Από τον Γκιγιέρμο Ντελ Τόρο στο Γράμμο και στο Βίτσι

Δημήτρης Δερβένης 30 Αυγ 2026

Χθες στο Cine Nies ξαναείδαμε τον «Λαβύρινθο του Πάνα», το αριστούργημα του Γκιγιέρμο Ντελ Τόρο, μια ανατομία στη φρίκη του εμφυλίου πολέμου, με σκηνικό τον Ισπανικό Εμφύλιο, όπου δύο αντιμαχόμενες ομάδες, κυβερνητικών στρατιωτών και ανταρτών μάχονται, σε απομακρυσμένη ορεινή περιοχή. Ο Ντελ Τόρο χρησιμοποιεί αριστοτεχνικά όλα τα κινηματογραφικά εργαλεία, με υψηλή αισθητική, αλλά και σοκαριστικό ρεαλισμό, για να δείξει πώς ο εμφύλιος πόλεμος μπορεί να μεταμορφώσει έναν κοινό άνθρωπο σε τέρας, χειρότερο κι από τα πιο δύσμορφα και τρομακτικά τέρατα των παραμυθιών.

Ο εμφύλιος είναι ο αγριότερος των πολέμων, καταλύει ακόμη και οικογενειακούς δεσμούς, όταν συγγενείς, ακόμη και αδέλφια σκοτώνονται μεταξύ τους (Θουκυδίδης, Ἱστορίαι, 3.82.1-3.82.8). Έχω προσωπικά παραδείγματα από τις οικογένειες και των δύο γονιών μου. Ο εμφύλιος δεν έχει πραγματικούς νικητές. Το σύνολο της κοινωνίας είναι ηττημένο, γιατί η χώρα διαλύεται, η πρόοδος και η ανάπτυξη αναβάλλονται και το μίσος ποτίζει τις ψυχές και τις ζωές των ανθρώπων για δεκαετίες. Ένας εμφύλιος έφερε την Επανάσταση του 1821 στα πρόθυρα της κατάρρευσης, καθυστέρησε την επικράτησή της, κατά τρία χρόνια και οδήγησε στην ανάγκη επιβολής της ξενοκρατίας. Κανείς, εκτός από τους ιστορικούς, δεν θυμάται ποιοι ήταν οι νικητές και ποιοι οι ηττημένοι. 

Τα τραγικότερα θύματα του εμφυλίου είναι οι αθώοι τρίτοι. Ο Ντελ Τόρο, τους προσωποποιεί σε ένα πανέμορφο κοριτσάκι που προσπαθεί να γλιτώσει τη μοίρα του, άδικα φευ. Στον δικό μας εμφύλιο (1946-1949), πόσα παιδιά σκοτώθηκαν, κακοποιήθηκαν, εξορίστηκαν, ορφάνεψαν. Αλλά και όσοι προσπαθούν να μείνουν αμέτοχοι δεινοπαθούν. «Όσοι πολίτες ήσαν μετριοπαθείς θανατώνονταν από την μια ή την άλλη παράταξη, είτε επειδή είχαν αρνηθεί να πάρουν μέρος στον αγώνα είτε επειδή η ιδέα και μόνο ότι θα μπορούσαν να επιζήσουν προκαλούσε εναντίον τους τον φθόνο.», λέει πάλι ο Θουκυδίδης. 

Στο χωριό της καταγωγής μου, στη Σούρπη Μαγνησίας, κεφαλοχώρι των 2000 κατοίκων, το 1940, ο αριθμοί είναι συγκλονιστικοί: Κατά τους Βαλκανικούς πολέμους και τη Μικρασιατική Εκστρατεία (1912-1923) σκοτώθηκαν είκοσι τρεις (23). Κατά τον ΕλληνοΙταλικό πόλεμο (1940-1941) σκοτώθηκαν δέκα (10). Κατά τον εμφύλιο που ακολούθησε σκοτώθηκαν ογδόντα δύο (82)! Η συντριπτική πλειοψηφία νέοι από 18 έως 30 ετών. Μεταξύ τους και αρκετές νέες γυναίκες. (Τριαντάφυλλος Σπανός, Ιστορία-Φυσιογνωμία της Σούρπης Μαγνησίας, 2005).

Επιστρέφοντας στο έργο, ο Ντελ Τόρο χρησιμοποιεί ένα ευφυές εύρημα. Τοποθετεί την πλοκή στο έτος 1944, πέντε χρόνια μετά την πραγματική λήξη του Ισπανικού Εμφυλίου! Οι δύο ομάδες έχουν αυτονομηθεί από την πραγματικότητα και συνεχίζουν τον δικό τους εμφύλιο, μέχρι τελικής εξόντωσης. 

Σας θυμίζει κάτι; Μήπως αυτό δεν ζήσαμε στη μετεμφυλιακή Ελλάδα, από το βαθύ κράτος της δεξιάς και στη συνέχεια, με πιο στυγνό και απροκάλυπτο τρόπο, από τη Δικτατορία (1967-1974); Διώξεις, φυλακές, εξορίες, κοινωνική και εργασιακή περιθωριοποίηση ακόμη και δολοφονίες, εναντίον των κομμουνιστών, αλλά και των «συνοδοιπόρων», στους οποίους θα μπορούσε να συμπεριληφθεί ο οποιοσδήποτε
Θα περίμενε κανείς ότι μετά τη μεταπολίτευση του 1974 και τις τολμηρές δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις του Κωνσταντίνου Καραμανλή, με κορυφαία τη νομιμοποίηση του Κομμουνιστικού Κόμματος και στη συνέχεια με τη διεύρυνσή τους από τον Ανδρέα Παπανδρέου, με την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης και τον επαναπατρισμό των προσφύγων, θα έκλεινε το χάσμα. Θα περίμενε κανείς ότι θα ακολουθούσαμε την πορεία των άλλων Ευρωπαϊκών χωρών, στην οικογένεια των οποίων ενταχθήκαμε, ευτυχώς, νωρίς, αλλά δυστυχώς, χωρίς να αποτινάξουμε τα ελαττώματά μας.
 Η κοινωνία πάλι διχάστηκε, σε μπλέ και πράσινα καφενεία, αυτή τη φορά, με ελάχιστες εξαιρέσεις συναίνεσης και η ένοπλη ταξική τρομοκρατία εμφανίστηκε με τη μορφή πολλών μικρών ομάδων, με κυριότερη τη 17η Νοέμβρη. 
Το εμφυλιοπολεμικό μικρόβιο αναβιώνει, συνεχώς, με διάφορες εκδοχές. Από το «απόψε πεθαίνει η δεξιά», μέχρι το «μας τελειώνουν ή τους τελειώνουμε» και το ανέμπνευστο και ελαφρώς γελοίο «ή εμείς ή οι άλλοι». Από το «να καεί το μπουρδέλο η Βουλή», μέχρι εκείνο το ανατριχιαστικό «κάψτε τους» που στοίχισε τη ζωή σε ένα αγέννητο βρέφος (θυμηθείτε τι είπαμε για τα παιδιά-θύματα του εμφυλίου). Με πορείες «μνήμης» στο Γράμμο και στο Βίτσι με τίτλο «Βαδίζοντας στα χνάρια των μαχητών του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας», δηλαδή των μαχητών του εμφυλίου, ή με γιορτές «μίσους» στο Μελιγαλά, από νεοφυή ακροδεξιά περιτρίμματα. Με τη δράση ομάδων έμπρακτης τρομοκράτησης, κατά της ζωής και της περιουσίας «ταξικών» ή «ιδεολογικών» ή «φυλετικών» αντιπάλων, όπως η Χρυσή Αυγή παλαιότερα και οι αυτόκλητοι τιμωροί του Ρουβίκωνα πρόσφατα. Οι μεν γιατί, ογδόντα χρόνια μετά, δεν μπορούν να αποδεχθούν την ήττα. Οι δε γιατί, ενώ νίκησαν δεν έχουν εξαφανίσει τον αντίπαλο, εντελώς
Δεν ξέρω αν αυτή η παθογένεια συνεχίζεται γιατί «το ‘χουμε στο αίμα μας» ή «είναι το ίδιον της φυλής, από αρχαιοτάτων χρόνων». Επιτέλους, τι χρειάζεται για να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτό το σαράκι είναι μια από τις κύριες αιτίες της κακοδαιμονίας μας, εμποδίζοντας κάθε συναίνεση και συνεργασία που είναι απαραίτητες για να πάμε μπροστά; 
Σε ένα ταχύτατα μεταβαλλόμενο κόσμο δεν έχουμε την πολυτέλεια να κοιτάμε πίσω, ζητώντας δικαίωση για το απώτερο παρελθόν ή προσπαθώντας να αλλάξουμε την ιστορία. Δεν υπάρχει τίποτε καλό στον εμφύλιο για να αξίζει να το θυμόμαστε! Οφείλουμε να επιδιώξουμε τα θέματα του εμφυλίου πολέμου και γενικώς των εμφύλιων διχασμών, να ανήκουν, οριστικά, στην επιστήμη της ιστορίας και στους ιστορικούς και όχι στην τρέχουσα πολιτική. 
Και για όσους δεν έχουν πειστεί ακόμη, συνιστώ να δουν τον Λαβύρινθο του Πάνα. Παρεμπιπτόντως, η ταινία ξαναπροβάλλεται, τώρα, στην Αθήνα, για την επέτειο των 20 χρόνων από την πρώτη προβολή της.