Υπάρχουν ημερομηνίες που ανήκουν στην ιστορία και άλλες που αντανακλούν την αίγλη των γεγονότων και των συμβλισμών τους στο μέλλον. Η 3η Σεπτεμβρίου ανήκει και στις δύο κατηγορίες.
Το 1843, η εξέγερση απέναντι στην απόλυτη μοναρχία διεκδίκησε το αυτονόητο που, ωστόσο, δεν ήταν ακόμη αυτονόητο: το Σύνταγμα, τη θεσμική συγκρότηση της πολιτείας, τη συμμετοχή των πολιτών στη διαμόρφωση της συλλογικής τους μοίρας. Ο Μακρυγιάννης, με τη δική του ιδιότυπη γλώσσα, εξέφραζε μια βαθύτερη αντίληψη: πως η πατρίδα δεν είναι υπόθεση των λίγων, αλλά κοινό κτήμα ενός λαού που αγωνίστηκε για την ελευθερία του.
Έναν αιώνα και πλέον αργότερα, η 3η Σεπτεμβρίου του 1974 επανέφερε στο προσκήνιο ένα αντίστοιχο αίτημα πολιτικής χειραφέτησης. Η ιδρυτική διακήρυξη του ΠΑΣΟΚ συμπύκνωσε την εποχή της στις έννοιες της εθνικής ανεξαρτησίας, της λαϊκής κυριαρχίας, της κοινωνικής απελευθέρωσης και της δημοκρατίας.
Η αξία, όμως, μιας πολιτικής παράδοσης δεν οριοθετείται μόνο από την πιστή, σχεδόν ιερή, επανάληψη των λέξεών της. Κρίνεται από την ικανότητά της να μεταφράζει τις θεμελιώδεις αξίες της σε απαντήσεις για προβλήματα που οι προηγούμενες γενιές δεν μπορούσαν ακόμη να γνωρίζουν.
Κι αυτό είναι μάλλον το πραγματικό στοίχημα της επετείου για την σύγχρονη ελληνική σοσιαλδημοκρατία.
Η κοινωνική δικαιοσύνη σήμερα, εκτός από την αναδιανομή του εισοδήματος αφορά ξανά και την αναδιανομή των δυνατοτήτων. Αφορά το δικαίωμα ενός νέου ανθρώπου να μορφωθεί, να εργαστεί, να δημιουργήσει και να προκόψει χωρίς η κοινωνική ή γεωγραφική του αφετηρία να προδιαγράφει το μέλλον του. Αφορά μια κοινωνική κινητικότητα που θα επιτρέπει στους νέους να αναζητούν το μέλλον τους στην Ελλάδα και όχι να το θεωρούν αναγκαστικά συνώνυμο της φυγής.
Αφορά, ακόμη, ένα κράτος δικαίου που δεν αρκείται στη νομιμότητα και την νομιμοφάνεια, αλλά καλλιεργεί και υπηρετεί με συνέπεια το αίσθημα της δικαιοσύνης. Θεσμούς διαφανείς, αξιόπιστους και υπόλογους. Ανθεκτικούς και θωρακισμένους στις τεχνολογικές προκλήσεις και τις κρίσεις. Μια δημοκρατία που δεν ζητά κάτι παραπάνω από την ψήφο του πολίτη κάθε τέσσερα χρόνια: Την αξία της συμμετοχής, της συνεχούς επαφής, της γνώσης και της εμπιστοσύνης του.
Χρειαζόμαστε μια οικονομία παραγωγική και εξωστρεφή, ικανή να δημιουργεί υψηλή προστιθέμενη αξία και να εντάσσει την Ελλάδα στις διεθνείς αλυσίδες γνώσης, τεχνολογίας και παραγωγής. Ένα φορολογικό σύστημα που δεν τιμωρεί την παραγωγή, αλλά εξασφαλίζει τους πόρους για ένα ισχυρό κοινωνικό κράτος. Και ένα κοινωνικό κράτος που δεν μετριέται μόνο από το ύψος των δαπανών του, αλλά από την ποιότητα των υπηρεσιών που φτάνουν στον πολίτη και ενισχύουν, έμμεσα, το εισόδημα του και την εμπιστοσύνη του στο κράτος.
Η πράσινη και ψηφιακή μετάβαση, η ενέργεια, η παιδεία, η υγεία και η τεχνολογική αλλαγή είναι οι νέες όψεις μιας παλιάς σοσιαλδημοκρατικής αγωνίας: πώς η πρόοδος θα γίνει κοινό αγαθό και όχι προνόμιο όσων διαθέτουν ήδη τα περισσότερα εφόδια.
Το ίδιο ισχύει για το περιβάλλον. Τα δάση, οι θάλασσες, το τοπίο και οι φυσικοί πόροι αποτελούν μέρος του συλλογικού μας πλούτου. Η προστασία τους δεν είναι αντίπαλος της ανάπτυξης αλλά είναι προϋπόθεση μιας ανάπτυξης που θέλει να έχει διάρκεια και αειφορία, ποιότητα και κοινωνική νομιμοποίηση.
Η εθνική ανεξαρτησία, στον 21ο αιώνα, δεν μπορεί να νοείται ως απομόνωση. Μια Ελλάδα πραγματικά κυρίαρχη είναι μια Ελλάδα ευρωπαϊκή, εξωστρεφής και διεθνώς παρούσα. Ικανή να υπερασπίζεται τα συμφέροντά της, να ενισχύει την αμυντική της αυτονομία αλλά και να αξιοποιεί τη δύναμη της Ευρώπης, των συμμαχιών και της διεθνούς συνεργασίας. Η κυριαρχία σήμερα περνά και από την οικονομική, τεχνολογική και παραγωγική μας επάρκεια εντός ελληνικού εδάφους.
Ίσως, τελικά, αυτό να είναι το βαθύτερο νόημα της 3ης Σεπτέμβρη: όχι η επιστροφή σε ένα ένδοξο παρελθόν αλλά η διαρκής απαίτηση να κάνουμε τη δημοκρατία πιο ουσιαστική, την κοινωνία πιο δίκαιη και την πατρίδα πιο ελεύθερη μέσα σε έναν κόσμο ανοιχτό, σύνθετο και αλληλεξαρτώμενο.
Προφανώς και είναι περιττή αν όχι αδιάφορη, μια ακόμη υπόσχεση επιστροφής. Αντιθέτως είναι αναγκαία μια νέα σύνθεση: κοινωνική δικαιοσύνη χωρίς εσωστρέφεια, εθνική αυτοπεποίθηση χωρίς απομόνωση, ανάπτυξη χωρίς κοινωνικό αποκλεισμό, θεσμούς χωρίς πελατειακές εξαρτήσεις, Ευρωπαϊκή εμβάνθυνση χωρίς απώλεια της δικής μας ιστορικής φωνής και γεωγραφικής ισχύος.
Μια νέα επανεκκίνηση — κοινωνική, θεσμική, παραγωγική και πνευματική.
Γιατί κάθε αιώνας μπορεί να έχει την δική του 3η Σεπτέμβρη. Και κάθε γενιά να απολαμβάνει τα δικά της μηνύματα. Η δική μας οφείλει να είναι η ημερομηνία κατά την οποία θα αποφασίσουμε όχι μόνο τι θέλουμε να διασώσουμε από το παρελθόν αλλά κυρίως ποια Ελλάδα είμαστε έτοιμοι να δημιουργήσουμε για εκείνους που έρχονται.