Το λυκόφως της μεταρρυθμιστικής ρητορείας

Κώστας Χλωμούδης 07 Σεπ 2026

“… Η πανεπιστημιακή αστυνομία απέδειξε ότι ήταν μια προσπάθεια η οποία ήταν αχρείαστη. Αναλώσαμε πολύ κεφάλαιο σε μία προσπάθεια η οποία τελικά δεν ήταν ο πιο κατάλληλος τρόπος για να αντιμετωπίσουμε ένα υπαρκτό πρόβλημα…”. Κυριάκος Μητσοτάκης, 6 Σεπτεμβρίου 2026, συνέντευξη Τύπου στη ΔΕΘ.

Καλώς ήλθατε, λοιπόν, έστω και με κάποια χρόνια μετά, στο τραπέζι της συζήτησης με την απαιτούμενη, όμως, αυτοκριτική….

Γιατί το πρόβλημα της βίας, της παραβατικότητας και της ασφάλειας στα Πανεπιστήμια ήταν και παραμένει, υπαρκτό. Αυτό που αμφισβητήσαμε ήταν ΑΝ (;) η ίδρυση ενός ειδικού σώματος Πανεπιστημιακής Αστυνομίας, αποτελούσε σοβαρή, αναγκαία και αποτελεσματική απάντηση στο πρόβλημα.

Και καλό είναι σήμερα να θυμηθούμε τον δημόσιο διάλογο όλης εκείνης της περιόδου.

Στη «Μεταρρύθμιση» (αναφέρομαι σε προσωπικό επίπεδο για το bullying που είχα υποστεί στοπ διαδίκτυο), ήδη στην προεκλογική περίοδο του 2023, στο άρθρο μου «Η τέχνη της στρεψοδικίας και ο κυρίαρχος προεκλογικός λόγος», αναφερόμουν ευθέως στην «(ανενεργό) πανεπιστημιακή αστυνομία» και στην προσπάθεια να παρουσιάζεται αυτή ως κεντρική απάντηση στις ανάγκες των ΑΕΙ.

Λίγους μήνες αργότερα, πάλι στη «Μεταρρύθμιση» της 22ας Δεκεμβρίου 2023, στο άρθρο «Για την “απελευθέρωση” των ΑΕΙ στην Ελλάδα», έγραφα: «Να θυμηθούμε προσδοκίες που έσπειραν και τι έχουμε θερίσει μέχρι στιγμής». Και πρώτη στον σχετικό κατάλογο βρισκόταν η Πανεπιστημιακή Αστυνομία.

Η αποτίμηση αυτών των πολιτικών, έγραφα τότε, παρήγε στην καλύτερη περίπτωση «μηδενική προστιθέμενη αξία».

Ταυτόχρονα υποστηρίζαμε κάτι που δυστυχώς χάθηκε μέσα στον θόρυβο: την ανάγκη πραγματικής ενίσχυσης των δημόσιων πανεπιστημίων και χρηματοδότησής τους σε επίπεδο που να μη βρίσκεται τόσο πίσω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Και τον Ιούνιο του 2025, ξανά στη «Μεταρρύθμιση», στο «Τα ελληνικά ΑΕΙ και ο “Bologna-ϊκός” εκσυγχρονισμός», υποστήριζα ανοιχτά πραγματικές μεταρρυθμίσεις, ευρωπαϊκή εναρμόνιση και αλλαγές στην Ανώτατη Εκπαίδευση — αλλά με διάλογο, τεκμηρίωση, κοινωνικές συναινέσεις και χωρίς τους συνήθεις κυβερνητικούς αιφνιδιασμούς και τις επικοινωνιακές μεθοδεύσεις.

Προφανώς και αυτή είναι μια ελάχιστη αναφορά στη πλούσια αρθρογραφία από πολλούς/ες άλλους συναδέλφους, σχολιαστές και πολιτικούς εκπροσώπους.

Αξίζει να τα θυμόμαστε όλα αυτά σήμερα.

Γιατί, εκείνη την εποχή, η διαφωνίες μας δεν αντιμετωπιζόταν ως κάποιες διαφορετικές πρότασεις δημόσιας πολιτικής.

Για ένα τμήμα, εκ των θερμότερων υποστηρικτών της κυβερνητικής επιλογής, αποτελούσε σχεδόν τεκμήριο "ανοχής στην ανομία"...

Δυστυχώς ένα μεγάλο κομμάτι από υψηλής εκπαίδευσης φίλους/ες μας (που δειλιάζουν να το πουν αλλά εν τοις πράγμασι είναι πλέον «δεξιοποιημένοι μεταμεληθέντες»), μαζί με αρκετούς γνωστούς/ες εκ των «ακραιοκεντρώων της φρουράς», είχαν ανακαλύψει τότε, ξαφνικά, ότι το μέτρο της μεταρρυθμιστικής αξιοπιστίας ήταν το "πόσο αποφασιστικά χειροκροτούσε κανείς την ίδρυση και λειτουργία της Πανεπιστημιακή Αστυνομία"...

Με δογματισμό και αξιοσημείωτη τοξικότητα, επιχείρησαν να μετατρέψουν μια συζήτηση αποτελεσματικότητας δημόσιας πολιτικής σε ιδεολογικό πιστοποιητικό νομιμοφροσύνης:

  • Με την Πανεπιστημιακή Αστυνομία ή με το «μπάχαλο»;
  • Με τη μεταρρύθμιση ή με τη συντήρηση;
  • Με την «τάξη» ή με την ανομία;

Μόνο που αυτή ακριβώς η αντίληψη αποδείχθηκε, τελικά, βαθύτατα αντιμεταρρυθμιστική.

  • Γιατί μεταρρύθμιση δεν είναι κάθε νόμος που βαφτίζεται μεταρρύθμιση.
  • Δεν είναι η αστυνομική ή ιδεολογική επίδειξη πυγμής.
  • Δεν είναι η κατασκευή ενός εχθρού ώστε να συσπειρωθεί ένα ακροατήριο.
  • Και πολύ περισσότερο δεν είναι η συστηματική απαξίωση των δημόσιων πανεπιστημίων, τα οποία, μέσα στις πραγματικές παθογένειες και τις αδυναμίες τους, προσπαθούσαν να σταθούν όρθια σε συνθήκες ανεπαρκούς χρηματοδότησης, αλλεπάλληλων θεσμικών αιφνιδιασμών και μιας διαρκούς δημόσιας αφήγησης ότι περίπου αποτελούν εστίες ανομίας και παρακμής.

Αυτή η ρητορική δεν βοήθησε τα Πανεπιστήμια να μεταρρυθμιστούν.

Τα υπονόμευσε.

Και υπονόμευσε τελικά και την ίδια την έννοια της μεταρρύθμισης.

Τώρα που ο «τελικός» υπεύθυνος της κυβερνητικής της πολιτικής λέει ότι ήταν «αχρείαστη», θα είχε κάποιο ενδιαφέρον να ακούσουμε και τη δική τους αποτίμηση.

Ο κ. Μητσοτάκης κάνει σήμερα λάθος;

Ή είχαν τότε άδικο εκείνοι που χαρακτήριζαν σχεδόν «αντιμεταρρυθμιστή» όποιον αμφισβητούσε την Πανεπιστημιακή Αστυνομία;

Και εάν ίσχυε το δεύτερο, μια μικρή δημόσια αυτοκριτική δεν θα έβλαπτε.

Όχι για να απολαύσουμε κάποια εκ των υστέρων «δικαίωση» ως “σασταλεγάκηδες”.

Αλλά γιατί χωρίς αποτίμηση των αποτυχημένων πολιτικών δεν μπορεί να υπάρξει σοβαρή μεταρρυθμιστική κουλτούρα.

Γιατί οι μεταρρυθμίσεις δεν κρίνονται από το πόσο δυνατά τις χειροκροτούμε όταν εξαγγέλλονται.

Κρίνονται από το αν εφαρμόζονται και από το αποτέλεσμά τους.

Και με αυτό το κριτήριο, η σημερινή παραδοχή του πρωθυπουργού δεν σηματοδοτεί απλώς το τέλος της Πανεπιστημιακής Αστυνομίας.

Χαρακτηρίζει μια επιθετική επικοινωνιακή πολιτική των τεχνικών της εξουσίας να επιβάλλουν την όποια άποψή τους χωρίς την αναζήτηση των αναγκαίων κοινωνικών και πολιτικών συμμαχιών ως αποτέλεσμα του αναγκαίου γόνιμου δημόσιου διαλόγου.

Και αυτή η πραγματικότητα δεν σταματά στην Πανεπιστημιακή Αστυνομία. Χαρακτήρισε ολόκληρη τη διακυβέρνηση του κου Μητσοτάκη,.

Και ίσως των να σηματοδοτεί και το λυκόφως μιας ολόκληρης περιόδου ηγεμονίας της μεταρρυθμιστικής ρητορείας, χωρίς μεταρρυθμιστική πολιτική.