Η δημοκρατία δεν κρίνεται μόνο από την ομαλή διεξαγωγή των εκλογών, αλλά κυρίως από την ικανότητά της να παράγει σταθερές, αποτελεσματικές και θεσμικά υπεύθυνες κυβερνήσεις. Σε μια εποχή γεωπολιτικών αναταράξεων, οικονομικών προκλήσεων και αυξημένων κοινωνικών απαιτήσεων, η κυβερνησιμότητα αναδεικνύεται σε βασική προϋπόθεση για την πρόοδο και την ασφάλεια της χώρας. Η Ελλάδα καλείται να αποδείξει ότι μπορεί να υπερβεί τις παθογένειες του παρελθόντος, να ενισχύσει την εμπιστοσύνη στους θεσμούς και να διαμορφώσει μια νέα πολιτική κουλτούρα, όπου η συνεννόηση, η λογοδοσία και η θεσμική συνέπεια θα υπερισχύουν της πόλωσης και του πρόσκαιρου κομματικού οφέλους. Εισερχόμαστε λοιπόν σε μερικούς μήνες σε μια εκλογική περίοδο όπου το κεντρικό ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος θα έρθει πρώτος, αλλά αν η χώρα θα μπορέσει να κυβερνηθεί αποτελεσματικά την επόμενη μέρα.
Το πολιτικό σκηνικό είναι κατακερματισμένο, η εμπιστοσύνη στους θεσμούς χαμηλή, και η κοινωνία κουρασμένη από διαδοχικές κρίσεις. Σε αυτό το περιβάλλον, η κυβερνησιμότητα δεν είναι τεχνικό ζήτημα, είναι υπαρξιακό.
Η πραγματική πρόκληση λοιπόν δεν είναι ποιος θα κερδίσει, αλλά ποιος θα κυβερνήσει. Με βάση τα σημερινά δεδομένα, η Ελλάδα οδεύει σε εκλογές όπου η αυτοδυναμία δεν είναι δεδομένη. Αυτό δεν σημαίνει ακυβερνησία, σημαίνει ότι η χώρα θα χρειαστεί είτε αυτοδύναμη κυβέρνηση με καθαρή εντολή, ή κυβέρνηση συνεργασίας, εφόσον το αποτέλεσμα το επιτάξει.
Η κυβερνησιμότητα δεν είναι πολυτέλεια. Είναι προϋπόθεση για σταθερότητα, επενδύσεις, θεσμική λειτουργία, διεθνή αξιοπιστία. Η Ελλάδα δεν μπορεί να μπει σε περιπέτειες παρατεταμένης αστάθειας.
Οι συνεργασίες δεν είναι αδυναμία, είναι ευρωπαϊκός κανόνας
Στην Ελλάδα υπάρχει η αντίληψη ότι το μικρότερο κόμμα σε μια κυβερνητική συνεργασία «καίγεται». Αυτό δεν είναι κανόνας, είναι ελληνική παθογένεια. Η κουλτούρα συνεργασιών στην Ελλάδα είναι πράγματι αδύναμη, αλλά δεν είναι θέσφατο ότι ο μικρός εταίρος χάνει. Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες όπως Γερμανία, Ολλανδία, Δανία, Φινλανδία μικρά κόμματα κερδίζουν κύρος με τη συνεργασία, όταν έχουν σαφές προφίλ, συγκεκριμένες νίκες πολιτικής και δεν «διαλύονται» μέσα στον μεγάλο εταίρο. Σε αυτές τις χώρες μικρά κόμματα συμμετέχουν σε κυβερνήσεις, και κατορθώνουν και να κερδίζουν κύρος, και να αυξάνουν την επιρροή τους, και να ενισχύουν την εκλογική τους δύναμη.
Το κλειδί είναι η καθαρή ταυτότητα και οι συγκεκριμένες πολιτικές νίκες και όχι η διάχυση μέσα στον μεγάλο εταίρο. Η Ελλάδα πρέπει να αποκτήσει κουλτούρα συνεργασιών. Όχι γιατί το επιβάλλει η αριθμητική, αλλά γιατί το επιβάλλει η θεσμική ωριμότητα.
Αυτή την περίοδο στην Ελλάδα παρατηρείται κρίση ψηφοφόρων. Το τελευταίο διάστημα βλέπουμε ο ΣΥΡΙΖΑ να μπαίνει σε νέο κύκλο ενδοσκόπησης μέχρι σημείου διάλυσης, ενώ με βάση τις τρέχουσες δημοσκοπήσεις παρατηρείται το παράδοξο το νέο κόμμα του Αλέξη Τσίπρα, παρά την τραυματική προηγούμενη διακυβέρνηση του να καταλαμβάνει τη δεύτερη θέση. Αυτό καταδεικνύει ότι υπάρχει πόλωση, υπάρχει έλλειψη εναλλακτικών με ισχυρή ταυτότητα, δείχνει ότι κυριαρχεί η συναισθηματική ψήφο, και επίσης την αδυναμία του ΠΑΣΟΚ να γίνει πειστική εναλλακτική. Αυτά δεν είναι ένδειξη «καλής κρίσης» ή «κακής κρίσης» των ψηφοφόρων. Είναι ένδειξη ότι το πολιτικό σύστημα δεν παράγει νέες, πειστικές προτάσεις εξουσίας.
Το ΠΑΣΟΚ, ένα κόμμα με ιστορία δυσκολεύεται. Έχει ιστορικό βάρος, αλλά όχι καθαρή και σύγχρονη ταυτότητα. Αυτό το εμποδίζει να υπερκεράσει τον Τσίπρα και να κατακτήσει τη δεύτερη θέση. Το λάθος που κάνει είναι ότι κινείται αμυντικά, όχι επιθετικά, δεν έχει ξεκάθαρο αφήγημα για το μέλλον, δεν έχει πειστική ηγετική προβολή, και δεν έχει καταφέρει να γίνει ο φυσικός φορέας της κεντροαριστεράς.
Αυτό που κάνει σε αντιδιαστολή ο Τσίπρας είναι να παρουσιάζει ένα προσωποπαγές αφήγημα, να παίζει στο πεδίο του συναισθήματος, και να διατηρεί την ισχυρή αναγνωρισιμότητα του.
Το αποτέλεσμα είναι ότι η κεντροαριστερά παραμένει χωρίς ξεκάθαρο ηγετικό πόλο.
Τελικά είναι η Ελλάδα «μη διακυβερνήσιμη»;
Η σύντομη απάντηση είναι Όχι. Αυτό είναι πολιτικό πυροτέχνημα που όσοι το διατυπώνουν εν γνώση τους συνωμοσιολογούν και προσβλέπουν σε ίδιον όφελος. Η Ελλάδα μπορεί να κυβερνηθεί, αλλά χρειάζεται, θεσμική σοβαρότητα, συνεννόηση, σταθερότητα, καθαρό σχέδιο, και πολιτική ωριμότητα. Το πρόβλημα δεν είναι η χώρα. Το πρόβλημα είναι η κουλτούρα του πολιτικού συστήματος.
Η συνωμοσιολογία και οι «ψεκασμένοι» είναι υπαρκτό πρόβλημα και δεν είναι μόνο ελληνική ιδιαιτερότητα. Η Ελλάδα όμως έχει υψηλά επίπεδα συνωμοσιολογικής σκέψης. Αυτό βλάπτει την εμπιστοσύνη στους θεσμούς, την κοινωνική συνοχή, και την ποιότητα του δημόσιου διαλόγου. Αυτό θα μπορούσε να βελτιωθεί μέσα από την κατάλληλη παιδεία, μέσα από την καλλιέργεια της ικανότητας των πολιτών να βρίσκουν, να καταλαβαίνουν και να κρίνουν τις πληροφορίες που διαβάζουν και να μπορούν να ξεχωρίζουν την αλήθεια από τα ψέματα και το πώς τα ΜΜΕ επηρεάζουν τη σκέψη τους (media literacy-εγγραμματισμός στα ΜΜΕ). Αλλά και μέσα από τη θεσμική αξιοπιστία, και την υπεύθυνη ενημέρωση. Όταν το κράτος λειτουργεί σοβαρά, οι συνωμοσίες χάνουν έδαφος.
Πως λειτούργησε η σημερινή κυβέρνηση; Θα λέγαμε ότι είχε κάποιες επιτυχίες, όπως μακροοικονομική σταθερότητα, έφερε επενδύσεις, και προώθησε το ψηφιακό μετασχηματισμό του κράτους. Όμως απέτυχε στη θεσμική αξιοπιστία (υποκλοπές, κράτος δικαίου), δημιουργήθηκαν ανισότητες, φανέρωσε αίσθηση αλαζονείας, και δεν προώθησε την λογοδοσία. Έτσι χάθηκε η εμπιστοσύνη των πολιτών. Για να ξανακερδίσει ξανά την εμπιστοσύνη πρέπει να στοχεύσει στην ενίσχυση του κράτους δικαίου, να προωθήσει τη διαφάνεια και τη μείωση των ανισοτήτων, και τέλος να δώσει έμφαση στην ουσία και όχι στην επικοινωνία.
Επιστροφή στην κανονικότητα;
Μετά από όσα είδαμε να γίνονται τα τελευταία χρόνια θα μπορούσαμε να πούμε ότι οικονομικά έχουμε σε κάποιο βαθμό προσεγγίσει την κανονικότητα. Όμως θεσμικά και κοινωνικά είμαστε ακόμη μακριά. Η κανονικότητα απαιτεί σε αυτόν τον τομέα, ισχυρούς θεσμούς, εμπιστοσύνη, σταθερότητα, και πολιτική ωριμότητα. Μπορούμε να είμαστε αισιόδοξοι; Ναι, αλλά όχι αφελώς.
Η Ελλάδα έχει ανθρώπινο δυναμικό, γεωπολιτική θέση, οικονομική δυναμική, και ευρωπαϊκή στήριξη. Αυτό που λείπει είναι, η θεσμική σοβαρότητα, η πολιτική συνεννόηση, και η σταθερή κυβερνησιμότητα. Η επόμενη εκλογική αναμέτρηση δεν είναι απλώς μια μάχη κομμάτων. Είναι μια μάχη για το πώς θα κυβερνηθεί η χώρα. Και αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα.
Στο τέλος της ημέρας, η ποιότητα μιας δημοκρατίας δεν μετριέται μόνο από το εκλογικό αποτέλεσμα, αλλά από την ικανότητά της να μετατρέπει τη λαϊκή εντολή σε αποτελεσματική και αξιόπιστη διακυβέρνηση. Οι ισχυροί θεσμοί, η πολιτική συνεργασία όταν αυτή απαιτείται, η διαφάνεια και η λογοδοσία δεν αποτελούν παραχωρήσεις ούτε ενδείξεις αδυναμίας. Αποτελούν τα θεμέλια κάθε σύγχρονου ευρωπαϊκού κράτους δικαίου. Η Ελλάδα έχει πλέον την εμπειρία να γνωρίζει ότι η παρατεταμένη πολιτική αστάθεια έχει υψηλό οικονομικό, κοινωνικό και θεσμικό κόστος. Το πραγματικό ζητούμενο, επομένως, δεν είναι μόνο ποιος θα κερδίσει τις εκλογές, αλλά αν το πολιτικό σύστημα θα αποδείξει την απαιτούμενη ωριμότητα ώστε να εξασφαλίσει σταθερή διακυβέρνηση, να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη των πολιτών και να υπηρετήσει το δημόσιο συμφέρον. Γιατί τελικά, η δύναμη ενός κράτους δεν βρίσκεται στα πρόσωπα που το κυβερνούν, αλλά στην ανθεκτικότητα των θεσμών του και στην ικανότητα του πολιτικού του συστήματος να συνεργάζεται, να λογοδοτεί και να εγγυάται τη συνέχεια της δημοκρατίας.