Αφορμή για αυτή την ανάρτηση (για την ακρίβεια μια αφορμή από τις πολλές) ήταν η εκκωφαντική σιωπή της πόλης μου στις πρόσφατες τρομοκρατικές και δολοφονικές επιθέσεις με τις περιπολίες του Ρουβίκωνα και τους εκρηκτικούς μηχανισμούς στα σπίτια πολιτευτών της ΝΔ. Όπως έχει ήδη επισημανθεί, ήταν εντυπωσιακή η αφωνία των τοπικών παραγόντων και των συλλογικών φορέων της πόλης.
Αυτό που με εντυπωσιάζει ιδιαίτερα (εννοείται αρνητικά) είναι η στάση και οι τοποθετήσεις στα κοινωνικά δίκτυα πολλών επαγγελματιών επιστημόνων για όσα διαρκώς και απανωτά συμβαίνουν. Πολλοί από αυτούς, που τυχαίνει να γνωρίζω και προσωπικά -όπως όλοι μας- ασκούν το επάγγελμά τους με εξαιρετική προσοχή και αυστηρά αξιόπιστη μεθοδολογία: ο μηχανικός που εξαντλεί την μελέτη των δεδομένων για μια κατασκευή, ο δικηγόρος που μελετά εξονυχιστικά τη δικογραφία του πελάτη που υπερασπίζεται, ο γιατρός που διερευνά όλα τα δεδομένα του ασθενή του, ελέγχει την ποιότητά τους για να οδηγηθεί στη διάγνωση και στην θεραπευτική αγωγή. Υποθέτω ότι όλοι μας έχουμε παρόμοιες εμπειρίες. Αυτοί οι επαγγελματίες επιστήμονες εφαρμόζουν με συνέπεια τις βασικές αρχές του ορθού λόγου στην επιστήμη τους με την βεβαιότητα ότι μόνο έτσι θα έχουν έγκυρα και αξιόπιστα αποτελέσματα. Και την ίδια στιγμή, όταν φεύγουν από τον τομέα της δουλειάς τους και μπαίνουν σε άλλα θέματα, κοινωνικά και πολιτικά, εγκαταλείπουν αυτή την μεθοδολογία. Θαρρείς και η διερεύνηση των δεδομένων ενός προβλήματος, ο έλεγχος της αλήθειας και πληρότητάς τους, δεν χρειάζεται όταν επεξεργάζεσαι ένα άλλο θέμα εκτός του επαγγελματικού σου πεδίου. Τότε πολλοί ξεκινούν από τις πολιτικές και ιδεολογικές τους αφετηρίες και πηγαίνουν στην επιλογή των δεδομένων που ταιριάζουν σ’ αυτές, δίχως καν να ελέγξουν αν και αυτά που επιλέγουν είναι αληθή και αξιόπιστα. Τελικά αναρωτιέμαι, ο ορθός λόγος και η αναζήτηση της αλήθειας των δεδομένων για την όσο γίνεται πιο τεκμηριωμένη εικόνα ενός προβλήματος αφορά μόνο τον στενό επαγγελματικό χώρο και είναι αχρείαστα στην επεξεργασία των ακόμα πιο σύνθετων και σοβαρών κοινωνικών και πολιτικών θεμάτων;
Και μάλιστα πολλοί εξ αυτών επιχειρούν να διατυπώσουν άποψη για θέματα που ούτε διαθέτουν τις απαιτούμενες γνώσεις ούτε τις αναγκαίες πληροφορίες. Βέβαια, ως πολίτης, δικαιούμαι και επιβάλλεται να με ενδιαφέρουν όλα τα σημαντικά κοινωνικά και πολιτικά θέματα, να έχω προβληματισμό και ερωτήματα. Αλλά από πού κι ως πού μπορώ να έχω άποψη π.χ. τι πήγε καλά και τι όχι στη σύνοδο του ΝΑΤΟ ή σε άλλα θέματα εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής, όταν οι πληροφορίες είναι πενιχρές και κυρίως δημοσιογραφικές; Πώς γίνεται να έχω άποψη για το πώς, πού και πότε θα αναπτυχθούν τα αμυντικά αντιαεροπορικά συστήματα, αν πρέπει ή όχι να επιδιωχθεί το έργο του καλωδίου σύνδεσης με την Κύπρο και τόσα άλλα; Από μια άποψη μια τέτοια στάση είναι φαιδρή. Αλλά από μια άλλη είναι επικίνδυνη, γιατί ενισχύει τον ανορθολογισμό που κυριαρχεί στα κοινωνικά δίκτυα και τη συνεπαγόμενη συνθήκη γνωστικού χάους.
Η ατομική κοινωνική ευθύνη συστατικό της επαγγελματικής και επιστημονικής επάρκειας
Στέκομαι ιδιαίτερα στο χώρο των επαγγελματιών επιστημόνων για δύο λόγους.
Πρώτον έχουν σπουδάσει και υλοποιούν επαγγελματικά την επιστημονική μεθοδολογία στην επεξεργασία των προβλημάτων. Άρα θα μπορούσαν να την μεταφέρουν και στους άλλους τομείς των ενδιαφερόντων τους συμβάλλοντας στη μείωση των παραλογισμών, ανορθολογισμών, ιδεοληψιών και φανατισμών. Το ζητούμενο δεν είναι να συμφωνήσουμε στο πώς θα επιλυθούν τα πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα. Αυτό είναι λογικά άτοπο και κρύβει ολοκληρωτικές αντιλήψεις. Το ζητούμενο είναι να μπορούμε να συζητήσουμε για αυτά τα προβλήματα Και προϋπόθεση για αυτή τη δυνατότητα είναι να έχουμε μια κοινή βάση, δηλαδή να εξετάσουμε πρώτα και να συμφωνήσουμε στα δεδομένα του προβλήματος.
Για παράδειγμα σε κείμενο για τα προβλήματα του σχολείου είχα προτείνει πριν 7 χρόνια έναν αντίστοιχο δρόμο. Αν ξεκινάμε ο καθένας από τις πολιτικές του θέσεις, δεν πρόκειται ποτέ να συγκλίνουμε στα συμπεράσματα και στις επιλογές. Ας βάλουμε, όμως, πρώτα στο τραπέζι τα έγκυρα ερευνητικά δεδομένα για την ποιότητα του σχολείου, δεδομένα που δεν εξαρτώνται από τις κομματικές και πολιτικές επιλογές του καθενός μας, να συμφωνήσουμε σε ποια πρέπει να σταθούμε, και μετά έχοντας αυτά ως κοινή βάση ας «σφαχτούμε» στην ερμηνεία τους και στις συνέπειές τους. Δεν πρότεινα κάτι πρωτόγνωρο. Σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες που έπρεπε να σχεδιάσουν δεκαετή ή και μεγαλύτερης διάρκειας προγράμματα αναμόρφωσης της εκπαίδευσης, τα οποία θα έπρεπε να υλοποιηθούν από διαφορετικές κυβερνήσεις στην πορεία του χρόνου, ακολούθησαν τέτοιες διαδικασίες και βρήκαν άκρη.
Ο δεύτερος λόγος είναι η κοινωνική ευθύνη του επαγγελματία επιστήμονα. Όσοι από αυτούς -και είναι πολλοί- είναι αποτελεσματικοί και επιτυχημένοι στη δουλειά τους, έχουν μια αναγνώριση και ένα κύρος στο κοινωνικό και επαγγελματικό τους περιβάλλον. Οι άνθρωποι γύρω τους συνήθως ακούν με μεγαλύτερη προσοχή αυτούς που έχουν κάποιο κύρος. Ας θυμηθούμε τι ζήσαμε στην πανδημία με τα εμβόλια. Πολλοί που είχαν τον φόβο των εμβολίων ακολουθούσαν αυτούς που θεωρούσαν πιο έγκυρους στο περιβάλλον τους, παρά τους επιστήμονες που μιλούσαν από την τηλεόραση. Και εδώ αξίζει να γίνει μια επισήμανση. Μιλάμε συνήθως για την κοινωνία και τους πολίτες σαν να είναι κάτι ενιαίο και ομοιόμορφο. Προφανώς κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Ανάμεσα στους ανθρώπους αναπτύσσονται πολλές και διαφορετικές σχέσεις, μέσα στις οποίες διαμορφώνονται και σχέσεις αναγνώρισης και εμπιστοσύνης προς ορισμένους. Πολλοί επαγγελματίες επιστήμονες ανήκουν σ’ αυτούς που εκπέμπουν κύρος και ασφάλεια. Και για το λόγο αυτό η θέση τους μέσα στον κοινωνικό τους χώρο είναι μια θέση που περιέχει την έννοια της κοινωνικής ευθύνης.
Η συλλογική κοινωνική ευθύνη χαμένη στην ομίχλη της παθητικότητας
Η κοινωνική ευθύνη των επαγγελματιών επιστημόνων επεκτείνεται, όμως, και σε έναν άλλο πολύ σημαντικό τομέα, αυτόν της συλλογικής κοινωνικής ευθύνης. Ας σταθούμε σε μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα.
Χρόνια τώρα -ήμουν νιος και γέρασα- βλέπουμε σε όλες τις σχετικές έρευνες ότι οι πολεοδομίες είναι οι πρώτες σε διαφθορά δημόσιες υπηρεσίες. Δεν θα σταθώ στις προφανείς ευθύνες των εκάστοτε κυβερνώντων. Στέκομαι τώρα στη διαπίστωση ότι ποτέ δεν υπήρξε κάποια ουσιαστική παρέμβαση των μηχανικών μέσω των συλλογικών τους φορέων (επιμελητήρια, ενώσεις μηχανικών) που όχι απλά να καταγγείλουν αλλά να προτείνουν και να απαιτήσουν κάποια κατάλληλα μέτρα για την αντιμετώπιση του φαινομένου. Εδώ, δεν υπάρχει συλλογική κοινωνική ευθύνη των μηχανικών;
Πριν ένα-δύο χρόνια ο πρόεδρος του δικηγορικού συλλόγου της Αθήνας και πρόεδρος της ολομέλειας των δικηγορικών συλλόγων «έθαψε» μια πραγματογνωμοσύνη που ο ίδιος είχε ζητήσει για την τραγωδία των Τεμπών, επειδή ήταν αντίθετη με τις απόψεις του, τις οποίες συνέχιζε να προβάλει δημόσια. Και όταν αυτό το θάψιμο έγινε γνωστό, «ήταν απλώς Σάββατο». Κανένας δικηγορικός σύλλογος δεν το κατήγγειλε, κανείς δεν ζήτησε να περάσει αυτός ο κύριος από πειθαρχικό, τίποτε απολύτως. Κάποιοι μεμονωμένοι δικηγόροι το ανέδειξαν. Φωτεινές εξαιρέσεις δίχως όμως δυνατότητα επίδρασης. Εδώ, πού πήγε η τεράστια συλλογική κοινωνική ευθύνη των δικηγόρων;
Στη διάρκεια της πανδημίας θυμόμαστε όλοι τη μεγάλη συζήτηση για τα εμβόλια και τους αντι-εμβολιαστές. Μάλιστα σε μια φάση της πανδημίας, όπου ήταν εμφανής ο κίνδυνος της αναζωπύρωσης με κίνδυνο να αυξηθούν οι θάνατοι, το θέμα έγινε κορυφαίο. Αυτοί που δεν είχαν εμβολιαστεί ήταν περίπου το 40%. Οι περισσότεροι από αυτούς δεν ήταν αντι-εμβολιαστές. Ήταν πολίτες που είχαν ανασφάλεια και φόβους για τους πιθανούς κινδύνους των εμβολίων. Είχε τότε εκτιμηθεί από τους ειδικούς ότι αν περιοριζόταν το 40% στο μισό του, τότε ο κίνδυνος για αύξηση των θανάτων θα μειωνόταν σημαντικά. Αλλά έπρεπε να ξεπεραστούν οι δικαιολογημένοι φόβοι και ανασφάλειες. Πού ήταν τότε οι γιατροί -που έχουμε χιλιάδες- να μιλήσουν και να ενημερώσουν εκ του σύνεγγυς, ζωντανά και με απλά λόγια, όλους αυτούς του πολίτες; Και δεν χρειαζόταν να βγουν όλες αυτές οι χιλιάδες των γιατρών σ’ αυτή τη γύρα. Λίγες εκατοντάδες σε κάθε περιοχή θα ήταν αρκετοί. Πού ήταν τότε οι ιατρικοί σύλλογοι να οργανώσουν μια τέτοια ενημέρωση; Το μόνο που έκαναν ήταν να βγάλουν κάποιες ανακοινώσεις. Δηλαδή τίποτε. Θυμάμαι όταν ένα χρόνο μετά ένας καθηγητής πνευμονολογίας στη Λάρισα βγήκε με φοιτητές του σε κάποια χωριά που η πλειοψηφία δεν είχαν εμβολιαστεί, είχε γράψει μετά, ότι αυτό θα έπρεπε να είχε γίνει πολύ πιο μπροστά. Τότε που βγήκαν ήταν πλέον παγιωμένη η άρνηση των εμβολίων. Πού πήγε και εδώ η συλλογική κοινωνική ευθύνη των γιατρών;
Τα παραδείγματα δεν έχουν τελειωμό. Δεν θα αναφερθώ για το δικό μου το σινάφι, γιατί έχω γράψει πολλές φορές για τη συλλογική ευθύνη των πανεπιστημιακών στη νόθευση της ελευθερίας της έκφρασης στα πανεπιστήμια, όπως και για τη συλλογική ευθύνη των πανεπιστημιακών παιδαγωγών για την απουσία τεκμηριωμένων συνολικών προτάσεων για την κρίση του σχολείου.
Το θετικό αντι-παράδειγμα
Η εικόνα θα φωτιστεί περισσότερο αν βάλουμε πλάι σε όλα αυτά ένα θετικό παράδειγμα. Είναι το μόνο που έχω στη μνήμη μου (και ας με συγχωρέσουν όσοι ενδεχομένως τους ξεχνώ). Ήταν η στάση και η δημόσια παρέμβαση των σεισμολόγων μετά τον μεγάλο σεισμό της Θεσσαλονίκης το 1978. Τότε και στα επόμενα χρόνια είχε αναπτυχθεί μια έντονη δημόσια αντιπαράθεση με την εμφάνιση μιας θεωρίας από την ομάδα ΒΑΝ (Βαρώτσος, Αλεξόπουλος, Νομικός) η οποία υποστήριζε ότι είναι εφικτή μια άμεση πρόγνωση ενός σεισμού. Και μάλιστα τότε η ομάδα αυτή είχε την υποστήριξη της τότε κυβέρνησης για να υλοποιήσει με ευρωπαϊκά χρήματα τις προτάσεις της. Οι περισσότεροι σεισμολόγοι, και εδώ ξεχωρίζω τη μορφή του αείμνηστου Παπαζάχου, αντιτάχθηκαν σ’ αυτήν, την θεώρησαν αντιεπιστημονική και υποστήριξαν την άποψη -που εξ όσων γνωρίζω ισχύει διεθνώς μέχρι σήμερα- ότι δεν είναι εφικτή μια άμεση πρόγνωση παρά μόνο μεσοπρόθεσμη. Η άποψη αυτή οδηγούσε σε μια διαφορετική αντιμετώπιση του προβλήματος με έμφαση στην πρόληψη, ιδίως στον τομέα των κατασκευών. Όσοι θυμούνται την δημόσια ένταση αυτής της αντιπαράθεσης, γνωρίζουν ότι η τελική απομόνωση της θεωρίας του ΒΑΝ, επηρέασε τις σοβαρές αλλαγές στον αντισεισμικό κανονισμό συμβάλλοντας στην προστασία της ζωής και της περιουσίας των πολιτών. Μια διαμάχη με τρομερό κοινωνικό αποτύπωμα. Και χρωστάμε ευγνωμοσύνη στον Παπαζάχο και τους άλλους σεισμολόγους που με υψηλό αίσθημα κοινωνικής ευθύνης έδωσαν αυτή την μάχη.
Ας σκεφτούμε πού θα ήμασταν ως κοινωνία και ως χώρα αν το παράδειγμα των σεισμολόγων της εποχής εκείνης το ακολουθούσαν συλλογικά και άλλες κατηγορίες επαγγελματιών επιστημόνων. Γιατί όλοι αυτοί αποτελούμε ένα πολύ ευρύ στρώμα δεκάδων ή και εκατοντάδων χιλιάδων, γύρω από την πολιτική εξουσία και το πολιτικό σύστημα και μέσα σ’ αυτό. Μέσα από αυτό το στρώμα φιλτράρονται πολιτικές επιλογές και αποφάσεις γενικού ή ειδικού χαρακτήρα καθώς κατευθύνονται στους υπόλοιπους πολίτες. Ας σκεφτούμε πόσα πράγματα στην πελατειακή αντίληψη, στη διαφθορά της κρατικής λειτουργίας, στις αντικοινωνικές συντεχνιακές συμπεριφορές θα μπορούσαμε να είχαμε αλλάξει. Και βέβαια δεν μιλώ για μια μαζική ριζική ανατροπή της συμπεριφορά των επαγγελματιών επιστημόνων. Αυτά δεν γίνονται. Αλλά η εμφάνιση της συλλογικής κοινωνικής ευθύνης από όποιους και όποιες αναγνωρίζουν αυτή την ανάγκη, θα μπορούσε να είναι ένα θετικό σημάδι για το σήμερα και το αύριο της κοινωνίας μας.
Επιστρέφοντας ξανά στην πραγματικότητα, η απουσία ατομικής και συλλογικής κοινωνικής ευθύνης των επαγγελματιών επιστημόνων φαίνεται να συνιστά σοβαρή ανεπάρκεια της σκέψης και της συνείδησης. Και ειδικά της συνείδησης. Μένει να ερευνηθεί και να ερμηνευτεί. Μια ανεπάρκεια που αφήνει έντονο το αρνητικό αποτύπωμά της στην κοινωνία.