό πλεόνασμα. Για έναν εργαζόμενο των 900 ευρώ, τα 100 ευρώ για ένα παιδί αντιστοιχούν στο 11,1% του μηνιαίου μισθού. Για δύο παιδιά, τα 200 ευρώ φτάνουν το 22,2%. Όταν προηγούνται το ενοίκιο, η ενέργεια, τα τρόφιμα, οι μετακινήσεις και τα φάρμακα, η αποταμίευση δεν είναι ζήτημα οικονομικής παιδείας ή αυτοπειθαρχίας αλλά διαθέσιμου εισοδήματος.
Τα ευρωπαϊκά δεδομένα είναι αμείλικτα.
Το 2024 το ποσοστό αποταμίευσης των νοικοκυριών ανερχόταν σε 14,5% στην Ευρωπαϊκή Ένωση και 15,2% στην Ευρωζώνη. Στη Γερμανία έφτανε το 20%, στην Τσεχία το 19,9% και στη Μάλτα το 18,8%, ενώ στην Ελλάδα ήταν αρνητικό, στο –2,5%.
Αρνητική αποταμίευση σημαίνει ότι, συνολικά, τα νοικοκυριά δαπανούν περισσότερα από το διαθέσιμο εισόδημά τους και αναγκάζονται είτε να αναλώσουν προηγούμενες οικονομίες είτε να δανειστούν. (Eurostat)
Το πρώτο τρίμηνο του 2026 το ποσοστό αποταμίευσης στη χώρα μας, χειροτέρεψε σημαντικά φτάνοντας -3,3%, η μόνη χώρα με αρνητικό ποσοστό αποταμίευσης.
Η ασφυξία αποτυπώνεται ακόμη καθαρότερα στις καθημερινές υποχρεώσεις.
Δυστυχως, τα νεότερα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ συμπληρώνουν αυτή τη δυσοίωνη εικόνα καθώς το 66,6% του φτωχού πληθυσμού ανέφερε καθυστερήσεις στην εξόφληση λογαριασμών ηλεκτρικού ρεύματος, νερού ή φυσικού αερίου, ενώ το 99,9% δήλωσε αδυναμία αντιμετώπισης μιας έκτακτης δαπάνης περίπου 500 ευρώ. (ΕΛΣΤΑΤ, 19.3.2026)
Με βάση τον ευρύτερο και διεθνώς συγκρίσιμο δείκτη της Eurostat, κίνδυνος φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, η Ελλάδα βρίσκεται στη χειρότερη θέση της Ευρώπης μαζί με τη Βουλγαρία.
Μέσα σε αυτή την πραγματικότητα, ο σχεδιασμός του μέτρου είναι αντίστροφα αναδιανεμητικός. Η οικογένεια που μπορεί να αποταμιεύει συστηματικά 1.200 ευρώ τον χρόνο λαμβάνει τη μέγιστη κρατική επιδότηση.
Εκείνη που δεν διαθέτει πλεόνασμα λαμβάνει ελάχιστη ενίσχυση ή αποκλείεται στην πράξη.
Στη θεωρία της κοινωνικής πολιτικής αυτό συνιστά «μεροληψία συμμετοχής» όπου ένα τυπικά καθολικό πρόγραμμα παράγει άνισα αποτελέσματα, επειδή η πρόσβαση στο πλήρες όφελος εξαρτάται από πόρους που δεν κατανέμονται ισότιμα.
Επιβεβαιώνεται έτσι το «φαινόμενο του Ματθαίου» Matthew effect) δηλαδή, εκείνος που διαθέτει περισσότερα αποκτά και μεγαλύτερο δημόσιο όφελος ενώ αυτός που διαθέτει λιγότερα θα αποκλείεται. Με τους όρους του Amartya Sen, η ίδια τυπική ευκαιρία δεν δημιουργεί πραγματική ισότητα όταν οι άνθρωποι εκκινούν από ριζικά άνισες αφετηρίες. Μια δίκαιη παρέμβαση δημόσιας πολιτικής οφείλει να βελτιώνει πρωτίστως τη θέση των λιγότερο ευνοημένων παρά να προικοδοτεί εκείνους που μπορούν ήδη να αυτοπροστατευθούν.
Ο πρωθυπουργικός κουμπαράς αποτυγχάνει και στα δύο κριτήρια, προσφέρει την ίδια αντιστοίχιση σε άνισες οικογένειες και, ως εκ τούτου, παράγει άνισο δημόσιο όφελος.
Οι διεθνείς συγκρίσεις δείχνουν ότι υπάρχουν δικαιότερες αρχιτεκτονικές. Στον Καναδά, η βασική κρατική επιδότηση στους εκπαιδευτικούς λογαριασμούς RESP ανέρχεται στο 20% των ιδιωτικών καταβολών, αλλά αυξάνεται για τα χαμηλότερα και μεσαία εισοδήματα. Παράλληλα, το Canada Learning Bond παρέχει έως 2.000 καναδικά δολάρια στα παιδιά οικογενειών χαμηλού εισοδήματος χωρίς να απαιτείται καμία γονική κατάθεση. Το σύστημα αναγνωρίζει δηλαδή ότι η φτώχεια δεν πρέπει να αποκλείει ένα παιδί από τη δημόσια ενίσχυση.
Στη Σιγκαπούρη, ο Child Development Account συνδυάζει την αποταμίευση με κρατική συμμετοχή, αλλά το κράτος καταθέτει προηγουμένως ένα αυτόματο First Step Grant, χωρίς να απαιτείται γονική αποταμίευση: 5.000 δολάρια Σιγκαπούρης για το πρώτο και το δεύτερο παιδί και 10.000 για το τρίτο και τα επόμενα. Ακολουθεί η συμπληρωματική αντιστοίχιση των γονικών καταβολών, με υψηλότερα όρια για τις μεγαλύτερες οικογένειες.
Αν η Ελλάδα θέλει πράγματι έναν κουμπαρά για κάθε παιδί, χρειάζεται διαφορετικό σχεδιασμό όπως αυτόματη αρχική κρατική κατάθεση για όλους, υψηλότερη ενίσχυση για τα χαμηλά εισοδήματα, μικρότερο ποσοστό αντιστοίχισης για τα οικονομικά ισχυρότερα νοικοκυριά, μηδενικές προμήθειες, δημόσια εποπτεία και εγγύηση του καταβεβλημένου κεφαλαίου. Η αξιοποίησή του θα μπορούσε να περιορίζεται σε εκπαίδευση, πρώτη κατοικία ή έναρξη επαγγελματικής δραστηριότητας.
Ο «ραγισμένος κουμπαράς» δεν είναι απλώς μια ατελής οικονομική ιδέα. Συμπυκνώνει την αντίληψη της κυβέρνησης Μητσοτακη, που μετακυλίει την ευθύνη της κοινωνικής ασφάλειας από το κράτος στην οικογένεια και βαφτίζει την εισοδηματική αδυναμία προσωπική αποτυχία. Η ουσιαστική κοινωνική πολιτική δεν ζητά από τον εργαζόμενο των 900 ευρώ να επιλέξει ανάμεσα στον λογαριασμό του σήμερα και στο μέλλον του παιδιού του.
Τελικά, ο πρωθυπουργικός κουμπαράς όχι μόνο δεν μειώνει την ανισότητα αλλά την ενσωματώνει στη δημόσια πολιτική, την κεφαλαιοποιεί από την κούνια και την κληροδοτεί στην επόμενη γενιά.