Η Χάννα Άρεντ, η οποία δεν έβλεπε τον εαυτό της ως φιλόσοφο, αλλά κυρίως ως πολιτικό επιστήμονα, μαζί με πολλά άλλα μάς δίδαξε και το εξής: Ο δρόμος προς απολυταρχικούς και ολοκληρωτικούς τρόπους διακυβέρνησης, μπορεί να ανοίξει όταν και όπου διαλύονται οι κοινωνικές τάξεις και γίνονται άμορφες «μάζες». Διότι αυτό συμπίπτει συνήθως και με ανατροπές στα πρότυπα πολιτικής εκπροσώπησης, με χαλάρωση των δεσμών μεταξύ πολιτών και κομμάτων, τελικά με αποσάθρωση ενός πολιτικού συστήματος το οποίο προηγουμένως φαινόταν σταθερό και ακλόνητο.
Συνήθως, η Ακροδεξιά, κλασική ή «εναλλακτική», ενισχύεται όταν εισέρχεται σε κρίση ένα πολιτικό σύστημα ως όλον. Και ιδίως όταν «τρεκλίζουν» και «σκοντάφτουν» αυτά που αποκαλούνται αστικά κόμματα. Όχι όσα κόμματα είτε κατατάσσονται κατά τα καθιερωμένα στα αριστερά (σοσιαλιστικά ή κομμουνιστικά), είτε ανήκουν σε νέες πολιτικές οικογένειες οι οποίες δεν προέρχονται από τον πολιτικό κόσμο του 18ου και του πρώιμου 19ου Αιώνα.
Αυτό ακριβώς συμβαίνει στην εποχή μας: Στη Γαλλία με την διάλυση του Ρεπουμπλικανικού κόμματος (παλιοί «Γκωλικοί»). Στη Γερμανία με την αυτοκαταστροφή του FDP. Άραγε τώρα και της Χριστιανοδημοκρατίας; Στο Ηνωμένο Βασίλειο με την αυτοκαταστροφή του Συντηρητικού Κόμματος. Στην Ιταλία με την συρρίκνωση του Μπερλουσκονικού κληρονόμου της παραδοσιακής ιταλικής Democristiana και την ομηρεία του από κόμματα «στα δεξιά του». Προπαντός συμβαίνει στις ΗΠΑ, με την άλωση του «Μεγάλου Παλαιού Κόμματος» του Λίνκολν, του Νίξον, του Ρέηγκαν - του Ρεπουμπλικανικού, και την κατάληψη της θέσης του από το μεταμοντέρνο κράμα λαϊκοφασιστών και τεχνο-αναρχοκαπιταλιστών – libertarians, τους MAGA-Τραμπιστές.
Και πότε έρχεται η τελική κρίσιμη στιγμή για τους «αντισυστημικούς»; Έρχεται, όταν υπό την επίδραση πολιτικών «καταλυτών», μορφοποιούνται μέσα σε αδρανείς πολιτικά «μάζες» κάποιες δραστήριες, ισχυρές και σχετικά πολυάνθρωπες μειοψηφίες και αρχίζουν να δρουν ως ενεργητικός «όχλος». Αυτό ήταν το μάθημα που πήρε ο κόσμος από την εμφάνιση των φασισμών και ναζισμών στην Ευρώπη του Μεσοπολέμου. Οι πολιτικοί καταλύτες μπορεί ενίοτε να μη είναι δηλωμένοι φασίστες ή ακροδεξιοί ολοκληρωτικοί, αλλά να δηλώνουν πίστη σε κάθε είδους ιδεολογίες, από (υπερ)φιλελεύθερες έως πολύχρωμες «φιλολαϊκές» και λαϊκιστικές, από «συντηρητικές υπέρμαχες της παράδοσης» έως «μετριοπαθείς κεντρώες» ή «ασυμβίβαστα σοσιαλιστικές».
Τέτοια περίπτωση αντικρατικών και αντι-ΕΕ φιλελεύθερων ήταν οι founding fathers της γερμανικής AfD Χένκελ και Λούκε, τέτοια περίπτωση «συντηρητικού παραδοσιοκράτη» ήταν ο σύντροφος τους Γκάουλαντ.
Όπως και σε άλλες χώρες της Ευρώπης, στη Γερμανία το φαινόμενο πήρε τη σημερινή μορφή του στην εποχή της χρηματοπιστωτικής κρίσης στην Ευρωζώνη με την ανάδυση της Εναλλακτικής (AfD). Ενισχύθηκε στην όψιμη εποχή Μέρκελ με οχλοκρατικά «αντισυστημικά» κινήματα τύπου Pegida («Πατριώτες Ευρωπαίοι ενάντια στην Ισλαμοποίηση της Δύσης»). Στην πανδημία, συναντήθηκαν στο αντιεμβολιαστικό ρεύμα ο αντικρατικός αμερικανικού τύπου (αναρχο)φιλελευθερισμός ή libertarianism με τον ακροδεξιό λαϊκισμό. Ενώ με την εισβολή του Πούτιν στην Ουκρανία (1922) και το τέλος της ενεργειακής πρόσδεσης της Γερμανίας στην ρωσική αυτοκρατορία ορυκτών καυσίμων, ο λαϊκοφασισμός φόρεσε και μανδύα δήθεν ειρηνιστικό, στην πραγματικότητα Πουτινόφιλο. Aντίθετα από την εποχή του Μεσοπολέμου, τούτη τη φορά το φαινόμενο συναντά εκεί πολιτικά αντίβαρα και αντιστάσεις της κοινωνίας των πολιτών και όσων πολιτικών δυνάμεων βλέπουν πέρα από την μύτη τους.
Εδώ στην Ελλάδα, η ακόμη πιο εξτρεμιστική από την AfD, η ακραιφνώς ναζιστική Χρυσή Αυγή, ενισχύθηκε στα χρόνια 2010-2013 ως ιδιαίτερα βίαιη μορφή του ιδεολογικο-πολιτικά θολού «αντιμνημονιακού κινήματος». Ταυτόχρονα με την όλο και πιο ακραία ριζοσπαστικοποίηση της και με την ανοιχτή εγκληματική της δράση, η επιρροή της διαχέονταν σαν επιδημία και σε αξιοσημείωτα (μέχρι και «αξιοσέβαστα») τμήματα της ελληνικής κοινωνίας. Έως ότου ανέλαβαν δράση κομμάτια της κοινωνίας που δεν είχαν «νοσήσει» και, κυρίως, σκληροί μηχανισμοί άμυνας της δημοκρατίας. Έτσι, το ίδιο μάθημα το πήραμε πολύ πικρό και εδώ, στην Ελλάδα.
Βιώσιμες δημοκρατίες είναι οι μαχόμενες δημοκρατίες. Το χαρακτηριστικό γνώρισμα της μαχόμενης δημοκρατίας είναι να διακρίνει έγκαιρα αυτούς που θέλουν να την καταστρέψουν. Και πρώτα-πρώτα, η ικανότητα να ανθίστανται και να νικούν, είναι αναγκαία στο επίπεδο των θεσμών. Όμως αυτό δεν επαρκεί. Διότι «το φιλελεύθερο εκκοσμικευμένο κράτος», κράτος με καταστατικά κατοχυρωμένες ελευθερίες και δικαιώματα, «τρέφεται και ζει από προϋποθέσεις τις οποίες δεν μπορεί να εγγυηθεί αυτό το ίδιο» (Ερνστ-Βόλφγκανγκ Μπεκενφέρντε). Η διεκδίκηση προϋποθέσεων στο «προ-πολιτικό» πεδίο, δηλαδή στις νοοτροπίες, αξίες και στα ήθη της κάθε συγκεκριμένης εποχής (Sittlichkeit, με τα λόγια του Χέγκελ) είναι θεμελιακό πεδίο αγώνα για την δημοκρατία.
Υπάρχουν εποχές στις οποίες δυσλειτουργεί ο έλεγχος της εγκυρότητας των κοινωνικών αξιών και οι αναπόφευκτες συγκρούσεις στο πεδίο των ηθών νοθεύονται και εκτρέπονται εκτός αντικειμενικής πραγματικότητας. Τα (υπο)συστήματα της οικονομίας και της πολιτικής με την τελεστική (operational) και επιτελεστική (performative) αυτονομία τους, δεν ανταποκρίνονται σωστά στα ερεθίσματα της πραγματικότητας. Αυτές είναι εποχές αποτυχίας. Έχουμε «αστοχία συστήματος» (system failure). Εξαιτίας της μονόπλευρης συσσώρευσης τεράστιου μεγέθους κοινωνικής ισχύος σε πολύ μικρές μερίδες των κοινωνιών, ο ανορθολογισμός και η εγωιστική κακοήθεια αποκτούν πλεονέκτημα. Σε τέτοιες εποχές η πραγματική φιλελεύθερη δημοκρατία δεν μπορεί να είναι εκ των προτέρων ασφαλής· τότε ο αγώνας για την διασφάλιση της γίνεται πιο απαιτητικός.