Στην οικονομική επιστήμη κανένας δείκτης δεν μπορεί, αυτοτελώς, να αποδώσει την πολυσχιδή έννοια της ευημερίας. Η ορθή μεθοδολογία απαιτεί σαφή ορισμό του εξεταζόμενου μεγέθους, κοινό έτος αναφοράς, συγκρίσιμες πηγές και συνεξέταση επιπέδων, μεταβολών και κατανομής. Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ μετρά την οικονομική δραστηριότητα· η πραγματική ατομική κατανάλωση όσα καταναλώνουν τα νοικοκυριά και το κράτος για λογαριασμό τους· ο κατώτατος μισθός το θεσμικό μισθολογικό δάπεδο — όχι τον διάμεσο μισθό ούτε το καθαρό διαθέσιμο εισόδημα. Η εξαγωγή συνολικού συμπεράσματος από έναν μόνο μέσο όρο αποτελεί κατηγορικό σφάλμα και μεθοδολογική μονομέρεια. Η επιστημονικά έγκυρη αποτίμηση προϋποθέτει τριγωνοποίηση: παραγωγικότητα, διάμεσο εισόδημα, αγοραστική δύναμη, αποταμίευση, κόστος στέγασης, ιδιωτικό χρέος, ανισότητα, υλική στέρηση και ποιότητα δημόσιων υπηρεσιών. Διαφορετικά, δεν μετράμε την ευημερία, επιλέγουμε τον αριθμό που εξυπηρετεί το προκατασκευασμένο συμπέρασμα.
Ετσι η επιλεκτική χρήση των δεικτών από την κυβέρνηση επιχειρεί να διαψεύσει όχι μόνο την οικονομική πραγματικότητα, αλλά και την καθημερινή εμπειρία των πολιτών.
Η οικονομική στατιστική όμως επιτρέπει στην κοινωνία να γνωρίζει πού βρίσκεται, να συγκρίνεται με άλλες χώρες και να αξιολογεί τις κυβερνητικές πολιτικές. Όταν, όμως, οι δείκτες αποσπώνται από το εννοιολογικό τους περιεχόμενο και επιστρατεύονται επιλεκτικά, παύουν να λειτουργούν ως εργαλεία γνώσης και μετατρέπονται σε επικοινωνιακό επίχρισμα.
Αυτό συμβαίνει στη συζήτηση για το εάν «η Ελλάδα έγινε Βουλγαρία». Η φράση είναι ασφαλώς υπεραπλουστευτική. Καμία χώρα δεν ταυτίζεται με μια άλλη επειδή συμπίπτουν σε έναν μακροοικονομικό δείκτη. Αλλά εξίσου παραπλανητική είναι η κυβερνητική απόπειρα να χρησιμοποιηθούν διαφορετικοί αριθμοί ως πιστοποιητικό γενικευμένης ευημερίας.
Η Ελλάδα δεν είναι Βουλγαρία. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η ελληνική οικονομία έχει προσεγγίσει την ευρωπαϊκή κανονικότητα παρά τα 36 δις του Ταμείου Ανάκαμψης. Σημαίνει απλώς ότι διαφορετικοί δείκτες καταγράφουν διαφορετικές πτυχές δύο οικονομιών οι οποίες, παρά τις ουσιώδεις μεταξύ τους διαφορές, εξακολουθούν να βρίσκονται κοντά στον πυθμένα αρκετών ευρωπαϊκών κατατάξεων.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat για το 2025, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε μονάδες αγοραστικής δύναμης βρισκόταν τόσο στην Ελλάδα όσο και στη Βουλγαρία στο 68% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πρόκειται για τις χαμηλότερες επιδόσεις μεταξύ των 27 κρατών-μελών.
Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ δεν αποτυπώνει τον μισθό του εργαζομένου ούτε το διαθέσιμο εισόδημα του νοικοκυριού. Μετρά την αξία της συνολικής παραγωγής μιας χώρας, διαιρεμένη με τον πληθυσμό και προσαρμοσμένη στις διαφορές των τιμών. Η παραγωγή αυτή κατανέμεται μεταξύ μισθών, επιχειρηματικών κερδών, φόρων και εισοδημάτων. Συνεπώς, δύο χώρες με ίδιο κατά κεφαλήν ΑΕΠ μπορεί να έχουν διαφορετικούς μισθούς, κοινωνικές παροχές και βαθμούς ανισότητας.
Η απόσταση μεταξύ παραγωγής και πραγματικής ευημερίας είναι εμφανής στην Ιρλανδία, όπου το ΑΕΠ διογκώνεται από τις λογιστικές δραστηριότητες πολυεθνικών εταιρειών, και στο Λουξεμβούργο, όπου διασυνοριακοί εργαζόμενοι συμβάλλουν στην παραγωγή χωρίς να περιλαμβάνονται στον μόνιμο πληθυσμό. Η ίδια η Eurostat διευκρινίζει ότι το ΑΕΠ αποτελεί πρωτίστως μέτρο οικονομικής δραστηριότητας και όχι πλήρη δείκτη ευημερίας.
Αυτό, εντούτοις, δεν καθιστά αμελητέα την ελληνική επίδοση. Το γεγονός ότι η Ελλάδα παράγει ανά κάτοικο μόλις το 68% του ευρωπαϊκού μέσου όρου συνιστά τεκμήριο αναπτυξιακής υστέρησης. Αποτυπώνει χαμηλή παραγωγικότητα, περιορισμένη παραγωγή υψηλής προστιθέμενης αξίας, μικρό τεχνολογικό βάθος και ανεπαρκή πραγματική σύγκλιση.
Ιδιαίτερα αποκαλυπτική είναι η δυναμική των δύο χωρών. Η Βουλγαρία ανέβηκε από το 49% του ευρωπαϊκού μέσου όρου το 2015 στο 68% το 2025. Μέσα σε μία δεκαετία κέρδισε περίπου 19 ποσοστιαίες μονάδες. Η σύμπτωση με την Ελλάδα δεν προέκυψε, επομένως, μόνο από τις απώλειες της ελληνικής κρίσης, αλλά και από την ταχύτερη σύγκλιση της Βουλγαρίας.
Το πραγματικό ερώτημα όμως δεν είναι αν η Ελλάδα «μεταμορφώθηκε» σε Βουλγαρία, αλλά γιατί μια χώρα που ανήκει στην Ευρωπαϊκή Ένωση από το 1981 και στην ευρωζώνη από το 2001 βρέθηκε σήμερα να συγκρίνεται ως προς την παραγωγή ανά κάτοικο, με μια οικονομία που ξεκίνησε από πολύ χαμηλότερη αφετηρία.
Η πραγματική ατομική κατανάλωση και τα όριά της
Για την αποτίμηση της υλικής ευημερίας των νοικοκυριών, καταλληλότερος δείκτης είναι η πραγματική ατομική κατανάλωση (Actual Individual Consumption), AIC. Περιλαμβάνει τα αγαθά και τις υπηρεσίες που καταναλώνουν τα νοικοκυριά, ανεξάρτητα από το αν πληρώνονται απευθείας από τα ίδια ή παρέχονται από το κράτος και μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς. Συνυπολογίζει, δηλαδή, υπηρεσίες όπως η δημόσια υγεία και η εκπαίδευση.
Το 2025 η πραγματική ατομική κατανάλωση στην Ελλάδα βρισκόταν περίπου στο 80% του ευρωπαϊκού μέσου όρου και στη Βουλγαρία στο 77%. Η Ελλάδα καταγράφει υψηλότερη επίδοση και αρκετές ευρωπαϊκές χώρες βρίσκονται χαμηλότερα.
Αλλά εδώ υπεισέρχεται μια δεύτερη παρανάγνωση. Το 80% του ευρωπαϊκού μέσου όρου δεν αποτελεί πιστοποιητικό ευημερίας. Σημαίνει ότι η πραγματική κατανάλωση ανά κάτοικο παραμένει περίπου κατά ένα πέμπτο χαμηλότερη από τον μέσο όρο της ΕΕ. Η διαφορά των τριών μονάδων από τη Βουλγαρία είναι μικρή και, όπως προειδοποιεί η Eurostat, οι οριακές αποκλίσεις μεταξύ χωρών με γειτονικές επιδόσεις δεν πρέπει να υπερερμηνεύονται.
Κυρίως, η κατανάλωση δεν ταυτίζεται με το εισόδημα ούτε αποκαλύπτει πόσο βιώσιμα χρηματοδοτείται. Ένα νοικοκυριό μπορεί να διατηρεί την κατανάλωσή του μειώνοντας τις αποταμιεύσεις του, ρευστοποιώντας περιουσιακά στοιχεία, δανειζόμενο ή αφήνοντας υποχρεώσεις απλήρωτες. Ο AIC μετρά τι καταναλώθηκε, όχι αν το νοικοκυριό μπορεί να εξακολουθήσει να καταναλώνει με την ίδια ασφάλεια στο μέλλον.
Ακριβώς εδώ βρίσκεται η ελληνική ιδιομορφία. Το 2026 το ποσοστό αποταμίευσης των ελληνικών νοικοκυριών ήταν έφτασε -3,3%, όταν ο αντίστοιχος μέσος όρος της ΕΕ ανερχόταν στο 15%. Τα ελληνικά νοικοκυριά, συνολικά, κατανάλωναν περισσότερο από το διαθέσιμο εισόδημά τους. Η σχετικά καλύτερη επίδοση στην κατανάλωση μπορεί, συνεπώς, να συγκαλύπτει διάβρωση αποταμιεύσεων, εξάντληση οικογενειακών αποθεμάτων και συσσώρευση ιδιωτικών οφειλών.
Μια κοινωνία που συντηρεί το βιοτικό της επίπεδο με μεγάλη δυσκολία δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως κοινωνία εύρωστης ευημερίας από την κυβέρνηση για κομματικά οφέλη.
Ο κατώτατος μισθός ως ατελές τεκμήριο
Αντίστοιχη εννοιολογική σύγχυση προκαλεί η σύγκριση των κατώτατων μισθών. Τον Ιούλιο του 2026 ο ελληνικός κατώτατος μισθός, αναγόμενος από τις δεκατέσσερις στις δώδεκα καταβολές, αντιστοιχούσε περίπου σε 1.073 ευρώ μεικτά τον μήνα, έναντι 620 ευρώ στη Βουλγαρία. Σε μονάδες αγοραστικής δύναμης ανερχόταν περίπου στις 1.229 μονάδες στην Ελλάδα και στις 993 στη Βουλγαρία. Η αγοραστική δύναμη του ελληνικού κατώτατου μισθού ήταν, επομένως, περίπου 24% υψηλότερη. 
Πρόκειται για υπαρκτή και θετική διαφορά. Δεν αποδεικνύει, όμως, ότι η αγοραστική δύναμη του συνόλου των Ελλήνων εργαζομένων είναι υψηλότερη κατά 24%. Ο κατώτατος μισθός αποτελεί θεσμικό κατώφλι και όχι μέτρο της συνολικής μισθολογικής ευημερίας.
Δεν αποτυπώνει τον διάμεσο καθαρό μισθό, τη μερική απασχόληση, τις ώρες εργασίας, τη φορολογία, τις ασφαλιστικές εισφορές, την ανεργία, την αδήλωτη εργασία ή την άνιση κατανομή του εισοδήματος. Ούτε καλύπτει τις πέντε ευρωπαϊκές χώρες που δεν διαθέτουν ενιαίο νομοθετημένο κατώτατο μισθό, επειδή τα μισθολογικά τους όρια καθορίζονται κυρίως μέσω ισχυρών συλλογικών συμβάσεων.
Υπάρχει μάλιστα μια ενδιαφέρουσα αντίφαση. Στην Ελλάδα ο κατώτατος μισθός υπερβαίνει το 60% των διάμεσων μεικτών αποδοχών. Αυτό μπορεί να σημαίνει ότι το κατώτατο όριο έχει ενισχυθεί. Μπορεί, όμως, να σημαίνει ταυτόχρονα ότι ο διάμεσος μισθός παραμένει εξαιρετικά χαμηλός και ότι μεγάλο μέρος της μισθολογικής κατανομής έχει συμπιεστεί κοντά στον κατώτατο.
Η άνοδος του κατώτατου μισθού είναι αναγκαία για την προστασία των χαμηλόμισθων. Δεν αρκεί, όμως, για να μετατρέψει μια οικονομία χαμηλής παραγωγικότητας σε οικονομία υψηλών εισοδημάτων. Χωρίς παραγωγικές επενδύσεις, τεχνολογική αναβάθμιση, ποιοτικές θέσεις εργασίας και ισχυρούς θεσμούς συλλογικής διαπραγμάτευσης, ο κατώτατος μισθός κινδυνεύει να γίνει το σύνηθες σημείο αναφοράς και όχι το ελάχιστο δίχτυ προστασίας.
Το κόστος στέγασης ακυρώνει μεγάλο μέρος της ονομαστικής βελτίωσης
Οι γενικοί δείκτες αγοραστικής δύναμης βασίζονται σε έναν μέσο καταναλωτικό κάλαθο. Δεν αποτυπώνουν επαρκώς τις τεράστιες διαφορές που προκαλεί η στέγαση. Ένας νέος εργαζόμενος που καταβάλλει το ήμισυ του μισθού του για ενοίκιο και ένας ιδιοκτήτης κατοικίας χωρίς στεγαστικό δάνειο μπορεί να έχουν το ίδιο εισόδημα, αλλά εντελώς διαφορετικό πραγματικό βιοτικό επίπεδο.
Το 2024 το 28,9% του πληθυσμού στην Ελλάδα ζούσε σε νοικοκυριά που διέθεταν περισσότερο από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για τη στέγαση. Πρόκειται για τη χειρότερη επίδοση στην Ευρωπαϊκή Ένωση και για ποσοστό υπερτριπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου, ο οποίος ήταν 8,2%. Στους νέους το αντίστοιχο ποσοστό έφθανε το 30,3%.
Η στεγαστική επιβάρυνση εξηγεί γιατί η αύξηση ενός ονομαστικού μισθού δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε βελτίωση της καθημερινότητας. Όταν το πρόσθετο εισόδημα απορροφάται από ενοίκια, ενέργεια, τρόφιμα και ιδιωτικές δαπάνες υγείας, η στατιστική άνοδος δεν γίνεται βιωμένη ευημερία.
Η αγοραστική δύναμη δεν εξαρτάται μόνο από το πόσα εισπράττει κάποιος, αλλά και από το τι είναι υποχρεωμένος να πληρώνει για ανελαστικές ανάγκες.
Η υλική στέρηση δεν είναι «μιζέρια»

Το 2024 το 14% του ελληνικού πληθυσμού αντιμετώπιζε σοβαρή υλική και κοινωνική στέρηση, έναντι 6,4% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Μόνο η Ρουμανία και η Βουλγαρία κατέγραφαν υψηλότερα ποσοστά. Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η κατεύθυνση της μεταβολής: ενώ στη Βουλγαρία ο δείκτης μειώθηκε κατά 1,4 ποσοστιαίες μονάδες, στην Ελλάδα αυξήθηκε κατά 0,5 μονάδα.
Η σοβαρή υλική στέρηση δεν αποτελεί δημοσκοπικό εύρημα ούτε υποκειμενική διάθεση. Μετρά συγκεκριμένες αδυναμίες: την πληρωμή λογαριασμών, την αντιμετώπιση μιας έκτακτης δαπάνης, την επαρκή θέρμανση, την αντικατάσταση φθαρμένων ειδών, την επαρκή διατροφή και τη στοιχειώδη κοινωνική συμμετοχή.
Κατά συνέπεια, η οικονομική δυσφορία των πολιτών δεν μπορεί να απορρίπτεται ως «μιζέρια», γκρίνια ή αντιπολιτευτική υποβολή. Η αντίληψη των πολιτών μπορεί να μην ακολουθεί τη μεθοδολογία των εθνικών λογαριασμών, αποτυπώνει όμως συχνά πραγματικότητες που εξαφανίζονται μέσα στον μέσο όρο όπως ακριβή κατοικία, ανεπαρκείς δημόσιες υπηρεσίες, αδυναμία αποταμίευσης και ανασφάλεια απέναντι σε μια έκτακτη ανάγκη.
Ο όρος «Greek statistics» συνδέθηκε διεθνώς με την αναξιοπιστία των ελληνικών δημοσιονομικών στοιχείων πριν από τη χρεοκοπία. Σήμερα δεν έχουμε κατ’ ανάγκην παραποίηση των πρωτογενών αριθμών. Αντιμετωπίζουμε, όμως, μια πιο εκλεπτυσμένη μορφή στατιστικής χειραγώγησης: την επιλεκτική επιλογή του δείκτη, τη σύγχυση διαφορετικών εννοιών και τη μετατροπή μιας μερικής αλήθειας σε συνολικό κυβερνητικό αφήγημα.
Όταν το κατά κεφαλήν ΑΕΠ είναι απογοητευτικό, προβάλλεται η κατανάλωση. Όταν η κατανάλωση υπολείπεται κατά 20% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, προβάλλεται ο κατώτατος μισθός. Όταν η στεγαστική επιβάρυνση, η υλική στέρηση και η αρνητική αποταμίευση αποκαλύπτουν την ευθραυστότητα των νοικοκυριών, η κοινωνική δυσαρέσκεια αποδίδεται στην «τοξικότητα» και στη «μιζέρια».
Αυτό δεν αποτελεί οικονομική ανάλυση αλλά στατιστική σοφιστεία, μια μετωνυμία κατά την οποία το μερικό παρουσιάζεται ως όλον και ο ευνοϊκός δείκτης αποκρύπτει το δυσμενές σύστημα.
Η διεθνής οικονομική θεωρία έχει προ πολλού εγκαταλείψει την ιδέα ότι ένας μοναδικός δείκτης μπορεί να μετρήσει την ευημερία. Ο Amartya Sen συνέδεσε την ανάπτυξη με τις πραγματικές δυνατότητες των ανθρώπων να επιλέγουν τη ζωή που θεωρούν πολύτιμη. Η Επιτροπή Stiglitz–Sen–Fitoussi υπογράμμισε ότι η αξιολόγηση μιας οικονομίας πρέπει να μετατοπιστεί από την παραγωγή προς το εισόδημα, την κατανάλωση, την κατανομή, την ποιότητα ζωής και τη βιωσιμότητα.
Ο πραγματικός στόχος της οικονομικής πολιτικής δεν μπορεί να είναι απλώς η αύξηση του ΑΕΠ ή η βελτίωση μιας θέσης σε έναν πίνακα. Πρέπει να είναι η διατηρήσιμη αύξηση του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος του διάμεσου νοικοκυριού.
Αυτό απαιτεί παραγωγικές επενδύσεις, τεχνολογική αναβάθμιση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, σύνδεση μισθών και παραγωγικότητας, ισχυρότερες συλλογικές διαπραγματεύσεις, πολιτική προσιτής κατοικίας, καλύτερη δημόσια υγεία και παιδεία, καθώς και αποτελεσματικό ανταγωνισμό στις αγορές τροφίμων, ενέργειας, τραπεζικών υπηρεσιών και τηλεπικοινωνιών.
Η Ελλάδα δεν είναι ίδια με τη Βουλγαρία. Διαθέτει υψηλότερο κατώτατο μισθό, μεγαλύτερη πραγματική κατανάλωση, διαφορετική παραγωγική δομή και ισχυρότερο, έστω ανεπαρκές, κοινωνικό κράτος. Η πλήρης ταύτιση των δύο χωρών μέσω ενός αριθμού είναι επιστημονικά αστήρικτη.
Εξίσου αστήρικτο, όμως, είναι να μετατρέπεται η μικρή απόσταση από τη Βουλγαρία σε τεκμήριο ελληνικής ευημερίας. Η Ελλάδα παραμένει πολύ χαμηλά ως προς την παραγωγή ανά κάτοικο, την υλική στέρηση, τη στεγαστική επιβάρυνση και τη δυνατότητα αποταμίευσης. Η χώρα μπορεί να έχει εξέλθει από την εποχή της δημοσιονομικής κατάρρευσης, αλλά δεν έχει εισέλθει ακόμη στην εποχή της ευρωπαϊκής ευημερίας.
Οι αριθμοί δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται για να επιπλήττουν την κοινωνία ούτε για να αποφαίνονται ότι οι πολίτες δεν καταλαβαίνουν πόσο καλά ζουν. Η στατιστική υπηρετεί τη δημοκρατία όταν φωτίζει ολόκληρη την πραγματικότητα. Μετατρέπεται σε εργαλείο προπαγάνδας όταν χρησιμοποιείται για να διορθώσει όχι την οικονομία, αλλά την εμπειρία των ανθρώπων.
Και ένα ψευδεπίγραφο πιστοποιητικό ευημερίας δεν αυξάνει το εισόδημα, δεν πληρώνει το ενοίκιο, δεν δημιουργεί ασφάλεια και κοινωνική δικαιοσύνη. Απλώς πιστοποιεί την απόσταση ανάμεσα στην κυβερνητικό αυτοθαυμασμό και την κοινωνική πραγματικοτητα.
Το ζήτημα, ωστόσο, υπερβαίνει την επικοινωνιακή αντιπαράθεση. Αγγίζει τον πυρήνα της θεσμικής αξιοπιστίας, πώς επιλέγονται οι οικονομικοί δείκτες, τι πραγματικά μετρούν και πότε η τεκμηρίωση εκπίπτει σε στατιστική σοφιστεία. Διότι οι αριθμοί μπορεί να είναι ακριβείς και, παρ’ όλα αυτά, το αφήγημα που κατασκευάζεται γύρω τους να είναι βαθιά παραπλανητικό.