Το ΠΑΣΟΚ και η ακατανίκητη έλξη της αυτοϋπονόμευσης

Γιάννης Χοχλακάκης 30 Αυγ 2026

Η στήριξη της Έλενας Ακρίτα για την αντιπροεδρία της Βουλής φανερώνει τη στρατηγική σύγχυση μιας παράταξης που διεκδικεί τον χώρο της θεσμικής σοβαρότητας, αλλά εξακολουθεί να αναζητεί πιστοποιητικά προοδευτικότητας από τον ΣΥΡΙΖΑ.

Υπάρχουν κοινοβουλευτικές επιλογές που μοιάζουν δευτερεύουσες, όμως αποκαλύπτουν ολόκληρη την πολιτική φυσιογνωμία ενός κόμματος. Η πρόθεση του ΠΑΣΟΚ να υπερψηφίσει την Έλενα Ακρίτα για την αντιπροεδρία της Βουλής ανήκει ακριβώς σε αυτή την κατηγορία. Μια φαινομενικά θεσμική χειρονομία φωτίζει τη βαθύτερη στρατηγική αμηχανία της Χαριλάου Τρικούπη και τη διαρκή αδυναμία της να επιλέξει ανάμεσα στη μεταρρυθμιστική Κεντροαριστερά και στην καταγγελτική κουλτούρα του ΣΥΡΙΖΑ.

Λίγους μήνες μετά την άρνησή του να υπερψηφίσει τον Γιάννη Στουρνάρα, το ΠΑΣΟΚ εμφανίζεται πρόθυμο να στηρίξει μια υποψηφιότητα ταυτισμένη με τον οξύ, προσωποποιημένο και διχαστικό πολιτικό λόγο. Η σύγκριση υπερβαίνει τα δύο πρόσωπα. Αναδεικνύει τις πολιτικές και αξιακές προτεραιότητες μιας παράταξης που διεκδικεί κυβερνητικό ρόλο, ενώ σε κάθε κρίσιμη συμβολική στιγμή στρέφεται προς τα αντανακλαστικά της περιόδου του αντιμνημονιακού διχασμού.

Ο Γιάννης Στουρνάρας, με όλες τις θεμιτές ενστάσεις για επιμέρους επιλογές του, συνδέθηκε με την ευρωπαϊκή σταθερότητα, τη δημοσιονομική ευθύνη και την παραμονή της χώρας στον πυρήνα της Ευρώπης. Η Έλενα Ακρίτα εξέφρασε την πιο επιθετική εκδοχή του συριζαϊκού δημόσιου λόγου: προσωπικές επιθέσεις, ηθική απαξίωση των αντιπάλων και μια αντίληψη που μετατρέπει την πολιτική αντιπαράθεση σε σύγκρουση ανάμεσα στους ηθικά ανώτερους και στους συλλογικά ύποπτους.

Απέναντι στον πρώτο, το ΠΑΣΟΚ ανακάλυψε λόγους διαφοροποίησης. Απέναντι στη δεύτερη, ανακαλύπτει την κοινοβουλευτική παράδοση και τον σεβασμό στο δικαίωμα κάθε κόμματος να εκπροσωπείται στο προεδρείο της Βουλής. Πρόκειται για μια ιδιότυπη, επιλεκτική θεσμικότητα: αυστηρή προς ό,τι συμβολίζει την ευρωπαϊκή κανονικότητα, εξαιρετικά ελαστική προς ό,τι παραπέμπει στον καταγγελτικό ριζοσπαστισμό.

Η ιστορική εμπειρία θα έπρεπε να έχει λειτουργήσει ως προειδοποίηση. Τον Φεβρουάριο του 2015, το ΠΑΣΟΚ υπερψήφισε τη Ζωή Κωνσταντοπούλου για την προεδρία της Βουλής, στο όνομα του θεσμικού πολιτισμού και του σεβασμού στην πρόταση της τότε κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Η επιλογή εκείνη πρόσφερε ευρύτατη πολιτική νομιμοποίηση σε μια βαθιά συγκρουσιακή αντίληψη για τη λειτουργία του Κοινοβουλίου. Λίγες ώρες αργότερα, το ίδιο το ΠΑΣΟΚ χαρακτήριζε την πρώτη ομιλία της «κομματικότερη του κόμματός της».

Έντεκα χρόνια αργότερα, η ίδια πολιτική αφέλεια επιστρέφει ως θεσμική συνέπεια. Όμως τα πρόσωπα στα κορυφαία κοινοβουλευτικά αξιώματα συμβολίζουν ένα ύφος, μια αντίληψη για τη δημοκρατία και μια συγκεκριμένη πολιτική κουλτούρα. Η ψήφος προς αυτά αποτελεί πολιτική αξιολόγηση και υπέρβαση της απλής κοινοβουλευτικής αβρότητας.

Το βαθύτερο πρόβλημα βρίσκεται στην ακατανίκητη φοβία της Χαριλάου Τρικούπη απέναντι στην κατηγορία της «δεξιάς στροφής». Το ΠΑΣΟΚ επιθυμεί να προσελκύσει τους μετριοπαθείς πολίτες, αλλά φοβάται να συγκρουστεί με τα στερεότυπα της καταγγελτικής Αριστεράς. Μιλά για αυτόνομη πορεία, αλλά αναζητεί μονίμως σημεία σύγκλισης με τον ΣΥΡΙΖΑ. Επικαλείται την κυβερνητική αξιοπιστία, αλλά αντιμετωπίζει τη μεταρρυθμιστική του παράδοση σαν ενοχλητική οικογενειακή ανάμνηση.

Αυτή η στρατηγική χαρίζει στον ΣΥΡΙΖΑ το δικαίωμα να καθορίζει τα όρια της προοδευτικής πολιτικής. Το ΠΑΣΟΚ εμφανίζεται έτσι ως ο ευπρεπέστερος συνοδοιπόρος ενός χώρου που εξακολουθεί να κουβαλά το πολιτικό και θεσμικό φορτίο του 2015. Αντί να οικοδομεί μια σύγχρονη σοσιαλδημοκρατική πρόταση, προσπαθεί να κερδίσει ένα ακροατήριο διαμορφωμένο από τον αντιμνημονιακό λαϊκισμό.

Η εκσυγχρονιστική Κεντροαριστερά συγκροτήθηκε πάνω σε διαφορετικές αρχές: ευρωπαϊκός προσανατολισμός, ισχυροί θεσμοί, μεταρρυθμίσεις, αξιολόγηση, δημοσιονομική αξιοπιστία και ηθική της ευθύνης. Η προοδευτική πολιτική κρίνεται από τη στάση απέναντι στην αλλαγή και όχι από την ένταση της αντιδεξιάς ρητορικής.

Το ΠΑΣΟΚ καλείται κάποτε να αποφασίσει ποια παράδοση επιθυμεί να εκπροσωπήσει. Εκείνη της ευρωπαϊκής αλλαγής και του δημοκρατικού εκσυγχρονισμού ή εκείνη της διαρκούς προσαρμογής στις απαιτήσεις του συριζαϊκού ακροατηρίου; Μέχρι τότε, θα συνεχίζει να διεκδικεί την κυβερνητική αξιοπιστία με τις διακηρύξεις του και να την ακυρώνει με τις επιλογές του.