Μια άποψη που ακούγεται όλο και συχνότερα καθώς η Ελλάδα σχεδιάζει νέο υπουργείο για την ανώτατη εκπαίδευση και την έρευνα, συνοψίζεται κάπως έτσι:
«Χωρίς βασική έρευνα η ανθρωπότητα δεν προοδεύει. Δυστυχώς δεν είναι όλες οι χώρες σε θέση να κάνουν αποτελεσματική βασική έρευνα, αν το κριτήριο είναι η ανταπόδοσή της στην εθνική οικονομία, και αυτό είναι το σωστό κριτήριο. Κάποια στοχευμένη βασική έρευνα βεβαίως θα μπορούσε να χρηματοδοτηθεί, κυρίως από ευρωπαϊκούς πόρους, με σκοπό να παραμείνει ένα μικρό ποσοστό ακαδημαϊκών στη χώρα. Η έμφαση, ιδίως των εθνικών πόρων, πρέπει να είναι στην εφαρμοσμένη έρευνα. Πεδίο δόξης λαμπρό για τους ερευνητές οι πλούσιες χώρες του εξωτερικού.»
Καταλαβαίνω τη λογική. Είναι εσωτερικά συνεπής, ρεαλιστική, δημοσιονομικά «ώριμη».
Είναι φυσικά και λάθος, διότι στηρίζεται σε μια παραδοχή που την περνάει σε παρένθεση σαν αυτονόητη, ότι το σωστό κριτήριο είναι η ανταπόδοση στην εθνική οικονομία.
Αν αυτό το κριτήριο ίσχυε καθολικά, δεν θα υπήρχε τίποτα από όσα θαυμάζουμε. Οι «πλούσιες χώρες του εξωτερικού» δεν έγιναν πλούσιες κάνοντας εφαρμοσμένη έρευνα με το κομπιουτεράκι της απόδοσης στο χέρι. Έγιναν πλούσιες επειδή χρηματοδότησαν βασική έρευνα που, τη στιγμή που τη χρηματοδοτούσαν, έμοιαζε με πεταμένα λεφτά. Η θεωρία αριθμών έγινε κρυπτογραφία. Η φυσική στερεάς κατάστασης έγινε ημιαγωγοί. Η ανοσολογία έγινε ανοσοθεραπεία. Η ανάλυση δομής πρωτεϊνών σχεδιασμός φαρμάκων. Η ανταπόδοση ήρθε δεκαετίες μετά και ήταν ασύλληπτη εκ των προτέρων. Το κριτήριο της άμεσης εθνικής ανταπόδοσης θα είχε σκοτώσει κάθε μία από αυτές τις επενδύσεις στη γέννησή της.
Πέραν αυτό, η βασική έρευνα δεν παράγει μόνο αποτελέσματα. Παράγει μεθόδους, εργαλεία και ανθρώπους που ξέρουν να τα χειρίζονται. Κάθε νέα μεθοδολογία, μια τεχνική αλληλούχισης, ένας αλγόριθμος, μια μέθοδος απεικόνισης, μια στατιστική προσέγγιση, εμφανίζεται πρώτα στα εργαστήρια της βασικής έρευνας. Εκεί δοκιμάζεται, αποτυγχάνει, ωριμάζει. Όταν τελικά «περνάει» στην εφαρμοσμένη έρευνα και τη βιομηχανία, η μέθοδος είναι έτοιμη αλλά η τεχνογνωσία να τη χειριστείς δεν μεταφέρεται με δημοσιεύσεις. Ζει μέσα σε ανθρώπους.
Και εδώ είναι το πρόβλημα για τη χώρα που επέλεξε να μην κάνει βασική έρευνα: όταν η νέα μέθοδος γίνει απαραίτητη για την εφαρμογή, ξεκινάς από το μηδέν. Δεν έχεις τους ανθρώπους που την έζησαν από την αρχή, δεν έχεις τα εργαστήρια που την ανέπτυξαν, δεν έχεις τη σιωπηρή γνώση που δεν γράφεται πουθενά. Τρέχεις να προλάβεις, να προσλάβεις από έξω, να αγοράσεις άδειες, να στείλεις κόσμο για εκπαίδευση αλλού, πάντα με καθυστέρηση, πάντα ακριβότερα, πάντα ως ουραγός, πάντα σερβιτόρος και καθαρίστρια της Ευρώπης, των ΗΠΑ, και της Κίνας, για τη σεζόν.
Με άλλα λόγια: η βασική έρευνα είναι το κόστος εισόδου για να κάνεις εφαρμοσμένη στην αιχμή. Δεν είναι πολυτέλεια που έρχεται μετά· είναι η προϋπόθεσή της. Όποιος λέει «εμείς θα κάνουμε μόνο εφαρμοσμένη» δεν επιλέγει να την κάνει φθηνότερα: επιλέγει να κάνει πάντα την περσινή εφαρμοσμένη έρευνα των άλλων, με μηδενικό αποτέλεσμα στην πραγματική οικονομία.
Και μένει και το πιο ενοχλητικό σημείο στην άποψη αυτή. Η φράση «πεδίο δόξης λαμπρό για τους ερευνητές οι πλούσιες χώρες του εξωτερικού» δεν είναι ρεαλισμός. Είναι άνευ όρων παράδοση. Λέει, με καθαρή συνείδηση, ότι η Ελλάδα πρέπει να πληρώνει για να εκπαιδεύει μυαλά που μετά θα τα χαρίζει. Αυτό δεν είναι αποδοτική κατανομή πόρων, είναι επιδότηση των ισχυρών από τους αδύναμους. Είναι brain drain μετονομασμένο σε στρατηγική, για να μη χρειαστεί να το πούμε αποτυχία.
Το ζήτημα δεν είναι αν μπορούμε να τα κάνουμε όλα. Προφανώς όχι. Το ζήτημα είναι αν θα ενισχύσουμε με αξιοκρατικό τρόπο την πραγματική αριστεία, όχι την ψευδεπίγραφη των εκδηλώσεων από την Πνύκα με ονειρικό φόντο την Ακρόπολη και των βραβεύσεων των δήθεν αστεριών thirty under thirty και θέρτυ πουλάκια κάθονταν, αλλά την πραγματική αριστεία που υπάρχει σε πολλούς (συχνά σιωπηλούς) συναδέλφους στην Ελλάδα, χωρίς μεσήλικες ή υπερήλικες σωτήρες «από το εξωτερικό», ώστε να αναπτυχθεί και να προκύψει μέσα από την καλύτερη βασική έρευνα, οργανικά, η υψηλού επίπεδου εφαρμοσμένη έρευνα.
Η χώρα που αποφασίζει εκ των προτέρων ότι δεν αξίζει να κάνει βασική έρευνα, αποφασίζει ταυτόχρονα ότι θα είναι για πάντα καταναλωτής της γνώσης των άλλων: ποτέ παραγωγός. Και ο καταναλωτής πληρώνει πάντα το τίμημα που ορίζει ο παραγωγός.