Ο ΣΥΡΙΖΑ μοιάζει πλέον με κόμμα που παρακολουθεί τη διάλυσή του και, με αξιοθαύμαστη αυτοπεποίθηση, την παρουσιάζει ως ανασύνταξη. Κάθε αποχώρηση βαφτίζεται ανανέωση, κάθε εσωτερική σύγκρουση δημιουργική διαδικασία και κάθε προσωρινή ισορροπία ιστορική επανεκκίνηση. Πρόκειται για μια εμφανή πολιτική κατάρρευση, την οποία ο κομματικός μηχανισμός εξακολουθεί να περιγράφει με ανακοινώσεις θριάμβου, σαν η επιστροφή στην εξουσία να βρίσκεται ένα μόλις βήμα μακριά.
Η εικόνα θυμίζει πολιτική πολυκατοικία λίγο πριν από την κατεδάφιση, με τους ενοίκους να διαφωνούν ακόμη για τη διαχείριση των κοινοχρήστων. Το κόμμα που κάποτε εμφανιζόταν ως προάγγελος μιας νέας ευρωπαϊκής εποχής περιορίζεται τώρα στη διανομή ρόλων σε ένα διαρκώς μικρότερο ακροατήριο. Η κοινωνική επιρροή υποχωρεί, οι αρχηγικές φιλοδοξίες ανθούν και η μάχη για τα απομεινάρια παρουσιάζεται ως στρατηγική για το μέλλον.
Πίσω από την κωμική επιφάνεια βρίσκεται μια σοβαρότερη πολιτική πραγματικότητα. Ο ΣΥΡΙΖΑ υπήρξε γέννημα μιας έκτακτης ιστορικής συγκυρίας: της χρεοκοπίας, της κοινωνικής οργής, της κατάρρευσης της εμπιστοσύνης προς το πολιτικό σύστημα και της συλλογικής ανάγκης για εύκολες απαντήσεις σε εξαιρετικά δύσκολα προβλήματα.
Εκεί βρήκε το προνομιακό του πεδίο. Επένδυσε στην άρνηση των ορίων, στην ιδέα ότι οι διεθνείς δεσμεύσεις ακυρώνονται με μια πολιτική απόφαση, ότι η οικονομική πραγματικότητα υποχωρεί μπροστά στη λαϊκή βούληση και ότι η αγανάκτηση αρκεί ως πρόγραμμα διακυβέρνησης.
Το 2015 αποκάλυψε το πραγματικό περιεχόμενο αυτής της πολιτικής. Η ρητορική της ρήξης κατέληξε σε συνθηκολόγηση, η υπόσχεση απελευθέρωσης σε βαρύτερη επιτήρηση και η «πρώτη φορά Αριστερά» σε αγαστή συγκατοίκηση με την εθνικολαϊκιστική Ακροδεξιά. Η πραγματικότητα αποδείχθηκε λιγότερο ευαίσθητη στα συνθήματα από όσο υπολόγιζαν οι εμπνευστές τους.
Η βαθύτερη αποτυχία υπήρξε πολιτική και ιδεολογική. Ο ΣΥΡΙΖΑ απέφυγε την αυτοκριτική με την ίδια συνέπεια που κάποτε απέφευγε την πραγματικότητα. Οι αυταπάτες μετατράπηκαν σε ηρωική αφήγηση, οι ήττες σε προϊόν δυσμενών συσχετισμών και τα κυβερνητικά αδιέξοδα σε τεκμήριο ηθικής ανωτερότητας.
Έτσι γεννήθηκε ο τσιπρισμός ως πολιτική κουλτούρα. Μια κουλτούρα που υπερβαίνει πλέον τον ίδιο τον Αλέξη Τσίπρα: επικοινωνία αντί στρατηγικής, αντιδεξιά συσπείρωση αντί προγραμματικής συγκρότησης, καχυποψία απέναντι στις μεταρρυθμίσεις και διαρκής επίκληση μιας προοδευτικής ταυτότητας που προσφέρει ηθική άνεση, ακόμη και όταν απουσιάζουν τα αποτελέσματα.
Ο Παύλος Πολάκης αποτελεί την πιο ειλικρινή εκδοχή αυτής της παράδοσης. Εκφράζει την πολιτική ως καταγγελία, την ένταση ως απόδειξη και την προσωπική στοχοποίηση ως επιχείρημα. Αποτελεί λιγότερο μια εξαίρεση και περισσότερο τον καθρέφτη του συστήματος που τον ανέδειξε. Λέει ωμά όσα ο τσιπρισμός προτιμά συνήθως να διατυπώνει με καλύτερο φωτισμό.
Η ΕΛ.Α.Σ., από την άλλη πλευρά, φιλοδοξεί να αποτελέσει την εκλεπτυσμένη συνέχεια του ίδιου υποδείγματος. Ο παλιός ΣΥΡΙΖΑ κρατά τη σφραγίδα, τον μηχανισμό και την ακατέργαστη οργή. Το νέο κόμμα του Τσίπρα κρατά τον αρχηγό, την επικοινωνιακή μνήμη και την ελπίδα ότι μια αλλαγή ονόματος μπορεί να λειτουργήσει ως συλλογική αμνησία.
Η μεταξύ τους σύγκρουση έχει περιορισμένο ιδεολογικό βάθος. Πρόκειται κυρίως για μάχη κληρονομιάς. Ο ΣΥΡΙΖΑ διεκδικεί την αυθεντικότητα του παλιού λαϊκισμού. Η ΕΛ.Α.Σ. διεκδικεί το δικαίωμα να τον επαναφέρει σε πιο κομψή συσκευασία.
Ο Αλέξης Τσίπρας επιχειρεί να εμφανιστεί ως φορέας ώριμης επανεκκίνησης. Η μεγάλη του ικανότητα υπήρξε πάντοτε η ανάγνωση του κοινωνικού θυμικού. Κατανόησε τον θυμό πολύ καλύτερα από τις ανάγκες της χώρας. Διέθετε ισχυρό επικοινωνιακό ένστικτο, ενώ η πολιτική του συγκρότηση αποδείχθηκε εγκληματικά ανεπαρκής απέναντι στις απαιτήσεις μιας δημοκρατικής ευρωπαϊκής διακυβέρνησης.
Τώρα επιχειρεί να διατηρήσει το προσωπικό του κεφάλαιο, να αφήσει πίσω τη φθορά του ΣΥΡΙΖΑ, να κληρονομήσει τους ψηφοφόρους του και να παρακάμψει τον απολογισμό της περιόδου 2015–2019. Η αλλαγή επιγραφής, ωστόσο, αδυνατεί να υποκαταστήσει την πολιτική αναθεώρηση. Το ίδιο ανερμάτιστο αφήγημα επιβιώνει: ασαφής προοδευτισμός, εύκολες κοινωνικές υποσχέσεις, καχυποψία απέναντι στις μεταρρυθμίσεις και κυβερνητική φιλοδοξία χωρίς θεσμική αυτογνωσία.
Το πραγματικό προοδευτικό αίτημα βρίσκεται αλλού: σε μια ευρωπαϊκή, μεταρρυθμιστική και θεσμικά σοβαρή Κεντροαριστερά, ικανή να συνδέσει την κοινωνική δικαιοσύνη με την παραγωγή, την αλληλεγγύη με την ευθύνη και την αλλαγή με την αλήθεια.
Απέναντι σε αυτό το αίτημα, ο ΣΥΡΙΖΑ μοιάζει με παλιό σκηνικό που καταρρέει και η ΕΛ.Α.Σ. με το ίδιο έργο σε νέα παραγωγή. Οι ηθοποιοί αλλάζουν θέσεις, τα φώτα γίνονται πιο προσεγμένα και η αφίσα πιο σύγχρονη. Το έργο παραμένει απολύτως γνώριμο.