Η προσέγγιση και ανάλυση της κοινωνικής δυναμικής σε παγκόσμιο επίπεδο και ιδιαιτέρως στην Ελλάδα αναδεικνύουν εμφατικά την μεγάλη αδυναμία της πολιτικής διαχείρισης της εξέλιξης να σχεδιάζει λειτουργικά και με προοπτική την πορεία των κοινωνιών προς το μέλλον. Ταυτοχρόνως γίνεται εμφανής και η εργαλειοποίηση του ανθρώπου στο πλαίσιο της κοινωνικής λειτουργίας στους διάφορους τομείς δραστηριοποίησης. Και οι δυο αυτές παράμετροι της βιωνόμενης πραγματικότητας διαμορφώνουν συνθήκες υψηλής διακινδύνευσης, την οποία δεν λαμβάνουν υπόψη τόσο το πολιτικό σύστημα όσο και οι πολίτες.
Το πρόβλημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις, αν ληφθεί υπόψη, ότι στο πολιτικό πεδίο η ενασχόληση με τις κοινωνικές συνθήκες εξαντλείται στην διαχείριση της ακολουθούμενης πορείας ως προς την οικονομική της διάσταση, χωρίς να συνυπολογίζονται οι αλλαγές, που συντελούνται ως προς τα ποιοτικά χαρακτηριστικά των ανθρώπων και την δυναμική της εξέλιξης, η οποία αποκτά πολύ μεγάλη ταχύτητα και γίνεται πολύ δύσκολα διαχειρίσιμη με βάση την οπτική του πολιτικού συστήματος. Για αυτό δεν γίνεται ουσιαστικός πολιτικός διάλογος. Ιδιαίτερα στην Ελλάδα η έννοια του διαλόγου έχει φορτίο «παράλληλων μονόλογων» χωρίς προοπτική.
Η βιωνόμενη πραγματικότητα είναι αποκαλυπτική. Είναι γνωστό το φαινόμενο El Ninio, στο πλαίσιο του οποίου τα κεντρικά και ανατολικά νερά του Ειρηνικού Ωκεανού κοντά στον Ισημερινό είναι θερμότερα σε σχέση με άλλες περιοχές κατά 3 βαθμούς Κελσίου, ενώ παράλληλα προκαλούνται ακραία καιρικά φαινόμενα σε όλο τον κόσμο και κυρίως σε περιοχές γύρω από τον Ειρηνικό.
Σύμφωνα με τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών το φαινόμενο El Ninio είναι πολύ πιθανό να είναι το ισχυρότερο των τελευταίων 1.000 ετών και να συμβάλλει στην ακόμη μεγαλύτερη άνοδο της θερμοκρασίας παγκοσμίως. Το 2027 αναμένεται να είναι πολύ θερμό και να αυξηθεί πολύ ο κίνδυνος πυρκαγιών και πλημμυρών, ενώ παράλληλα θα υπάρξουν αρνητικές επιπτώσεις στον γεωργικό και κτηνοτροφικό τομέα.
Φέτος το καλοκαίρι (2026) οι ακραίοι καύσωνες στην Ευρώπη προκάλεσαν 35.000 θανάτους τουλάχιστον. Με το φαινόμενο El Ninio οι επιπτώσεις θα είναι βέβαια πολύ χειρότερες. Το πολιτικό σύστημα σε παγκόσμιο επίπεδο δεν ασχολείται με την ανάγκη οικοδόμησης μιας λειτουργικής και βιώσιμης πορείας των κοινωνιών στην προοπτική του χρόνου. Ιδιαιτέρως στην Ελλάδα αναπτύσσεται «διάλογος» καφενειακού επιπέδου με έντονα ηθικολογικά και εξιδανικευτικά του μέλλοντος χαρακτηριστικά, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι προειδοποιήσεις για αυτά, που έρχονται λόγω της ανθρώπινης δραστηριότητας, όπως είναι η υπερθέρμανση του πλανήτη εξαιτίας της χρήσης ορυκτών καυσίμων για την παραγωγή ενέργειας. Ενώ οι κοινωνίες «πνίγονται», τα κόμματα «αρμενίζουν» και «σφυρίζουν» αδιάφορα.
Παράλληλα στην υποσαχάρια Αφρική καταγράφεται τέτοια μείωση των υδάτινων πόρων (π.χ. στην Namibia), που δρομολογούνται πολύ αρνητικές παρενέργειες στην ζωή των ανθρώπων. Εάν συνεχισθεί αυτή η πορεία, πολλοί άνθρωποι θα χάσουν την ζωή τους, ενώ μεγάλος αριθμός από αυτούς θα αναγκασθούν να μετακινηθούν προς τον Βορρά, όπου είναι οι ευρωπαϊκές χώρες, με επίπτωση την πρόκληση αναταράξεων στις κοινωνίες υποδοχής, διότι δεν είναι προετοιμασμένες για αυτό.
Μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών υποδοχής είναι και η Ελλάδα. Ποια είναι η πολιτική αντιμετώπισης αυτού του φαινομένου; Μέχρι τώρα προτεραιότητα είναι η επιστροφή των προσφύγων στις χώρες προέλευσης τους. Αυτό όμως δεν αποτελεί λύση. Οι συνθήκες ζωής σε αυτές δεν είναι βιώσιμες. Ουσιαστικά καταδικάζονται να χάσουν την ελπίδα για μια καλύτερη ζωή, διότι η παγκόσμια κοινότητα δεν αντιμετωπίζει τα γενεσιουργά αίτια των παραγόμενων κινδύνων για την ανθρώπινη ζωή και το φυσικό περιβάλλον, όπως είναι η υπερθέρμανση του πλανήτη και η επικίνδυνη μείωση των φυσικών πόρων.
Ανάλογα προβλήματα ως προς τους υδάτινους πόρους αντιμετωπίζουν και χώρες της Ευρώπης. Σύμφωνα με στοιχεία της Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης Greenpeace η χαμηλή στάθμη ποταμών, οι κακές σοδειές και οι δασικές πυρκαγιές έχουν ήδη βαριές επιπτώσεις στον οικονομικό τομέα ύψους 36 δισεκατομμυρίων ευρώ στην Γερμανία. Ανάλογες επιπτώσεις έχουν και άλλες χώρες, όπως η Ελλάδα. Ποιος είναι ο σχεδιασμός για την αντιμετώπιση αυτού του πολύ επικίνδυνου προβλήματος και στην Ελλάδα;
Ο μη συνυπολογισμός από το πολιτικό σύστημα των επιπτώσεων της οικονομικής διαχείρισης και σε άλλους τομείς της κοινωνικής δραστηριοποίησης είναι γενικότερα ανιχνεύσιμος. Για παράδειγμα το δημογραφικό πρόβλημα στην Ελλάδα με την συνεχιζόμενη μείωση και γήρανση του πληθυσμού λόγω των χαμηλών γεννήσεων και του αυξανόμενου προσδόκιμου ζωής είναι σε πλήρη ανάπτυξη.
Ο δείκτης γονιμότητας στην Ελλάδα είναι πολύ χαμηλός (1,24 – 1,28 παιδιά ανά γυναίκα) σε σύγκριση με το όριο αναπλήρωσης των 2,1 παιδιών. Από το 2011 έως το 2021 ο πληθυσμός της χώρας μειώθηκε κατά 441.000 άτομα (δηλαδή -4%). Όλα τα κόμματα θεωρούν, ότι αυτή η ανισορροπία αντιμετωπίζεται μονοδιάστατα οικονομικά. Πολύ χαρακτηριστικά είναι τα μέτρα, που ανακοίνωσε ο πρωθυπουργός στην Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης τον Σεπτέμβριο του 2026.
Συγκεκριμένα ανέφερε την δημιουργία «Κουμπαρά για την Νέα Γενιά» για παιδιά από την γέννηση τους έως την ηλικία των 2 ετών, στον οποίο θα καταθέτουν ένα ποσό οι γονείς και το κράτος. Αυτό το μέτρο βέβαια λειτουργεί μόνο για τις οικογένειες, που μπορούν να καταθέτουν αυτό το ποσό. Για τις τρίτεκνες οικογένειες μηδενισμό του φόρου εισοδήματος έως 20.000 ευρώ από το 2027, ενώ παράλληλα θα γίνει αύξηση του επιδόματος γέννησης για πολύτεκνους.
Δυστυχώς τόσο η κυβέρνηση όσο και τα κόμματα της αντιπολίτευσης δεν στηρίζουν τον σχεδιασμό τους σε ολοκληρωμένη ανάλυση της πραγματικότητας. Δεν λαμβάνεται υπόψη η οπτική του αξιακού προσανατολισμού των σύγχρονων κοινωνιών στον υλικό ευδαιμονισμό (χωρίς το φορτίο της απόκτησης παιδιών και διεύρυνσης της οικογένειας και των υποχρεώσεων) , που καλλιεργείται με τα πρότυπα, τα οποία διοχετεύονται μαζικά στο πλαίσιο του συστήματος κοινωνικής οργάνωσης και λειτουργίας ούτε και ο ανεπαρκής ελεύθερος χρόνος των γονέων για την ενασχόληση με τα παιδιά τους και την κοινωνικοποίηση τους.
Ταυτοχρόνως δεν συνυπολογίζονται οι αρνητικές επιπτώσεις της μαζοποίησης των κοινωνιών στα σύγχρονα μεγάλα αστικά κέντρα και της μη επαρκούς ανάπτυξης κοινωνικών σχέσεων ούτε και ύπαρξης χώρων οικοδόμησης φιλικών σχέσεων των παιδιών στους «δρόμους της γειτονιάς». Με αυτά τα δεδομένα δεν είναι εύκολη η καλλιέργεια της ενσυναίσθησης και της ανάπτυξης κοινωνικής συνείδησης και ευθύνης, τα οποία δεν προωθούνται ούτε στο πλαίσιο του εκπαιδευτικού συστήματος με συστηματικό τρόπο. Δεν είναι τυχαία η άνοδος της νεανικής βίας και ιδιαιτέρως των ανηλίκων, η οποία ενισχύεται και από την μη παραγωγή συνεκτικών αξιών στο πλαίσιο της συμβίωσης των ανθρώπων στις τοπικές κοινωνίες.
Βέβαια οι κοινωνίες «πνίγονται» και τα κόμματα «αρμενίζουν» και σε άλλους τομείς, όπως είναι ο τρόπος αξιοποίησης της ψηφιακής τεχνολογίας και της τεχνητής νοημοσύνης με τις πολύ αρνητικές επιπτώσεις στα ποιοτικά χαρακτηριστικά των ανθρώπων (π.χ. εικονική προσέγγιση της κοινωνικής πραγματικότητας και ανάλογης ποιότητας οικοδόμηση κοινωνικών σχέσεων) αλλά και στην ευημερία με την χρησιμοποίηση τους στην παραγωγική διαδικασία και παρενέργεια την αύξηση της ανεργίας και των κοινωνικών ανισοτήτων σε βάθος χρόνου.
Ιδιαιτέρως στην Ελλάδα ανάλογες συνθήκες διαμορφώνει και η διαφθορά, η οποία πλέον αποτελεί δομικό στοιχείο της κοινωνικής δραστηριοποίησης. Αποκαλυπτικά σε υψηλό βαθμό είναι τόσο το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ με τις παράνομες επιχορηγήσεις στον πρωτογενή τομέα όσο και οι παρακολουθήσεις πολιτικών και άλλων αξιωματούχων. Πολιτικά πρόσωπα και κόμματα ασκούν κριτική με στόχο την αποκόμιση εκλογικού οφέλους, όμως τόσο η κυβέρνηση όσο και η αντιπολίτευση δεν καταθέτουν αξιόπιστο σχεδιασμό για την απαλλαγή από αυτές τις απαράδεκτες και χωρίς ίχνος κοινωνικής δικαιοσύνης ανισορροπίες, οι οποίες έχουν άμεση σχέση με το σύστημα κοινωνικής οργάνωσης και λειτουργίας.
Είναι πλέον εμφανές, ότι σε συνθήκες κοινωνίας του θεάματος (το θέαμα προσδίδει νόημα στη ζωή και διασφαλίζει την επιβολή) και μαζοποίησης χωρίς παραγωγή συνεκτικών κοινωνικών αξιών στο πλαίσιο της συμβίωσης στις τοπικές κοινωνίες σε συνδυασμό με τον προσανατολισμό σε πρότυπα, που προωθούν την μονοδιάστατη οπτική του υλικού ευδαιμονισμού και του ατομικισμού, δεν οικοδομείται κοινωνική συνοχή, ούτε πραγματώνεται το κοινωνικό και το ανθρώπινο συμφέρον, ενώ παράλληλα παράγονται ανισορροπίες, που διευρύνουν τις ανισότητες και απειλούν την βιωσιμότητα του ανθρώπου και των οικοσυστημάτων.
Μπορούν να αλλάξουν αυτές οι συνθήκες, ώστε τα κόμματα να μην «αρμενίζουν», ενώ οι κοινωνίες «πνίγονται»; Βασική προϋπόθεση για μια τέτοιων διαστάσεων αλλαγή είναι η πραγματοποίηση παρεμβάσεων στο σύστημα οργάνωσης και λειτουργίας των κοινωνιών. Ουσιαστικά πρέπει το πολιτικό σύστημα σε συνεργασία με την κοινωνία πολιτών να δρομολογήσουν άμεσα την αναγκαία κοινωνική επανεκκίνηση.
Αυτό βέβαια συνεπάγεται ριζικές αλλαγές στη ζωή των ανθρώπων, όπως είναι η μη χρήση ορυκτών καυσίμων για την παραγωγή ενέργειας, διότι ενισχύεται η υπερθέρμανση του πλανήτη και πολλές άλλες. Δεν είναι καθόλου εύκολο, διότι προϋποθέτει την αλλαγή οπτικής από τα κόμματα σε λειτουργικό χρόνο. Είναι όμως αναγκαίο.