Με την κοινωνία των πολλών ή με την Ελλάδα των λίγων;

Νικόλαος Τζώρτζης 06 Σεπ 2026

Η φετινή ΔΕΘ είχε ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό. Ο πρωθυπουργόςεμφανίστηκε στη Θεσσαλονίκη για να μιλήσει για το πώς η ανάπτυξη θα επιστρέψει στην κοινωνία και όχι απλώς για να υποσχεθεί ανάπτυξη.

Φορολογικές ελαφρύνσεις, ενίσχυση συνταξιούχων, αυξήσεις εισοδημάτων, παρεμβάσεις για οικογένειες και αγρότες, μέτρα για τους δημοσίους υπαλλήλους, νέες παρεμβάσεις στη στέγη. Ένα μεγάλο πακέτο, με ορίζοντα τα επόμενα χρόνια και κυρίως την επόμενη προεκλογική χρονιά.

Και ας είμαστε ειλικρινείς: όποιος θέλει να ασκεί σοβαρή αντιπολίτευση δεν μπορεί να προσποιείται ότι τα εξαγγελθέντα μέτρα είναι «τίποτα». Δεν είναι. Για έναν συνταξιούχο, τα 400 ευρώ της ετήσιας ενίσχυσης έχουν αξία. Για έναν δημόσιο υπάλληλο, μία αύξηση εισοδήματος έχει αξία. Για μία οικογένεια, μία φορολογική ελάφρυνση έχει αξία. Για έναν επαγγελματία, η μείωση φορολογικών επιβαρύνσεων έχει αξία.

Ωστόσο, το πραγματικό πολιτικό ερώτημα δεν είναι μόνο το«πόσα επιστρέφονται στην κοινωνία», αλλά το«τί κοινωνία δημιουργεί η οικονομική πολιτική».

Και εδώ αρχίζει η μεγάλη πολιτική συζήτηση.

Επειδή μπορεί η κυβέρνηση να μειώνει φόρους και ταυτόχρονα ο πολίτης να αισθάνεται ότι δεν μπορεί να βγάλει τον μήνα. Μπορεί να αυξάνονται οι μισθοί και ταυτόχρονα το κόστος στέγασης να απορροφά ολοένα μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος. Μπορεί η οικονομία να αναπτύσσεται και ταυτόχρονα ένας νέος άνθρωπος να θεωρεί σχεδόν απαγορευτική την προοπτική να αποκτήσει το δικό του σπίτι.

Αυτό είναι το μεγάλο παράδοξο της σημερινής Ελλάδος.

Η οικονομία μπορεί να πηγαίνει καλύτερα στους αριθμούς, αλλά η κοινωνία δεν αισθάνεται ότι πηγαίνει καλύτερα στην καθημερινότητά της. Και αυτό είναι η καρδιά και ουσία της πολιτικής, όχι μία αμελητέα λεπτομέρεια.

Η κυβέρνηση μιλά για «κοινωνική ανταπόδοση». Ωραία. Αλλά η κοινωνική ανταπόδοση δεν μπορεί να είναι μόνο η επιστροφή ενός μέρους των δημοσιονομικών πλεονασμάτων μέσω φοροελαφρύνσεων και επιδομάτων.

Πρέπει να είναι η δημιουργία μίας οικονομίας στην οποία ο εργαζόμενος μπορεί να ζει αξιοπρεπώς από το μισθό του, ο νέος μπορεί να φύγει από το πατρικό του, η οικογένεια μπορεί να μεγαλώσει και να αυξήσει τα μέλη της χωρίς να θεωρεί ότι αυτοκτονεί οικονομικά, ο συνταξιούχος μπορεί να ζει χωρίς να μετρά κάθε ευρώ και ο μικρομεσαίος μπορεί να επιχειρεί χωρίς να αισθάνεται ότι βρίσκεται μόνιμα αντιμέτωπος με ένα κράτος που τον αντιμετωπίζει πρωτίστως ως φορολογούμενο.

Διότι, ανάπτυξη είναι το πώς μεταφράζονται οι δείκτες στη ζωή των ανθρώπων.

Και εδώ βρίσκεται η διαφορά ανάμεσα σε μία πολιτική διαχείρισης και σε μία πραγματικά κοινωνική και μεταρρυθμιστική πολιτική.

Η Ελλάδα χρειάζεται να συνεχίσει να αναπτύσσεται. Χρειάζεται δημοσιονομική σταθερότητα. Χρειάζεται επενδύσεις. Χρειάζεται ισχυρές επιχειρήσεις και ανταγωνιστική οικονομία. Χρειάζεται παραγωγικότητα και μεταρρυθμίσεις.

Αλλά όλα αυτά δεν αποτελούν αυτοσκοπό.

Ο τελικός σκοπός της οικονομικής πολιτικής είναι ο πολίτης και αυτό ακριβώς θέτει στο επίκεντρότης η σοσιαλδημοκρατία.

Όχι έναν διαγωνισμό παροχών.

Όχι ένα πλειστηριασμό υποσχέσεων.

Όχι το «εμείς θα δώσουμε περισσότερα».

Αλλά το «εμείς θα αλλάξουμε τους κανόνες ώστε οι περισσότεροι να μπορούν να ζουν καλύτερα».

Η μεγάλη πληγή της ελληνικής κοινωνίας σήμερα δεν είναι μόνο το ύψος του εισοδήματος, αλλάείναι η ανασφάλεια. Είναι η οδυνηρή αίσθηση ότι όσο και να προσπαθείς, το κόστος ζωής τρέχει ταχύτερα από τη ζωή σου.Είναι η στέγη, που απαιτεί μια σοβαρή πολιτική αύξησης της προσφοράς κατοικίας και στήριξης των νέων και των οικογενειών. Είναι η ακρίβεια, που απαιτεί πραγματικό έλεγχο της αγοράς και ενίσχυση του ανταγωνισμού. Είναι το ιδιωτικό χρέος, που απαιτεί ένα αποτελεσματικό και δίκαιο πλαίσιο ρύθμισης και ουσιαστική προστασία της πρώτης κατοικίας, απέναντι στην αχαλίνωτη λειτουργία servicers και funds. Είναι η πρόσβαση σε ποιοτικές δημόσιες υπηρεσίες. Είναι η υγεία. Είναι η παιδεία. Είναι οι ευκαιρίες για τους νέους. Είναι η δυνατότητα να δημιουργήσεις οικογένεια χωρίς να χρειάζεσαι δύο μισθούς απλώς για να πληρώσεις ένα ενοίκιο.

Εξ ου και η πολιτική αντιπαράθεση δεν πρέπει να εγκλωβιστεί στο ερώτημα αν η κυβέρνηση έδωσε ή δεν έδωσε.

Πρέπει να πάει ένα βήμα παραπέρακαι να τεθούν ουσιαστικά ερωτήματα:

  1. Σε ποιον επιστρέφει η ανάπτυξη;
  2. Ποιος ωφελείται περισσότερο από αυτήν;
  3. Ποιος πληρώνει περισσότερο το κόστος της ακρίβειας;
  4. Ποιος μπορεί να αποκτήσει σπίτι;
  5. Ποιος μπορεί να προστατεύσει το σπίτι που ήδη έχει;
  6. Ποιος μπορεί να ρυθμίσει το χρέος του χωρίς να βρίσκεται διαρκώς αντιμέτωπος με την απειλή απώλειας της περιουσίας του;
  7. Ποιος μπορεί να δημιουργήσει οικογένεια;
  8. Ποιος μπορεί να ασχοληθεί με το επιχειρείν;
  9. Ποιος μπορεί να προχωρήσει στη ζωή του χωρίς να εξαρτάται από την οικογενειακή περιουσία;

Αυτό είναι το πραγματικό πολιτικό δίλημμα.

Με την κοινωνία των πολλών ή με την Ελλάδα των λίγων;

Με μία κοινωνία στην οποία η ανάπτυξη δημιουργεί περισσότερες ευκαιρίες για όλους ή με μία οικονομία διογκούμενων ανισοτήτων στην οποία οι ευκαιρίες συγκεντρώνονται ολοένα περισσότερο σε εκείνους που ήδη διαθέτουν πλεονέκτημα;

Με μία πολιτική που αντιμετωπίζει τον πολίτη ως συμμέτοχο στην ανάπτυξη ή ως αποδέκτη περιστασιακών παροχών εν είδει επιδομάτων;

Με ένα κράτος που δεν έρχεται απλώς να διορθώσει εκ των υστέρων τις ανισότητες, αλλά παρεμβαίνει για να μην παράγονται εξαρχής;

Αυτό είναι το στοίχημα της επόμενης ημέρας.

Και εδώ το ΠΑ.ΣΟ.Κ. έχει λόγο να μιλήσει καθαρά στους πολίτες.

Να αναγνωρίσει ό,τι είναι θετικό, να αποκαλύψει ό,τι είναι ανεπαρκές και κυρίως να παρουσιάσει αναλυτικά τη δική του πρόταση για την Ελλάδα που έρχεται:

  1. Μία Ελλάδα με ισχυρή οικονομία, αλλά και ισχυρή κοινωνία.
  2. Μία Ελλάδα όπου η ανάπτυξη δεν θα μετριέται μόνο σε ποσοστά του ΑΕΠ, αλλά σε καλύτερους μισθούς, καλύτερες δουλειές, προσιτή κατοικία, προστασία της πρώτης κατοικίας, ένα δίκαιο πλαίσιο για το ιδιωτικό χρέος, ισχυρό κοινωνικό κράτος και πραγματικές ευκαιρίες.

Κλείνοντας, τοπραγματικό δίλημμα των επόμενων εκλογών επί του οποίου πρέπει να διεξαχθεί η πολιτική αντιπαράθεσηείναι «ποιος θα αλλάξει την Ελλάδα προς όφελος των περισσότερων» και όχι ο εγκλωβισμός στο αδιέξοδο ψευδοδίλημμα του «ποιος θα μοιράσει περισσότερα».

Η απάντηση στο πραγματικό δίλημμα των επερχόμενων εκλογώνδεν θα κρίνει απλώς την επόμενη κυβέρνηση.

Θα κρίνει ποια κοινωνία θέλουμε να είμαστε.

Η κοινωνία των πολλών.