Η Σουηδία στο σταυροδρόμι: Η άνοδος των Φιλελευθέρων, η κατάρρευση των Σοσιαλδημοκρατών και μια εκλογή χωρίς σαφή νικητή

Δημήτριος Καρκαμάνης 08 Σεπ 2026

Την Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου η Σουηδία προσέρχεται στις κάλπες για τις γενικές εκλογές —Riksdag, περιφερειακά και δημοτικά συμβούλια ταυτόχρονα— σε ένα κλίμα πρωτοφανούς ρευστότητας. 

Η τετραετία της κυβέρνησης Kristersson, στηριγμένης στη συνεργασία Tidö (Moderaterna, Kristdemokraterna, Liberalerna, με εξωκοινοβουλευτική στήριξη των – ακροδεξιών – Sverigedemokraterna), κλείνει με τις δημοσκοπήσεις να δείχνουν δύο ταυτόχρονα, φαινομενικά αντιφατικά, φαινόμενα: την αναπάντεχη επάνοδο ενός κόμματος που θεωρούνταν πολιτικά νεκρό, και την πιο βαθιά πτώση που έχει καταγράψει ποτέ το ιστορικά κυρίαρχο κόμμα της σουηδικής πολιτικής.


Το σκηνικό των δημοσκοπήσεων στην τελική ευθεία


Οι τελευταίες μετρήσεις, από διαφορετικούς οίκους (Novus/TV4, Verian, Demoskop/Aftonbladet-SvD, Indikator/SR, Infostat), συγκλίνουν σε μία εικόνα: η απόσταση ανάμεσα στους δύο πολιτικούς συνασπισμούς —τον κυβερνητικό «μπλε-κίτρινο» χώρο και τον «ερυθροπράσινο» της αντιπολίτευσης— στενεύει σταθερά όσο πλησιάζει η κάλπη, χωρίς όμως να έχει ακόμη αντιστραφεί. 

Η τελευταία μέτρηση της Novus (1-5 Σεπτεμβρίου) δίνει προβάδισμα 2,4 ποσοστιαίων μονάδων στην αντιπολίτευση (S+V+MP+C 50,3% έναντι M+L+KD+SD 47,9%), ενώ ο συνδυασμένος δείκτης (poll of polls) πολλαπλών οίκων εμφανίζει την αντιπολίτευση (υπό τους Σοσιαλδημοκράτες) με προβάδισμα περίπου 8 μονάδων νωρίτερα τον Αύγουστο, να έχει συρρικνωθεί σε λιγότερο από τις μισές αυτή την εβδομάδα. 

Η εμπιστοσύνη των πολιτών στους πολιτικούς αρχηγούς του κάθε κόμματος 

Η εικόνα δεν είναι ενιαία: η Verian καταγράφει απόσταση 8,2 μονάδων, ενώ η Indikator δίνει ακόμη μεγαλύτερο προβάδισμα στην αντιπολίτευση (περίπου 5 μονάδες). Αυτή η διασπορά αποτελεί από μόνη της ένδειξη πόσο ρευστό είναι το πολιτικό τοπίο τις τελευταίες ημέρες πριν από την κάλπη.

Το φαινόμενο Liberalerna: επιστροφή από το χείλος της πολιτικής εξαφάνισης


Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο της τελικής ευθείας είναι η πορεία των Φιλελευθέρων (Liberalerna, L). Για μεγάλο μέρος της κοινοβουλευτικής περιόδου το κόμμα καταγραφόταν σταθερά γύρω στο 2%, βαθιά κάτω από το όριο εισόδου του 4% στο Riksdag — μια πορεία που πολλοί σχολιαστές θεωρούσαν προάγγελο οριστικής εξαφάνισης του ιστορικού φιλελεύθερου κόμματος από τη σουηδική πολιτική σκηνή.

Η ανατροπή ήρθε απότομα τις τελευταίες εβδομάδες: από περίπου 1,9-2,2% τον Αύγουστο, το κόμμα της Simona Mohamsson (31 ετών, αρχηγός των Liberaler από τις 24 Ιουνίου 2025, στην κυβέρνηση του Κρίστενσον υπουργός Παιδειας και Ενσωμάτωσης, παλαιστινιακής καταγωγής – ήρθε στη Σουηδία ως πρόσφυγας σε νηπιακή ηλικία με τους γονείς της από το Αμβούργο όπου βρέθηκαν αρχικά οι γονείς της) καταγράφηκε στο 3,3% σε μέτρηση της Novus, και στη συνέχεια, μόλις έξι ημέρες πριν από την κάλπη, στο 4,3% —η πρώτη καταγραφή πάνω από το όριο του 4% από τον Οκτώβριο του 2022. 

Άλλοι οίκοι (Verian, Demoskop) δείχνουν πιο συγκρατημένη αλλά ομόρροπη τάση, με το κόμμα να πλησιάζει το όριο χωρίς ακόμη σε όλες τις μετρήσεις να το ξεπερνά καθαρά.

Η εξήγηση που δίνουν οι ίδιοι οι ερευνητές δημόσιας γνώμης εστιάζει λιγότερο σε ουσιαστική μετατόπιση σε πολιτικές θέσεις και περισσότερο σε στρατηγική ψήφο υπέρ της κυβερνητικής σταθερότητας: 

το επιχείρημα ότι, χωρίς τους Φιλελεύθερους πάνω από το όριο, η κυβέρνηση Kristersson χάνει την κοινοβουλευτική της βάση, φαίνεται να έπεισε τμήμα του εκλογικού σώματος του κυβερνητικού συνασπισμού Tidö —ακόμη και ψηφοφόρους άλλων κομμάτων του συνασπισμού— να «δανείσουν» την ψήφο τους στους Φιλελεύθερους ώστε να μην χαθεί εντελώς. 

Είναι ενδεικτικό ότι ακόμη και στελέχη του Sverigedemokraterna φέρονται να ενθάρρυναν ανοιχτά τέτοιου είδους «ψήφο στήριξης». 

Παράλληλα, η ίδια η Mohamsson φαίνεται να έχει βελτιώσει την προσωπική της αξιοπιστία ως αρχηγός, χωρίς όμως το κόμμα να έχει κατακτήσει σαφή πλεονέκτημα σε κάποιο συγκεκριμένο θεματικό πεδίο (όπως παιδεία, όπου παραδοσιακά διεκδικεί ταυτότητα). 

Η άνοδος, δηλαδή, μοιάζει περισσότερο τακτική παρά ιδεολογική — κάτι που της προσδίδει και μια εγγενή αστάθεια έως την τελευταία στιγμή.


Η κατάρρευση των Σοσιαλδημοκρατών
Στον αντίποδα, οι Σοσιαλδημοκράτες (S), το κόμμα που για δεκαετίες αποτελούσε τον σταθερό πυρήνα της σουηδικής πολιτικής με ποσοστά σταθερά πάνω από 30-32%, βρίσκονται αντιμέτωποι με την πιο έντονη πτωτική πορεία των τελευταίων ετών.

Μετρήσεις τις τελευταίες εβδομάδες του Αυγούστου και τις πρώτες του Σεπτεμβρίου κατέγραψαν βουτιά ακόμη και κάτω από το 26% σε ορισμένους οίκους (η Indikator το τοποθέτησε σε ιστορικό χαμηλό 27,9% για τον συγκεκριμένο οίκο, ενώ η Novus κατέγραψε πτώση από 30,1% σε 25,8% μέσα σε έναν μήνα, πριν καταγράψει μερική ανάκαμψη στο 27,0% στην τελευταία μέτρηση). 

Ακόμη και αυτή η μερική ανάκαμψη, όμως, θα αντιστοιχούσε ενδεχομένως στη χειρότερη εκλογική επίδοση στην ιστορία του κόμματος.

Η πρόεδρος του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος και υποψήφια πρωθυπουργός Μαγνταλένα Άντερσον (Magdalena Andersson)


Οι αναλυτές αποδίδουν την πτώση σε συνδυασμό παραγόντων: την έλλειψη σαφήνειας ως προς το πώς το κόμμα σκοπεύει να σχηματίσει κυβέρνηση μετά τις εκλογές (δεδομένου ότι η ερυθροπράσινη πλευρά δεν αποτελεί ενιαίο συνασπισμό με κοινό πρόγραμμα, αλλά χαλαρή σύγκλιση τεσσάρων κομμάτων με σημαντικές μεταξύ τους διαφορές), καθώς και τη διαρροή ψηφοφόρων προς τα μικρότερα κόμματα της ίδιας παράταξης — Vänsterpartiet, Miljöpartiet και ιδίως το ανερχόμενο Centerpartiet, τα οποία φαίνεται να απορροφούν σημαντικό μέρος της δυσαρέσκειας πρώην ψηφοφόρων των Σοσιαλδημοκρατών. 

Ταυτόχρονα, στη μεριά του κυβερνητικού συνασπισμού Tidö οι Moderaterna (Δεξιοί Μετριοπαθείς) καταγράφουν τη χειρότερή τους επίδοση εδώ και επτά χρόνια, ενώ οι Sverigedemokraterna (το ακροδεξιό κόμμα SD) παραμένουν σχετικά σταθεροί γύρω στο 19-20%, διεκδικώντας πλέον ανοιχτά τη θέση του μεγαλύτερου κόμματος της δεξιάς πλευράς — μια συμβολικά κρίσιμη αντιπαράθεση με τους Moderaterna που στενεύει.


Οι προεκλογικές θέσεις των κομμάτων, εν συντομία


Η αντιπαράθεση διαρθρώνεται γύρω από πέντε βασικούς άξονες:

• Μετανάστευση: Παραμένει κεντρικό διακύβευμα. Η κυβέρνηση Kristersson διαχειρίστηκε τη μεταπολίτευση προς αυστηρότερη νομοθεσία μετά την κρίση του 2015, με πρωτοφανώς χαμηλούς αριθμούς αιτούντων άσυλο σήμερα. Η αντιπολίτευση είναι διχασμένη: Centerpartiet και Miljöpartiet τάσσονται υπέρ πιο ανθρωπιστικής προσέγγισης (π.χ. στο ζήτημα των απελάσεων εφήβων), ενώ οι Σοσιαλδημοκράτες κρατούν πιο συγκρατημένη, κεντρώα στάση, γεγονός που δημιουργεί εσωτερικές εντάσεις στην ίδια την ερυθροπράσινη πλευρά.
• Ενέργεια: Η πυρηνική ενέργεια και η αιολική παραγωγή αποτελούν κρίσιμα ζητήματα εν μέσω παρατεταμένης οικονομικής επιβράδυνσης και ενεργειακής ακρίβειας. Το Τιδö προωθεί επέκταση της πυρηνικής ενέργειας, ενώ το Miljöpartiet τάσσεται ρητά κατά νέας πυρηνικής ισχύος.
• Οικονομία: Η Σουηδία παραμένει σε καθεστώς οικονομικής στασιμότητας, με τα κόμματα να διαφωνούν για τον τρόπο στήριξης των νοικοκυριών, την ανεργία και την ανάπτυξη.
• Υγεία και πρόνοια: Κλασικό θέμα υψηλής προτεραιότητας για τους ψηφοφόρους, με έμφαση στην ισότιμη πρόσβαση ανεξαρτήτως περιφέρειας.
• Δημόσια τάξη: Η εγκληματικότητα και οι συμμοριακές βίαιες πράξεις παραμένουν κυρίαρχο θέμα, με τους Sverigedemokraterna να διεκδικούν την «ιδιοκτησία» του ζητήματος, αλλά και τους Σοσιαλδημοκράτες να έχουν προτείνει μέτρα όπως μείωση του ορίου ποινικής ευθύνης, κάτι που απορρίπτουν Miljöpartiet (Το Κόμμα του Περιβάλλοντος) και Vänsterpartiet (Το Αριστερό Κόμμα).


Σε επίπεδο συνασπισμών, το ερώτημα δεν είναι μόνο ποια πλευρά θα συγκεντρώσει περισσότερες έδρες συνολικά, αλλά και αν οι Φιλελεύθεροι θα περάσουν τελικά το όριο του 4% — κάτι που θα κρίνει αν ο κυβερνητικός συνασπισμός Tidö διαθέτει καν μαθηματική δυνατότητα πλειοψηφίας, ανεξαρτήτως της τελικής συνολικής απόστασης ανάμεσα στις δύο παρατάξεις.


Το εκλογικό σύστημα και η ψήφος του εξωτερικού


Η Σουηδία εφαρμόζει αναλογικό σύστημα με ενιαίο εθνικό όριο εισόδου 4% για το Riksdag (ή 12% σε μεμονωμένη εκλογική περιφέρεια). 

Η ψηφοφορία διεξάγεται ταυτόχρονα για τρία επίπεδα —εθνικό κοινοβούλιο, περιφερειακά συμβούλια (region) και δημοτικά συμβούλια (kommun)— με ξεχωριστά ψηφοδέλτια ανά κόμμα.


Η προκαταβολική ψήφος (förtidsröstning) είναι δυνατή εντός Σουηδίας από τις 26 Αυγούστου έως και την ημέρα των εκλογών, σε οποιοδήποτε εκλογικό κέντρο προκαταβολικής ψήφου στη χώρα, ανεξαρτήτως δήμου εγγραφής. 

Για τους Σουηδούς πολίτες που βρίσκονται στο εξωτερικό, προβλέπονται δύο δυνατότητες: η poströstning/brevröstning (ταχυδρομική ψήφος), εφικτή από τις 30 Ιουλίου, με αυστηρή προϋπόθεση να έχει παραληφθεί ο φάκελος πριν την έναρξη καταμέτρησης, και η αυτοπρόσωπη προκαταβολική ψήφος σε σουηδικές πρεσβείες και προξενεία, δυνατή από τις 20 Αυγούστου και μέχρι ημερομηνία που ορίζει η κάθε αντιπροσωπεία. 

Σημειώνεται ρητά ότι δεν είναι δυνατή η ψήφος από το εξωτερικό την ίδια ημέρα των εκλογών (13 Σεπτεμβρίου) — μόνο πριν από αυτήν. 

Οι εκπατρισμένοι Σουηδοί πολίτες παραμένουν αυτόματα εγγεγραμμένοι στους εκλογικούς καταλόγους για δέκα χρόνια από την αναχώρησή τους, μετά τα οποία απαιτείται ανανέωση εγγραφής μέσω της σουηδικής εφορίας (Skatteverket).


ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: μια εκλογή ισορροπίας, όχι αποφασιστικής ανατροπής


Με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα αυτή τη στιγμή, η εικόνα που διαμορφώνεται είναι μια εκλογή εξαιρετικά κλειστή, χωρίς κανένα από τα δύο στρατόπεδα να διαθέτει καθαρό, ασφαλές προβάδισμα. Η ερυθροπράσινη πλευρά (S, V, MP, C) διατηρεί οριακό αλλά συνεχώς συρρικνούμενο προβάδισμα σε πανσουηδικό επίπεδο, ωστόσο η εσωτερική της συνοχή είναι αμφίβολη — δεν πρόκειται για ενιαίο κυβερνητικό σχήμα, αλλά για τέσσερα κόμματα με ουσιώδεις διαφορές σε μετανάστευση, ενέργεια και ποινική πολιτική. 

Η πτώση των Σοσιαλδημοκρατών, ακόμη κι αν αποδειχθεί μικρότερη απ’ όσο έδειχναν οι πιο ακραίες μετρήσεις του Αυγούστου, φαίνεται πλέον σχεδόν βέβαιο ότι θα αποτελέσει ιστορικό χαμηλό για το κόμμα, με μακροπρόθεσμες συνέπειες για τη θέση του ως άξονα της σουηδικής πολιτικής.


Στην απέναντι πλευρά, η πιθανή επιβίωση των Φιλελευθέρων πάνω από το όριο του 4% —αν επιβεβαιωθεί την Κυριακή— θα είναι κρίσιμη όχι τόσο ως ιδεολογική νίκη, αλλά ως προϋπόθεση επιβίωσης του ίδιου του κυβερνητικού σχήματος Kristersson.

Πρόκειται, με άλλα λόγια, για μια εκλογή όπου η τύχη ενός μικρού κόμματος γύρω στο στατιστικό όριο μπορεί να αποδειχθεί πιο καθοριστική για το τελικό αποτέλεσμα από τη γενικότερη μετατόπιση της κοινής γνώμης. 

Η σύγκλιση πολλαπλών, μερικώς αποκλινόντων δημοσκοπικών οίκων στις τελευταίες ημέρες υπογραμμίζει ότι οποιαδήποτε πρόβλεψη οφείλει να διατηρεί σημαντικό περιθώριο αβεβαιότητας — κάτι που, εξάλλου, χαρακτηρίζει διαρκώς περισσότερο τη σουηδική πολιτική σκηνή μετά την είσοδο πολυκομματικών ισορροπιών στη θέση της παλιάς δικομματικής σταθερότητας.