Οι εξαγγελίες του Πρωθυπουργού φέτος στη ΔΕΘ είναι ένα θετικό βήμα για την ανακούφιση των νοικοκυριών και της επιχειρηματικότητας. Το πραγματικό στοίχημα, όμως, είναι αν μπορούν να αποτελέσουν την αφετηρία ενός βαθύτερου μετασχηματισμού της ελληνικής οικονομίας.
Η ομιλία είχε δύο διακριτές όψεις. Η πρώτη ήταν άμεση και κοινωνική: φορολογικές ελαφρύνσεις, ενίσχυση συνταξιούχων, δημοσίων υπαλλήλων και οικογενειών, παρεμβάσεις για αγρότες, ελεύθερους επαγγελματίες και μικρομεσαίες επιχειρήσεις, αλλά και νέες πολιτικές για τη στέγη. Η δεύτερη ήταν πιο φιλόδοξη: υψηλότεροι μισθοί, περισσότερες επενδύσεις, χαμηλότερη ανεργία, ισχυρότερη μεταποίηση, ψηφιακός μετασχηματισμός, τεχνητή νοημοσύνη, ταχύτερη δικαιοσύνη, ενεργειακή ασφάλεια και μια νέα εθνική πολιτική για το νερό.
Η πρώτη όψη αφορά την Ελλάδα του σήμερα. Η δεύτερη την Ελλάδα του 2030.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η πρώτη μπορεί να χρηματοδοτήσει και να υπηρετήσει τη δεύτερη, ή αν θα μείνουμε σε μια ακόμη περίοδο διανομής ενός δημοσιονομικού μερίσματος χωρίς να αλλάξουμε αποφασιστικά το παραγωγικό υπόδειγμα της χώρας.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ελληνική οικονομία έχει κάνει μεγάλη διαδρομή από την κρίση της προηγούμενης δεκαετίας. Η δημοσιονομική εικόνα έχει βελτιωθεί, οι επενδύσεις έχουν αυξηθεί και η χώρα έχει αποκτήσει ξανά πρόσβαση στις αγορές με πολύ καλύτερους όρους.
Όμως η εικόνα της μακροοικονομίας δεν ταυτίζεται με την εικόνα της καθημερινότητας.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει επιβράδυνση της ανάπτυξης στο 1,8% το 2026 και 1,6% το 2027. Παράλληλα, η διαθεσιμότητα της κατοικίας παραμένει ιδιαίτερα δύσκολη, ενώ η παραγωγικότητα, η ποιότητα των δημόσιων υπηρεσιών και η επάρκεια ανθρώπινου κεφαλαίου εξακολουθούν να αποτελούν αδύνατα σημεία.
Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι απλώς ότι «η οικονομία πρέπει να αναπτυχθεί». Είναι ότι πρέπει να αναπτυχθεί με τρόπο που να μεταφράζεται σε πραγματική αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος.
Υπό αυτή την έννοια, η επιλογή της κυβέρνησης να δώσει έμφαση στη μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης της εργασίας είναι σωστή. Η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει υψηλή φορολογική επιβάρυνση της εργασίας σε σύγκριση με τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, γεγονός που περιορίζει τόσο το καθαρό εισόδημα των εργαζομένων όσο και τα κίνητρα για απασχόληση.
Η μείωση φόρων και εισφορών, επομένως, είναι προτιμότερη από μια νέα γενιά οριζόντιων επιδομάτων, διότι αφήνει μόνιμα μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος στην οικονομία και στην εργασία.
Το ίδιο ισχύει για τις παρεμβάσεις στους ελεύθερους επαγγελματίες, τη μείωση της προκαταβολής φόρου, τη βελτίωση της χρηματοδότησης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και τα μέτρα για τους αγρότες. Είναι μέτρα που μπορούν να ανακουφίσουν πραγματικές πιέσεις.
Η Ελλάδα, όμως, δεν χρειάζεται απλώς υψηλότερα εισοδήματα. Χρειάζεται και υψηλότερη παραγωγικότητα. Και εδώ βρίσκεται η ουσία.
Η αύξηση του κατώτατου μισθού προς τα 1.000 ευρώ είναι θετική, εφόσον συνοδεύεται από αντίστοιχη αύξηση της παραγωγικότητας. Το ίδιο ισχύει για τον στόχο μέσου μισθού 1.800 ευρώ. Οι μισθοί δεν μπορούν να αυξάνονται μακροχρόνια με διοικητικές αποφάσεις. Πρέπει να αυξάνονται επειδή κάθε εργαζόμενος παράγει περισσότερη αξία. Αυτό σημαίνει ότι η επόμενη μεγάλη ελληνική μεταρρύθμιση πρέπει να είναι μια εθνική στρατηγική παραγωγικότητας.
Η χώρα χρειάζεται επιχειρήσεις μεγαλύτερες, τεχνολογικά ισχυρότερες και περισσότερο εξωστρεφείς. Χρειάζεται περισσότερες επενδύσεις σε μηχανήματα, λογισμικό, έρευνα και ανάπτυξη. Χρειάζεται καλύτερα διοικητικά στελέχη, τεχνικές δεξιότητες, επαγγελματική εκπαίδευση και σύνδεση πανεπιστημίων με την παραγωγή και να επιτρέψει στις μικρές επιχειρήσεις που μπορούν να μεγαλώσουν.
Το ζητούμενο δεν είναι να έχουμε απλώς πολλές μικρές επιχειρήσεις που επιβιώνουν. Είναι να έχουμε περισσότερες επιχειρήσεις που γίνονται μεσαίες, περισσότερες μεσαίες που γίνονται μεγάλες και περισσότερες μεγάλες που γίνονται διεθνώς ανταγωνιστικές.
Η κατεύθυνση της διοχέτευσης κεφαλαίων μέσω της Αναπτυξιακής Τράπεζας είναι επομένως ιδιαίτερα σημαντική. Αν τα κεφάλαια αυτά κατευθυνθούν σε επενδύσεις παραγωγικής αναβάθμισης και όχι απλώς σε χρηματοδότηση της επιβίωσης.
Από όλες τις σημερινές κοινωνικές ανάγκες, η κατοικία είναι ίσως αυτή που απαιτεί τη μεγαλύτερη αλλαγή φιλοσοφίας. Η στήριξη της πρώτης κατοικίας και τα νέα προγράμματα χρηματοδότησης είναι χρήσιμα. Όμως μια χώρα δεν λύνει το στεγαστικό πρόβλημα επιδοτώντας μόνο τη ζήτηση. Όταν οι κατοικίες είναι λίγες και οι αγοραστές επιδοτούνται, ένα μέρος της επιδότησης μπορεί τελικά να ενσωματωθεί στις τιμές.
Η πραγματική λύση είναι η αύξηση της προσφοράς κατοικίας. Η στεγαστική πολιτική επομένως πρέπει να μετατραπεί από πολιτική επιδότησης του αγοραστή σε ολιστική παραγωγής κατοικίας. Αυτό θα ήταν και μια από τις σημαντικότερες δημογραφικές πολιτικές.
Η δημιουργία αποταμιευτικού «κουμπαρά» για τα παιδιά είναι ενδιαφέρουσα ιδέα. Ενθαρρύνει την αποταμίευση και δημιουργεί ένα κεφάλαιο για τη νέα γενιά. Δεν αρκεί όμως για να αντιμετωπίσει το δημογραφικό. Οι νέοι δεν καθυστερούν τη δημιουργία οικογένειας επειδή δεν έχουν κεφάλαιο στα 18 τους. Την καθυστερούν επειδή δυσκολεύονται να αποκτήσουν κατοικία, να βρουν σταθερή εργασία, να συνδυάσουν επαγγελματική και οικογενειακή ζωή και να ανταπεξέλθουν στο κόστος ανατροφής παιδιών.
Χρειάζεται, συνεπώς, ένα νέο εθνικό συμβόλαιο για τη νέα οικογένεια: κατοικία, παιδικοί σταθμοί, σχολεία, ευέλικτη εργασία, γονικές άδειες, φορολογικά κίνητρα, υγεία και ουσιαστική στήριξη των πρώτων ετών ζωής. Το δημογραφικό δεν αφορά ένα υπουργείο. Είναι οριζόντια πολιτική του κράτους.
Όσον αφορά το παραγωγικό όραμα που ανέπτυξε ο Πρωθυπουργός ήταν μια σωστή συζήτηση, αλλά δεν την ολοκλήρωσε. Η Ελλάδα χρειάζεται να απαντήσει με σαφήνεια σε ποιους τομείς θέλουμε να είμαστε πραγματικά ανταγωνιστικοί διεθνώς το 2035. Δεν αρκεί να λέμε «επενδύσεις», «τεχνητή νοημοσύνη» και «μεταποίηση». Χρειάζεται εθνική στρατηγική σε συγκεκριμένους κλάδους: φάρμακο, βιοτεχνολογία, ιατρική τεχνολογία, αμυντική βιομηχανία, αγροδιατροφή υψηλής προστιθέμενης αξίας, ναυτιλιακή τεχνολογία, πράσινη ναυτιλία, ενέργεια, αποθήκευση και ηλεκτρικά δίκτυα, logistics, ψηφιακές υπηρεσίες, τουρισμός υψηλής προστιθέμενης αξίας. Πρέπει να προσελκύουμε επενδύσεις που δημιουργούν τεχνογνωσία, εξαγωγές, υψηλούς μισθούς και ελληνικό ανθρώπινο κεφάλαιο.
Η πρόθεση να περάσουν εκατοντάδες χιλιάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης και του αυτοματισμού είναι απολύτως σωστή. Αλλά η τεχνολογία από μόνη της δεν αυξάνει την παραγωγικότητα. Χρειάζεται ταυτόχρονα: εκπαίδευση, διοικητική αναβάθμιση, κεφάλαια, πρόσβαση σε δεδομένα, κυβερνοασφάλεια, ψηφιακές υποδομές και κυρίως επιχειρήσεις που έχουν τη δυνατότητα να αξιοποιήσουν την τεχνολογία.
Η δικαιοσύνη είναι αναπτυξιακή υποδομή. Η επιτάχυνση επομένως της απονομής της πρέπει να αντιμετωπιστεί ως οικονομική μεταρρύθμιση πρώτης γραμμής. Μια επένδυση δεν κρίνεται μόνο από τον φορολογικό συντελεστή. Κρίνεται από το αν ο επενδυτής γνωρίζει ότι οι συμβάσεις του θα τηρηθούν, οι διαφορές του θα επιλυθούν και οι κανόνες θα εφαρμόζονται με ταχύτητα και προβλεψιμότητα.
Η Ελλάδα χρειάζεται ένα σύστημα δικαιοσύνης που να λειτουργεί με όρους σύγχρονης οικονομίας, ψηφιακός φάκελος, εξειδίκευση, αξιολόγηση, εναλλακτική επίλυση διαφορών και αυστηρά χρονοδιαγράμματα.
Ίσως η πιο υποτιμημένη στρατηγική εξαγγελία είναι η δημιουργία μιας πραγματικής εθνικής πολιτικής νερού. Η κλιματική αλλαγή μετατρέπει το νερό από θέμα υποδομών σε θέμα εθνικής ασφάλειας. Γεωργία, τουρισμός, πόλεις, ενέργεια και οικοσυστήματα θα ανταγωνίζονται όλο και περισσότερο για αυτόν τον περιορισμένο πόρο. Χρειάζονται ενοποίηση και εκσυγχρονισμός των φορέων, ψηφιακή παρακολούθηση δικτύων, δραστική μείωση διαρροών, έξυπνη άρδευση, επαναχρησιμοποίηση νερού, αφαλατώσεις όπου είναι οικονομικά και περιβαλλοντικά λογικές, έργα αποθήκευσης και νέα τιμολογιακή πολιτική που θα επιβραβεύει την εξοικονόμηση.
Το νερό είναι υποδομή ανάπτυξης του 21ου αιώνα.
Η ενεργειακή μετάβαση δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί μόνο ως περιβαλλοντική υποχρέωση. Μπορεί να αποτελέσει βιομηχανική στρατηγική. Η Ελλάδα χρειάζεται πολύ περισσότερες επενδύσεις σε δίκτυα, αποθήκευση, διασυνδέσεις, ανανεώσιμες πηγές, έξυπνα δίκτυα και ενεργειακή αποδοτικότητα. Πρέπει να περάσει από το στάδιο του παραγωγού φθηνής πράσινης ενέργειας στο στάδιο της χώρας που χρησιμοποιεί αυτή την ενέργεια για να προσελκύσει παραγωγή. Φθηνή και σταθερή ενέργεια μπορεί να αποτελέσει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα για τη βιομηχανία, τα data centres, τη μεταποίηση και τις νέες τεχνολογίες.
Η υγεία και η παιδεία ήταν η μεγάλη απουσία από την αναπτυξιακή συζήτηση. Καμία μακροπρόθεσμη στρατηγική δεν μπορεί να αγνοεί το ανθρώπινο κεφάλαιο. Πολλοί αναλυτές επισημαίνουν σημαντικές υστερήσεις της Ελλάδας σε υγεία, εκπαίδευση και στέγη, ενώ οι επιδόσεις των μαθητών παραμένουν κάτω από τους μέσους όρους του ΟΟΣΑ. Αυτό πρέπει να αλλάξει. Η Ελλάδα χρειάζεται: ένα πραγματικά σύγχρονο σχολείο, ενίσχυση μαθηματικών και φυσικών επιστημών, τεχνική και επαγγελματική εκπαίδευση υψηλού κύρους, σύνδεση πανεπιστημίων με επιχειρήσεις, περισσότερη εφαρμοσμένη έρευνα και ένα σύστημα δια βίου εκπαίδευσης που θα επιτρέπει στον εργαζόμενο να αλλάζει δεξιότητες σε όλη τη διάρκεια της ζωής του. Παράλληλα, η υγεία πρέπει να περάσει από τη λογική της απλής αύξησης δαπανών στη λογική της πρόληψης, της πρωτοβάθμιας φροντίδας, των ψηφιακών δεδομένων υγείας και της αξιολόγησης των αποτελεσμάτων. Το ανθρώπινο κεφάλαιο είναι η σημαντικότερη υποδομή μιας χώρας.
Υπάρχει ακόμη ένα στρατηγικό πλεονέκτημα που παραμένει σε μεγάλο βαθμό αναξιοποίητο, η ελληνική διασπορά. Η Ελλάδα πρέπει να δημιουργήσει μηχανισμούς ώστε εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες του εξωτερικού να συμμετέχουν στην ελληνική οικονομία ακόμη και αν παραμένουν εγκατεστημένοι αλλού.
Δίκτυα επενδυτών, επιστημονικές συνεργασίες, μεταφορά τεχνογνωσίας, mentoring νεοφυών επιχειρήσεων, κοινά ερευνητικά προγράμματα και κίνητρα επαναπατρισμού υψηλής ειδίκευσης μπορούν να μετατρέψουν το brain drain σε brain circulation.
Μια χώρα με τις γεωπολιτικές ιδιαιτερότητες της Ελλάδας οφείλει να επενδύει στην άμυνά της. Αλλά η αμυντική δαπάνη δεν πρέπει να καταλήγει αποκλειστικά σε εισαγωγές. Η επόμενη δεκαετία μπορεί να αποτελέσει ευκαιρία για ανάπτυξη ελληνικών δυνατοτήτων σε drones, αισθητήρες, λογισμικό, κυβερνοασφάλεια, ναυπηγική, ηλεκτρονικά και τεχνολογίες διπλής χρήσης. Έτσι η άμυνα μετατρέπεται, από καθαρό κόστος σε μοχλό τεχνολογικής ανάπτυξης.
Η ελληνική οικονομία έχει κάνει μεγάλη πρόοδο. Η Ελλάδα χρειάζεται τώρα να μετακινηθεί, από την κατανάλωση στην παραγωγή, από την επιβίωση στη μεγέθυνση, από τις μικρές επιχειρήσεις στις ανταγωνιστικές επιχειρήσεις, από τον τουρισμό χαμηλής προστιθέμενης αξίας στον τουρισμό υψηλής αξίας, από τις εισαγωγές τεχνολογίας στην παραγωγή τεχνολογίας, από το brain drain στο brain circulation, από τις επιδοτήσεις στην επένδυση, από τη γραφειοκρατία στην ταχύτητα, από τη διαχείριση κρίσεων στον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό.
Αυτό είναι το πραγματικό παραγωγικό συμβόλαιο που χρειάζεται η χώρα.
Οι εξαγγελίες της ΔΕΘ μπορούν να αξιολογηθούν θετικά ως προς την άμεση ανακούφιση.
Η μεγαλύτερη όμως αξία τους θα κριθεί στο αν οι στόχοι για επενδύσεις, μισθούς, μεταποίηση, τεχνητή νοημοσύνη, δικαιοσύνη, ενέργεια, νερό, παιδεία και υγεία μετατραπούν σε ένα συνεκτικό σχέδιο. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται απλώς μια καλύτερη διαχείριση. Χρειάζεται ένα νέο παραγωγικό υπόδειγμα. Χρειάζεται πολιτική διάρκεια, θεσμική συνέπεια και μια συμφωνία με την κοινωνία ότι οι θυσίες της προηγούμενης δεκαπενταετίας δεν θα χρησιμοποιηθούν απλώς για να επιστρέψουμε στην κατανάλωση του χθες, αλλά για να χτίσουμε την παραγωγική Ελλάδα του αύριο.
Η πραγματική επιτυχία της οικονομικής πολιτικής θα μετρηθεί από το αν το 2035 η Ελλάδα θα είναι μια χώρα όπου ένας νέος άνθρωπος μπορεί να βρει καλά αμειβόμενη εργασία, να αποκτήσει σπίτι, να κάνει οικογένεια, να δημιουργήσει επιχείρηση και να παράγει προϊόντα και υπηρεσίες που αγοράζει ο κόσμος.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται άλλο ένα μέρισμα. Χρειάζεται να παράγει περισσότερο μέρισμα. Δεν χρειάζεται απλώς να μοιράσει την ανάπτυξη, πρέπει να δημιουργήσει μια οικονομία που θα παράγει περισσότερη ανάπτυξη, περισσότερη παραγωγικότητα και περισσότερες ευκαιρίες.
ΠΗΓΕΣ / ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
International Monetary Fund, Greece: 2026 Article IV Consultation, May 2026.
European Commission, Economic Forecast for Greece, Spring 2026.
OECD, Taxing Wages 2026 – Greece.
Bank of Greece, Note on the Greek Economy, June 2026.
Ομιλία Κυριάκου Μητσοτάκη στην 90ή ΔΕΘ, 5 Σεπτεμβρίου 2026.
Reuters, Greek PM unveils plan to boost incomes ahead of elections, 5 September 2026.
Reuters, Greek PM rules out snap elections after unveiling tax cuts, wage hikes, 6 September 2026.