Όταν οι δημοσκοπήσεις δεν αρέσουν, δεν φταίνε πάντα οι δημοσκόποι

Παναγιώτης Λούσκος 01 Ιουν 2026

Η αντίδραση του ΠΑΣΟΚ απέναντι στις τελευταίες δημοσκοπήσεις είναι πολιτικά κατανοητή, αλλά στρατηγικά προβληματική. Όταν ένα κόμμα βλέπει τα ποσοστά του να πιέζονται και, ταυτόχρονα, να αμφισβητείται η κυριαρχία του στον χώρο της Κεντροαριστεράς, είναι φυσικό να αναζητά εξηγήσεις. Όμως άλλο πράγμα αποτελεί η τεκμηριωμένη κριτική στη μεθοδολογία μιας έρευνας και άλλο η συνολική απαξίωση των εταιρειών δημοσκοπήσεων μόνο και μόνο επειδή τα ευρήματά τους είναι δυσάρεστα.

Το τελευταίο διάστημα είναι εμφανές ότι η πολιτική επανεμφάνιση του Αλέξη Τσίπρα έχει προκαλέσει έντονη κινητικότητα στον προοδευτικό χώρο. Είτε πρόκειται για ένα νέο πολιτικό εγχείρημα είτε για έναν πιο ενεργό δημόσιο ρόλο του πρώην πρωθυπουργού, ακόμη και η παρουσία του στη δημόσια συζήτηση φαίνεται να επηρεάζει τις πολιτικές ισορροπίες και να δημιουργεί ανασφάλεια σε κόμματα που επένδυσαν πολιτικά στην αποδυνάμωση του ΣΥΡΙΖΑ μετά τις εκλογές.

Αντί, λοιπόν, το ΠΑΣΟΚ να διαβάσει αυτές τις τάσεις ως ένα πολιτικό μήνυμα, μοιάζει συχνά να επιλέγει τη σύγκρουση με τις ίδιες τις μετρήσεις. Μια τέτοια επιλογή, όμως, μπορεί να οδηγήσει ακριβώς στα αντίθετα αποτελέσματα. Η πλήρης απαξίωση των δημοσκοπήσεων ενδέχεται να απομακρύνει ακόμη και ψηφοφόρους του κόμματος από τη διαδικασία συμμετοχής σε αυτές, με συνέπειες που δύσκολα μπορούν να προβλεφθούν.

Σε μια χώρα όπου η εικόνα και η επικοινωνία τείνουν συχνά να υποκαθιστούν τον ουσιαστικό πολιτικό λόγο και την πραγματική αντιπαράθεση, μια τέτοια εξέλιξη θα ήταν ιδιαίτερα αρνητική.

Η πολιτική αντιπαράθεση με τον Τσίπρα δεν μπορεί να γίνεται με όρους φόβου, άρνησης ή επικοινωνιακής αμφισβήτησης των δημοσκοπήσεων. Οφείλει να γίνεται με όρους πολιτικής πρότασης και, κυρίως, με όρους μέλλοντος.

Επιπλέον, όσο αυτή η αντιπαράθεση εξελίσσεται αποκλειστικά μέσα στο πεδίο της Κεντροαριστεράς, τόσο περισσότερο μένουν εκτός κάδρου η Νέα Δημοκρατία και ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Και αν τελικά οι δημοσκοπήσεις επιβεβαιωθούν το επόμενο διάστημα, τότε το ΠΑΣΟΚ κινδυνεύει να βρεθεί χωρίς πειστικό πολιτικό αφήγημα — ένα αφήγημα που δεν μπορεί να περιορίζεται απλώς στο «νίκη έστω και με μία ψήφο διαφορά».

Οι πολίτες δεν ενδιαφέρονται τόσο για το ποιος θα κυριαρχήσει εσωκομματικά στην Κεντροαριστερά ούτε για το ποιος θα κερδίσει τον επικοινωνιακό πόλεμο των ποσοστών. Αυτό που πραγματικά αναζητούν είναι ποιος διαθέτει σχέδιο για την οικονομία, το κοινωνικό κράτος, τη νέα γενιά, την καθημερινότητα, την ακρίβεια και τη λειτουργία των θεσμών τα επόμενα χρόνια.

Αν το ΠΑΣΟΚ θεωρεί ότι μπορεί να εκφράσει με πιο σύγχρονο και αξιόπιστο τρόπο τον προοδευτικό χώρο σε σχέση με τον Τσίπρα, τότε οφείλει να το αποδείξει πολιτικά και προγραμματικά. Να μιλήσει για το αύριο και όχι να εγκλωβιστεί σε μια διαρκή άμυνα απέναντι στις δημοσκοπήσεις ή στα σενάρια επιστροφής παλαιών πολιτικών πρωταγωνιστών.

Παράλληλα, χρειάζεται να οργανώσει μια αξιόπιστη ομάδα στελεχών που θα μπορεί να σηκώσει αυτό το βάρος και ταυτόχρονα να αναλύει και να απαντά καθημερινά στην επικαιρότητα με ενιαίο πολιτικό λόγο. Με άλλα λόγια, χρειάζεται ένα πραγματικό καθημερινό πολιτικό κέντρο, ικανό να συντονίζει τη δημόσια εικόνα και την πολιτική παρέμβαση του κόμματος.

Ταυτόχρονα, η λειτουργία των συλλογικών οργάνων του κόμματος οφείλει να αλλάξει ουσιαστικά σε σχέση με το παρελθόν. Η τακτική σύγκλησή τους διασφαλίζει τον δημοκρατικό διάλογο, τον πλουραλισμό, τη διαφορετικότητα των απόψεων και τελικά τη σύνθεση. Όλες αυτές οι «λεπτομέρειες» είναι που μπορούν να ενισχύσουν την εικόνα του προέδρου και τα συγκριτικά του πλεονεκτήματα απέναντι στους πολιτικούς του ανταγωνιστές.

Η εύκολη επιλογή είναι να καταγγέλλεις τις μετρήσεις όταν δεν σε ευνοούν. Η δύσκολη — αλλά πολιτικά ουσιαστική — επιλογή είναι να αναρωτηθείς γιατί ένα κομμάτι της κοινωνίας εξακολουθεί να αναζητά εναλλακτικές εκφράσεις στον ίδιο πολιτικό χώρο.

Στο τέλος της ημέρας, οι δημοσκοπήσεις ούτε εκλέγουν ούτε ανατρέπουν κυβερνήσεις. Καταγράφουν, όμως, τάσεις και διαθέσεις. Και τα κόμματα που επιλέγουν να ακούν μόνο τα ευχάριστα μηνύματα συνήθως αργούν να αντιληφθούν τις πραγματικές αλλαγές που συντελούνται στην κοινωνία.