Ένα πογκρόμ, μια πολιτική στρατηγική και ένα ιστορικό μάθημα για τις μειονότητες, τον εθνικισμό και τη γεωπολιτική
Υπάρχουν γεγονότα στην ιστορία των ελληνοτουρκικών σχέσεων που δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως απλές διμερείς «διαφορές». Η 6η και 7η Σεπτεμβρίου 1955 ανήκουν αναμφισβήτητα σε αυτή την κατηγορία.
Το πογκρόμ της Κωνσταντινούπολης δεν ήταν απλώς μια έκρηξη λαϊκής οργής. Ήταν ένα γεγονός με βαθιές πολιτικές, κοινωνικές και γεωπολιτικές διαστάσεις, το οποίο προκάλεσε τεράστιες υλικές καταστροφές και, κυρίως, επέφερε ένα βαρύ πλήγμα στην ιστορική ελληνική κοινότητα της Πόλης.
Οι συνέπειές του δεν περιορίστηκαν στις δύο εκείνες νύχτες. Το 1955 αποτέλεσε σημείο καμπής στη σταδιακή συρρίκνωση του Ελληνισμού της Κωνσταντινούπολης.
Η Κωνσταντινούπολη πριν από το 1955
Στα μέσα του 20ού αιώνα η ελληνική κοινότητα της Κωνσταντινούπολης εξακολουθούσε να αποτελεί σημαντικό τμήμα της οικονομικής και κοινωνικής ζωής της πόλης.
Η παρουσία των Ρωμιών δεν ήταν μια πρόσφατη ιστορική συγκυρία. Συνδεόταν με μια παράδοση αιώνων, που είχε επιβιώσει ακόμη και μετά την οθωμανική κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης.
Το 1955 δεκάδες χιλιάδες Έλληνες κατοικούσαν στην πόλη. Είχαν δημιουργήσει επιχειρήσεις, σχολεία, εκκλησίες και κοινοτικά ιδρύματα και αποτελούσαν σημαντικό μέρος της εμπορικής και επαγγελματικής ζωής της.
Η κατάσταση όμως είχε αρχίσει να αλλάζει.
Η άνοδος του τουρκικού εθνικισμού, η πολιτική της κυβέρνησης του Αντνάν Μεντερές και, κυρίως, η κλιμάκωση του Κυπριακού δημιούργησαν ένα εξαιρετικά επικίνδυνο περιβάλλον για τις μη μουσουλμανικές μειονότητες.
Οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης βρέθηκαν στη θέση του «εσωτερικού εχθρού».
Το Κυπριακό ως καταλύτης
Στη δεκαετία του 1950 το Κυπριακό είχε μετατραπεί σε μείζον ζήτημα της ελληνικής και τουρκικής εξωτερικής πολιτικής.
Η απαίτηση των Ελληνοκυπρίων για αυτοδιάθεση και Ένωση με την Ελλάδα αντιμετωπιζόταν στην Τουρκία ως απειλή για τα τουρκικά συμφέροντα στην Κύπρο.
Η ένταση αυτή μεταφέρθηκε στο εσωτερικό της Τουρκίας.
Η ελληνική μειονότητα της Κωνσταντινούπολης, μολονότι αποτελούσε διαφορετική κοινωνική και πολιτική οντότητα από τους Ελληνοκυπρίους, έγινε εύκολος στόχος.
Η λογική ήταν απλή αλλά επικίνδυνη: η σύγκρουση με την Ελλάδα μπορούσε να μετατραπεί σε εχθρότητα εναντίον των Ελλήνων πολιτών της Τουρκίας.
Αυτό ακριβώς συνέβη.
Η έκρηξη στη Θεσσαλονίκη
Το γεγονός που χρησιμοποιήθηκε ως άμεσο πρόσχημα για το πογκρόμ ήταν η βομβιστική επίθεση στο τουρκικό προξενείο της Θεσσαλονίκης, στις 5 Σεπτεμβρίου 1955, στον χώρο όπου βρισκόταν η κατοικία που θεωρείται γενέτειρα του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ.
Η τουρκική κοινή γνώμη πληροφορήθηκε ότι η επίθεση ήταν έργο Ελλήνων.
Όμως η υπόθεση δεν ήταν τόσο απλή.
Ο Οκτάι Ενγκίν, Τούρκος υπάλληλος του προξενείου, συνελήφθη από τις ελληνικές αρχές. Αργότερα επέστρεψε στην Τουρκία και ακολούθησε σημαντική κρατική σταδιοδρομία.
Η επίθεση στη Θεσσαλονίκη χρησιμοποιήθηκε ως καταλύτης για τη δημιουργία ενός κλίματος μαζικής αγανάκτησης εναντίον των Ελλήνων.
Η εφημερίδα İstanbul Ekspres κυκλοφόρησε με έκτακτη έκδοση και προέβαλε το γεγονός με τρόπο που ενίσχυσε δραματικά την ένταση.
Λίγες ώρες αργότερα, η κατάσταση μετατράπηκε σε μαζική βία.
Από τη διαδήλωση στο πογκρόμ
Στην πλατεία Ταξίμ συγκεντρώθηκαν πλήθη και στη συνέχεια ομάδες επιτιθέμενων κινήθηκαν προς περιοχές όπου ζούσαν και δραστηριοποιούνταν Έλληνες.

Καταστήματα, κατοικίες, σχολεία και εκκλησίες λεηλατήθηκαν και καταστράφηκαν.
Οι επιθέσεις δεν περιορίστηκαν στους Έλληνες. Στο στόχαστρο βρέθηκαν επίσης Αρμένιοι και Εβραίοι, γεγονός που δείχνει ότι η βία εντασσόταν σε ένα ευρύτερο πλαίσιο εχθρότητας απέναντι στις μη μουσουλμανικές κοινότητες.
Ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι δεν υπάρχουν μόνο μαρτυρίες θυμάτων και μεταγενέστερες ιστορικές αναλύσεις.
Τα αμερικανικά διπλωματικά αρχεία της εποχής καταγράφουν ενδείξεις οργανωμένου και συντονισμένου χαρακτήρα των γεγονότων, καθώς και την ανεπαρκή επέμβαση των τουρκικών αρχών.
Αυτό είναι κρίσιμο για την ιστορική αποτίμηση του γεγονότος.
Δεν σημαίνει ότι κάθε λεπτομέρεια του σχεδιασμού ή η ακριβής αλυσίδα εντολών έχει αποσαφηνιστεί πλήρως. Σημαίνει όμως ότι η αντίληψη περί μιας απολύτως αυθόρμητης λαϊκής εξέγερσης δεν ανταποκρίνεται στα διαθέσιμα ιστορικά στοιχεία.
Η έκταση της καταστροφής
Οι αριθμοί διαφέρουν ανάλογα με την πηγή και τη μεθοδολογία καταγραφής.
Η καταστροφή όμως ήταν τεράστια.
Χιλιάδες ελληνικά καταστήματα και κατοικίες λεηλατήθηκαν ή καταστράφηκαν. Δεκάδες ορθόδοξες εκκλησίες υπέστησαν βανδαλισμούς και πυρπολήσεις, ενώ σχολεία και κοινοτικά ιδρύματα υπέστησαν σοβαρές ζημιές.
Υπήρξαν νεκροί και δεκάδες σοβαρά τραυματίες. Υπήρξαν επίσης βιασμοί και άλλες μορφές ακραίας βίας.
Και το σημαντικότερο: η καταστροφή δεν αφορούσε μόνο την περιουσία.
Αφορούσε την αίσθηση ασφάλειας μιας ολόκληρης κοινότητας.
Από εκείνη τη στιγμή πολλοί Έλληνες άρχισαν να αντιμετωπίζουν διαφορετικά το μέλλον τους στην Τουρκία.
Η δημογραφική συνέπεια
Εδώ βρίσκεται ίσως η σημαντικότερη διάσταση του 1955.
Το πογκρόμ δεν οδήγησε αυτομάτως στην εξαφάνιση της ελληνικής κοινότητας. Δημιούργησε όμως τις συνθήκες μέσα στις οποίες η παραμονή στην Κωνσταντινούπολη γινόταν ολοένα δυσκολότερη.
Το 1955 αποτέλεσε έναν ισχυρό επιταχυντή μιας διαδικασίας που είχε αρχίσει νωρίτερα και θα συνεχιζόταν με νέες πιέσεις και μέτρα, οδηγώντας τελικά σε δραματική μείωση του ελληνικού πληθυσμού.
Το αποτέλεσμα είναι γνωστό.
Μια κοινότητα δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων μετατράπηκε μέσα σε μερικές δεκαετίες σε μια μικρή εναπομείνασα μειονότητα.
Το πογκρόμ, επομένως, πρέπει να εξετάζεται όχι ως μεμονωμένο επεισόδιο αλλά ως κρίσιμος κρίκος μιας ευρύτερης διαδικασίας δημογραφικής και οικονομικής αποδυνάμωσης των μη μουσουλμανικών κοινοτήτων της Τουρκίας.
Η διάσταση της γεωπολιτικής
Το 1955 η Τουρκία και η Ελλάδα ήταν και οι δύο μέλη του ΝΑΤΟ.
Ο Ψυχρός Πόλεμος όμως είχε δημιουργήσει μια πραγματικότητα στην οποία η στρατηγική θέση της Τουρκίας είχε τεράστια σημασία για τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους δυτικούς συμμάχους.
Η Τουρκία αποτελούσε κρίσιμο ανάχωμα απέναντι στη Σοβιετική Ένωση.
Αυτό εξηγεί, χωρίς να δικαιολογεί, γιατί η διεθνής αντίδραση υπήρξε περιορισμένη.
Τα αμερικανικά διπλωματικά έγγραφα αποκαλύπτουν ότι η Ουάσιγκτον γνώριζε τη σοβαρότητα των γεγονότων και ανησυχούσε για τις συνέπειές τους στις σχέσεις Ελλάδας και Τουρκίας.
Η γεωπολιτική όμως είχε τη δική της λογική.
Η προστασία μιας μειονότητας και η απόδοση ευθυνών δεν είχαν το ίδιο βάρος με τη διατήρηση της συνοχής της δυτικής συμμαχίας απέναντι στη Σοβιετική Ένωση.
Είναι ένα από τα διαχρονικά διλήμματα της διεθνούς πολιτικής:
Τι συμβαίνει όταν οι αξίες συγκρούονται με τα στρατηγικά συμφέροντα;
Το ερώτημα παραμένει επίκαιρο.
Η ευθύνη της μνήμης
Η μνήμη της 6ης και 7ης Σεπτεμβρίου δεν πρέπει να μετατρέπεται σε εργαλείο συλλογικής ενοχοποίησης.
Δεν είναι όλοι οι Τούρκοι υπεύθυνοι για τις πράξεις ενός καθεστώτος, ενός κόμματος, κρατικών μηχανισμών ή ενός οργανωμένου όχλου.
Η ιστορική ευθύνη πρέπει να αποδίδεται με ακρίβεια.
Ακριβώς γι' αυτό η μνήμη έχει αξία.
Το πογκρόμ του 1955 μας υπενθυμίζει ότι οι μειονότητες δεν απειλούνται μόνο όταν ψηφίζονται νόμοι εναντίον τους.
Απειλούνται όταν η πολιτική εξουσία δημιουργεί ένα περιβάλλον στο οποίο ο «άλλος» παρουσιάζεται ως εχθρός.
Όταν η προπαγάνδα μετατρέπει έναν πολίτη σε εκπρόσωπο μιας υποτιθέμενης εθνικής απειλής.
Όταν η αστυνομία αδρανεί.
Όταν η κοινωνία συνηθίζει τη βία.
Και όταν η διεθνής κοινότητα επιλέγει τη σιωπή επειδή η γεωπολιτική συγκυρία το επιβάλλει.
Το μάθημα για σήμερα
Η 6η Σεπτεμβρίου 1955 δεν είναι μόνο μια επέτειος του Ελληνισμού.
Είναι ένα ευρωπαϊκό μάθημα για τη δημοκρατία, τις μειονότητες και τα όρια της πολιτικής του εθνικισμού.
Μας υπενθυμίζει ότι η ειρηνική συνύπαρξη δεν προστατεύεται από μόνη της.
Χρειάζεται θεσμούς.
Χρειάζεται κράτος δικαίου.
Χρειάζεται πολιτική ηγεσία που αρνείται να χρησιμοποιήσει τον φόβο και τον εθνικισμό για την επίτευξη βραχυπρόθεσμων πολιτικών στόχων.
Και χρειάζεται μια διεθνή κοινότητα που να μην αντιμετωπίζει τα ανθρώπινα δικαιώματα ως διαπραγματεύσιμο παράρτημα της γεωπολιτικής.
Εβδομήντα ένα χρόνια μετά, η Κωνσταντινούπολη εξακολουθεί να κουβαλά τα ίχνη εκείνης της νύχτας.
Και ο Ελληνισμός της Πόλης εξακολουθεί να υπάρχει — μικρός πλέον, αλλά ζωντανός.
Αυτό ίσως είναι και το σημαντικότερο μήνυμα.
Η Ιστορία δεν μπορεί να αλλάξει.
Μπορούμε όμως να επιλέξουμε τι θα διδαχθούμε από αυτήν.
Η 6η Σεπτεμβρίου δεν πρέπει να είναι ημέρα μίσους.
Πρέπει να είναι ημέρα μνήμης.
Και η μνήμη, όταν είναι πραγματικά ιστορική, δεν ζητά εκδίκηση.
Ζητά αλήθεια.