Η σημερινή δήλωση για το δίμηνο επίδομα ανεργίας δεν αποτελεί μεμονωμένη λεκτική εκτροπή. Εντάσσεται σε ένα επαναλαμβανόμενο κυβερνητικό υπόδειγμα όπου τα κοινωνικά προβλήματα αποσυνδέονται από τις δημόσιες πολιτικές που τα προκαλούν ή τα διαιωνίζουν και αποδίδονται στους ίδιους τους πολίτες.
Ο άνεργος παρουσιάζεται ως απρόθυμος να εργαστεί, ο χαμηλόμισθος εργαζόμενος ως «μίζερος» και η εγκυμονούσα εκπαιδευτικός ως αιτία των κενών στα σχολεία. Πρόκειται για συστηματική αντιστροφή της ευθύνης, η οποία υπονομεύει την κοινωνική αλληλεγγύη και εντείνει τη συλλογική ανασφάλεια.
Η διαβεβαίωση ότι «όποιος θέλει δουλειά βρίσκει» δεν εξηγείται στην οικονομική επιστήμη. Αγνοεί την έννοια της διαρθρωτικής ανεργίας και το κλασικό πρόβλημα αντιστοίχισης της αγοράς εργασίας, όπως για παράδειγμα, μια κενή θέση στην εστίαση ενός νησιού δεν αποτελεί αυτομάτως κατάλληλη εργασία για έναν άνεργο μηχανικό στην περιφέρεια. Μεσολαβούν οι δεξιότητες, η γεωγραφία, η εποχικότητα, το κόστος στέγασης, οι οικογενειακές υποχρεώσεις, η αμοιβή και οι συνθήκες εργασίας.
Τα ίδια τα στοιχεία διαψεύδουν την απόφανση καθώς τον Ιούλιο του 2026 η Ελλάδα εξακολουθούσε να έχει ανεργία 7,9% και περίπου 377.000 ανέργους, έναντι 6,1% στην ΕΕ. Η βελτίωση σε σχέση με τα χρόνια της κρίσης είναι αναμφισβήτητη, αλλά δεν ισοδυναμεί με πλήρη απασχόληση.
Ακόμη αποκαλυπτικότερα είναι τα διαρθρωτικά μεγέθη. Το 2025 η Ελλάδα είχε το υψηλότερο ποσοστό μακροχρόνιας ανεργίας στην ΕΕ, 5%, έναντι 1,9% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Επιπλέον, το 36,7% των ανέργων αναζητούσε εργασία επί τουλάχιστον δύο χρόνια. Στις γυναίκες το αντίστοιχο ποσοστό έφθανε το 40,3%. Πρόκειται για κοινωνική και παραγωγική παθογένεια που δεν θεραπεύεται με την περικοπή μιας ασφαλιστικής παροχής.
Η Ελλάδα κατατάχθηκε, επίσης, 30ή μεταξύ 31 χωρών στην αντιστοίχιση δεξιοτήτων στον Ευρωπαϊκό Δείκτη Δεξιοτήτων του Cedefop, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ζητήσει ρητά την αντιμετώπιση του προβλήματος. Παράλληλα, το 2025 το ποσοστό απασχόλησης των πρόσφατων αποφοίτων ήταν μόλις 62%, έναντι 83% στην ΕΕ. Δεν έχουμε, λοιπόν, απλώς ανέργους που «δεν θέλουν να εργαστούν». Έχουμε μια οικονομία που δυσκολεύεται να μετατρέψει τις γνώσεις και το ανθρώπινο κεφάλαιο σε σταθερές, παραγωγικές και αξιοπρεπώς αμειβόμενες θέσεις.
Επιπρόσθετα, ο Άδωνις Γεωργιάδης, σχολιάζοντας στοιχεία για τη φτώχεια, κάλεσε τους πολίτες να καταπολεμήσουν τη «φυσική τάση» να παρουσιάζουν τα πράγματα δυσκολότερα από όσο είναι και κατέληξε με τη φράση «μακριά από τους μίζερους». Δεν επρόκειτο, όμως, για μια αόριστη απαισιοδοξία. Η συζήτηση αφορούσε πραγματικές συνθήκες οικονομικής ασφυξίας με χαμηλή αγοραστική δύναμη, υψηλό κόστος στέγασης, σωρευτική ακρίβεια και νοικοκυριά που αδυνατούν να καλύψουν βασικές ανάγκες.
Η ακρίβεια δεν αποτελεί ψυχική διάθεση και η ανεπάρκεια του μισθού δεν θεραπεύεται με κυβερνητικές παραινέσεις για αισιοδοξία.
Η λέξη «μιζέρια» χρησιμοποιείται εδώ ως μηχανισμός απαξίωσης της κοινωνικής εμπειρίας. Αντί η κυβέρνηση να λογοδοτεί για την απόκλιση ανάμεσα στις ονομαστικές αυξήσεις των μισθών και στο πραγματικό κόστος ζωής, επιχειρεί να πείσει τον πολίτη ότι το πρόβλημα βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα. Πρόκειται για πολιτική εκδοχή του gaslighting, η υλική δυσχέρεια μετατρέπεται σε ψυχολογικό ελάττωμα και η εύλογη διαμαρτυρία σε πατριωτική μειονεξία. Η αισιοδοξία, όμως, δεν μπορεί να επιβληθεί με το ζόρι ούτε να λειτουργήσει ως υποκατάστατο της αγοραστικής δύναμης ούτε να πληρώσει τους λογαριασμούς σε 2.8 εκατομμύρια Ελλήνων που αντιμετωπίζουν τον εφιάλτη της φτωχιας και κοινωνικού αποκλεισμού.
Εξίσου αποκαλυπτική υπήρξε η δήλωση της Σοφίας Βούλτεψη, η οποία, αναφερόμενη στα κενά των σχολείων, υποστήριξε ότι την πρώτη ημέρα «εμφανίζονται οι μισές εγκυμονούσες». Η φράση δεν είναι μόνο άκομψη. Μετατρέπει την εγκυμοσύνη από θεμελιώδες δικαίωμα σε διοικητική ενόχληση και από προστατευόμενο γεγονός της ζωής σε ενοχοποιητικό τεκμήριο για την εργαζόμενη γυναίκα.
Κυρίως, δεν απαλλάσσουν τη κυβέρνηση από την υποχρέωση έγκαιρου προγραμματισμού.
Οι άδειες μητρότητας, ασθένειας και ανατροφής παιδιών δεν αποτελούν απρόβλεπτες θεομηνίες. Αντιθέτως, αποτελούν νόμιμες και στατιστικά προβλέψιμες ανάγκες κάθε μεγάλου οργανισμού.
Σε μια χώρα με κρίσιμη δημογραφική συρρίκνωση, η αιχμή εναντίον των εγκύων εκπαιδευτικών αποκτά ακόμη πιο οξύμωρο χαρακτήρα. Η κυβέρνηση διακηρύσσει ότι επιθυμεί περισσότερες γεννήσεις, αλλά όταν μια εργαζόμενη γυναίκα κυοφορεί, η εγκυμοσύνη της παρουσιάζεται ως αιτία δυσλειτουργίας του σχολείου. Το πραγματικό πρόβλημα είναι ένα σύστημα στελέχωσης που βασίζεται επί χρόνια σε δεκάδες χιλιάδες αναπληρωτές, καθυστερημένες τοποθετήσεις και διαρκή διαχείριση κενών αντί για σταθερό πολυετή προγραμματισμό. Η ευρωπαϊκή νομοθεσία, άλλωστε, αντιμετωπίζει τη δυσμενή μεταχείριση λόγω εγκυμοσύνης ως μορφή άμεσης διάκρισης λόγω φύλου.
Τα τρία περιστατικά συνθέτουν πλέον σαφές μοτίβο, ο άνεργος ευθύνεται επειδή «δεν θέλει» να βρει εργασία, ο εργαζόμενος ευθύνεται επειδή θεωρεί ότι δεν του φθάνει ο μισθός και η εκπαιδευτικός ευθύνεται επειδή ασκεί το δικαίωμα στη μητρότητα.
Με αυτή τη μεθόδευση, η κυβερνητική ανεπάρκεια εξαχνώνεται και στη θέση της κατασκευάζεται ένας διαρκώς ένοχος πολίτης. Η κοινωνία κατακερματίζεται σε «παραγωγικούς» και «βάρη», σε αισιόδοξους και «μίζερους», σε εργαζόμενες που υπηρετούν απρόσκοπτα και σε γυναίκες που δήθεν διαταράσσουν τον κρατικό προγραμματισμό επειδή ασκούν το δικαίωμα της μητρότητας.
Η κοινωνική αλληλεγγύη, όμως, δεν είναι συναισθηματική πολυτέλεια, αλλά παραγωγικός και δημοκρατικός θεσμός. Μειώνει τον φόβο, επιτρέπει στους ανθρώπους να αναλαμβάνουν δημιουργικούς κινδύνους, στηρίζει την οικογένεια και ενισχύει την εμπιστοσύνη προς το κράτος. Όταν μια κυβέρνηση παρουσιάζει κάθε κοινωνικό δικαίωμα ως κόστος και κάθε ευάλωτο πολίτη ως ύποπτο κατάχρησης, δεν οικοδομεί κοινωνία ευθύνης. Καλλιεργεί κοινωνία καχυποψίας και ανασφάλειας.
Η ίδια μέθοδος αποτυπώνεται και στον τρόπο με τον οποίο κυβερνητικά στελέχη και υπουργοί αντιμετωπίζουν τους δημοσιογράφους όταν εκείνοι αμφισβητούν το αφήγημα της οικονομικής ευημερίας. Αντί να απαντήσουν με στοιχεία για τους πραγματικούς μισθούς, την αγοραστική δύναμη και το κόστος ζωής, μετατρέπουν τη δημόσια συζήτηση σε προσωπική ανάκριση: «Εσείς πόσα παίρνετε;», «Ο δικός σας μισθός αυξήθηκε; Ναι ή όχι; Απαντήστε».
Αυτό συνιστά κλασική ανεκδοτολογική πλάνη (anecdotal fallacy). Η προσωπική μισθολογική εξέλιξη ενός δημοσιογράφου ή ενός άλλου πολίτη είτε θετική είτε αρνητική, δεν αποδεικνύει τίποτε για την αγοραστική δύναμη εκατομμυρίων εργαζομένων.
Η οικονομική πολιτική αξιολογείται με αντιπροσωπευτικά δεδομένα όπως πραγματικούς μισθούς μετά τον πληθωρισμό, κόστος στέγασης, διαθέσιμο εισόδημα και δυνατότητα κάλυψης βασικών αναγκών.
Δεν αξιολογείται με αιφνιδιαστικές ερωτήσεις προς έναν άνθρωπο σε τηλεοπτικό στούντιο.
Η πρακτική αυτή είναι θεσμικά ανησυχητική και για έναν ακόμη λόγο, αντιστρέφει τους ρόλους. Ο δημοσιογράφος καλείται να λογοδοτήσει για το εισόδημά του, ενώ το κυβερνητικό στέλεχος αποφεύγει να λογοδοτήσει για τα αποτελέσματα της πολιτικής του. Το προσωπικό βίωμα εργαλειοποιείται ως παγίδα και η επιθετικότητα ως υποκατάστατο τεκμηρίωσης. Έτσι ο δημόσιος διάλογος διολισθαίνει από τον έλεγχο της εξουσίας στον εκφοβισμό εκείνου που θέτει το ερώτημα.
Αυτή είναι ίσως η πιο ανησυχητική συνέπεια της καθημερινής προπαγάνδας γιατί δεν συσκοτίζει μόνο την οικονομική πραγματικότητα, δυστυχώς αλλοιώνει σταδιακά το αξιακό λεξιλόγιο της δημοκρατίας. Η ανεργία παύει να είναι ασφαλιστικός κίνδυνος, η φτώχεια βαφτίζεται μιζέρια και η μητρότητα μετατρέπεται σε υπηρεσιακό πρόβλημα. Έτσι, η κυβερνητική αλαζονεία δεν περιορίζεται στον δημόσιο λόγο. Διαβρώνει, λίγο λίγο, την ίδια τη συνεκτική δομή της κοινωνίας.
Πρόκειται για μια πολιτική ιδιωτικοποίησης της ευθύνης όπου κάθε συλλογική δυσλειτουργία εξατομικεύεται, ενώ η εξουσία αυτοεξαιρείται από τη λογοδοσία.