Διπλωματικές παθογένειες με το βλέμμα στραμμένο στις εκλογές

Γιάννης Λασκαράκης 13 Ιουλ 2026

Η σύνοδος κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα ανέδειξε και πάλι τις παθογένειες της εξωτερικής μας πολιτικής απέναντι στην Τουρκία. Αδυνατούμε να κατανοήσουμε ότι η γειτονική χώρα έχει αναδειχθεί σε ισχυρό παράγοντα του παγκόσμιου συσχετισμού δυνάμεων . Αυτό οφείλεται στη γεωγραφική της θέση, στην «αυτοκρατορική της διπλωματία» και στις σχέσεις της με τα ισλαμικά κράτη. Οφείλεται και στην στρατιωτική της ισχύ με φόντο την τεράστια πολεμική βιομηχανία της. Στο βάθος βέβαια υπάρχει και η μεγάλη κληρονομιά του Κεμάλ, ο δυτικός της προσανατολισμός.

Ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης δεν ένιωθε άνετα στην Άγκυρα, στην οποία ο Τούρκος πρόεδρος- οικοδεσπότης δέχονταν την ευαρέσκεια των ηγετών της συμμαχίας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι θερμότατοι εναγκαλισμοί του Ερντογάν με τον Τράμπ και τον Μακρόν ξεπέρασαν τα όρια μιας τυπικής ευγενικής υποδοχής. Ήταν μια αναγνώριση της ικανότητας και της ισχύος του τούρκου Προέδρου. Μιας ισχύος η οποία υποβαθμίζει την κραυγαλέα απουσία δημοκρατιών ελευθεριών και κράτους δικαίου στη γειτονική χώρα. Είναι ολοφάνερο ότι τον θέλουν σύμμαχό τους πάση θυσία.

Απέναντι σε αυτήν την πραγματικότητα ο Έλληνας πρωθυπουργός έκρινε σκόπιμο να θέσει το ζήτημα των μαχητικών F35 με έναν μάλλον άκομψο τρόπο. Δήλωσε ότι υπάρχουν νομικά προβλήματα για την πώλησή τους στην Τουρκία. Άμεση ήταν η απάντηση που τούρκου προέδρου.

«Εγώ δεν σχολιάζω τις δικές σας αγορές κύριε Μητσοτάκη. Εσείς γιατί σχολιάζετε τις δικές μας;»

Ο Έλληνας πρωθυπουργός αναφέρθηκε και στο casus belli . Απευθυνόμενος στους συμμάχους του ΝΑΤΟ και στους εταίρους της ΕΕ , τόνισε ότι είναι απαράδεκτο να συμπεριλαμβάνεται στην κοινή άμυνα της Ευρώπης μια χώρα που απειλεί με πόλεμο ένα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ. Στην απάντησή του ο Τούρκος πρόεδρος δεν ανάφερε την δική μας «απειλή» για την μονομερή επέκταση των χωρικών μας υδάτων στα 12 μίλια, η οποία προκάλεσε το «casus belli» . Δεν αναφέρθηκε ούτε στη συμφωνία του 1997 στην Μαδρίτη, όταν ο Κώστας Σημίτης και ο Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ, είχαν συνυπογράψει κοινό ανακοινωθέν στο οποίο αναγνωρίζονταν τα «θεμιτά, ζωτικά συμφέροντα και ενδιαφέροντα των δύο χωρών στο Αιγαίο, τα οποία έχουν μεγάλη σημασία για την ασφάλεια και την εθνική κυριαρχία τους». Είναι γνωστό επίσης ότι το δίκαιο της θάλασσας αναγνωρίζει το δικαίωμα στις παράκτιες χώρες να επεκτείνουν τα χωρικά τους ύδατα μέχρι τα 12 μίλια , «σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο». Αυτή η προσθήκη υπονοεί ότι η επέκταση δεν πρέπει να θίγει συμφέροντα άλλων παράκτιων χωρών ούτε την ελεύθερη ναυσιπλοΐα στα διεθνή ύδατα.

Ο Πρόεδρος της Τουρκία τόνισε επίσης ότι θα πρέπει να τα ξεπεράσουμε όλα αυτά και να επιδιώξουμε την επίλυση των προβλημάτων μεταξύ των δύο γειτονικών χωρών.

Τελικά κανείς δεν γνωρίζει ποιοι είναι οι μακροπρόθεσμοι και σταθεροί στόχοι της πολιτικής μας απέναντι στην Τουρκία. Οι κινήσεις όλων των κυβερνήσεων αρκούνται στην διατήρηση της «μη έντασης» , μεταθέτοντας την ανάδειξη και την επίλυση των ουσιαστικών προβλημάτων σε ένα αόριστο μέλλον, το οποίο σχετίζεται πάντα με τις αντιδράσεις της κοινής γνώμης. Εξαίρεση αποτέλεσε η Κυβέρνηση του Κώστα Σημίτη, ο οποίος με την καθοριστική συμπαράσταση του αδικοχαμένου υφυπουργού εξωτερικών, Γιάννου Κρανιδιώτη, έβλεπε με τόλμη και ρεαλισμό μπροστά. Η συμφωνία του Ελσίνκι ήταν υπόδειγμα μακροχρόνιας στρατηγικής με «καρότο» την ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας και «μαστίγιο» την καθιέρωση των απαιτούμενων κοινωνικών και πολιτικών μεταρρυθμίσεων. Να σημειωθεί ότι εκείνη την εποχή τα περισσότερα κράτη της ΕΕ, με προεξάρχουσα την Γαλλία, αντιδρούσαν στην Ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας. Τελικά το «Ελσίνκι» αδρανοποιήθηκε με την ανάδειξη του Κώστα Καραμανλή στην εξουσία το 2004. Μια παρόμοια ευκαιρία παρουσιάζεται και σήμερα με την συμμετοχή της Τουρκίας στο πρόγραμμα SAFE για την ασφάλεια της Ευρώπης. Σε αντίθεση με το «πνεύμα Σημίτη», η Ελλάδα και η Κύπρος έθεσαν βέτο στην συμμετοχή της Τουρκίας στο SAFE , επικαλούμενες το «casus belli» και την κατοχή της Β. Κύπρου. Και όμως το σχέδιο Ανάν, όπως και πολλά προηγούμενα σχέδια που είχαν απορρίψει οι ελληνοκύπριοι, έδινε μια αξιόπιστη προοπτική για ένα ενωμένο κράτος μέλος της ΕΕ, στο οποίο η οικονομία θα σάρωνε τις εθνοτικές διαφορές.

Αναρωτιέμαι αν θα υπήρχε καλύτερη ασφάλεια για την Ελλάδα και την Κύπρο από την συμμετοχή τους σε μια ευρωπαϊκή δύναμη ασφάλειας και προστασίας των ανατολικών συνόρων της Ευρώπης, στην οποία θα συμμετείχε και η Τουρκία. Δυστυχώς η εθνική μας τύφλωση μας οδηγεί σε αντιτουρκικά μέτωπα τύπου Ισραήλ -Κύπρου- Ελλάδας, με την λογική «ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου».

Ατυχώς στη χώρα μας δεν ασκούμε εξωτερική πολιτική προσβλέποντας στην διασφάλιση της διπλωματικής ισχύος, της ειρήνης και της συνεργασίας στην περιοχή. Την ασκούμε συγκυριακά με βάση τις ιστορικές μας παθογένειες και με το βλέμμα στραμμένο στις επόμενες εκλογές.