Στον σύγχρονο πολιτικό λόγο, ελάχιστες έννοιες έχουν αποκτήσει τόσο ισχυρή κανονιστική ισχύ όσο η «σταθερότητα». Παρουσιάζεται ως προϋπόθεση οικονομικής ανάπτυξης, θεσμικής συνέχειας και συλλογικής ασφάλειας. Ποιος θα απαντήσει το τηλέφωνο στις 3 το πρωί, αναρωτήθηκε ρητορικά, πρόσφατα, ο πρωθυπουργός. Ωστόσο, η πολιτική επιστήμη και η κοινωνιολογία της εξουσίας μάς υπενθυμίζουν ότι καμία μορφή σταθερότητας δεν είναι ιδεολογικά ουδέτερη. Άρα το κρίσιμο ερώτημα ποια κοινωνική τάξη πραγμάτων σταθεροποιείται και προς όφελος ποιων ομάδων.
Όταν η σταθερότητα μετατρέπεται σε ιδεολογικό πρόταγμα που απονομιμοποιεί κάθε αίτημα αναδιανομής, μεταρρύθμισης ή κοινωνικής διεύρυνσης ίσων ευκαιριών, παύει να λειτουργεί ως εργαλείο δημοκρατικής ισορροπίας και μετατρέπεται σε μηχανισμό πολιτικής χειραγώγησης.
Από τον Karl Polanyi έως τον Pierre Bourdieu, η θεωρητική παράδοση της πολιτικής κοινωνιολογίας έχει καταδείξει ότι οι κυρίαρχοι θεσμοί συχνά παρουσιάζουν ως φυσική και αναπόφευκτη μια συγκεκριμένη κατανομή ισχύος και πόρων.
Όταν η οικονομική ανάπτυξη ενισχύει τη συρρίκνωση της αγοραστικής δύναμης, τη στεγαστική ασφυξία των νεότερων γενεών και τη διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων, τότε η επίκληση της σταθερότητας αποκτά αναπόφευκτα ταξικό περιεχόμενο.
Σήμερα η σύγκριση του Κυριάκου Μητσοτάκη και Νίκου Ανδρουλάκη μπορεί να αναλυθεί μέσα από τη θεωρία του πολιτικού κεφαλαίου, της συμβολικής ισχύος και της αναπαραγωγής των ελίτ. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι γιος του πρώην πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, ενώ η οικογένεια Μητσοτάκη/Μπακογιάννη συγκαταλέγεται στις πλέον αναγνωρίσιμες πολιτικές οικογένειες της Ελλάδας.
Στο θεωρητικό πλαίσιο του Bourdieu, η οικογενειακή πολιτική καταγωγή λειτουργεί ως κληρονομημένο κεφάλαιο, δηλαδή, όνομα, δίκτυα, αναγνωρισιμότητα, πρόσβαση σε θεσμούς, επιχειρηματίες, ΜΜΕ και κύκλους εξουσίας. Δεν αναιρεί την προσωπική ικανότητα, αλλά δημιουργεί διαφορετική αφετηρία στον πολιτικό ανταγωνισμό.
Η πολιτική κληρονομιά μετατρέπει το επώνυμο σε σήμα αξιοπιστίας, εμπειρίας και κυβερνησιμότητας πριν ακόμη αξιολογηθεί το πολιτικό περιεχόμενο.
Αντιθέτως, ο Νίκος Ανδρουλάκης αντιπροσωπεύει διαφορετικό τύπο πολιτικής διαδρομής. Προέρχεται από την Κρήτη, μεγάλωσε στην επαρχία, σπούδασε πολιτικός μηχανικός, αναδείχθηκε μέσα από κομματικές διαδικασίες, διετέλεσε γραμματέας του ΠΑΣΟΚ και πετυχημένος ευρωβουλευτής πριν εκλεγεί πρόεδρος του κόμματος το 2021.
Η πορεία του παραπέμπει περισσότερο σε θεσμική και οργανωτική ανέλιξη παρά σε δυναστική μεταβίβαση πολιτικής ισχύος.
Εδώ ανακύπτει μια κρίσιμη ασυμμετρία.
Ο αρχηγός της ΝΔ συχνά αντιμετωπίζεται ως «φυσικός διεκδικητής» της εξουσίας ενώ ο αρχηγός του ΠΑΣΟΚ καλείται διαρκώς να αποδείξει ότι δικαιούται να θεωρείται αξιόπιστη κυβερνητική εναλλακτική.
Αυτό δεν σημαίνει ότι τα μέσα ενημέρωσης λειτουργούν ενιαία ή συντονισμένα. Σημαίνει όμως ότι τα πολιτικά και μιντιακά συστήματα τείνουν να αναγνωρίζουν ευκολότερα ως εν δυνάμει ηγέτες όσους εντάσσονται σε γνώριμες ελίτ. Η προνομιακή μεταχείριση είναι πάντα δομική παρά ρητή. Εκδηλώνεται μέσα από τη συχνότητα προβολής, το πλαίσιο ερμηνείας, την ανοχή στα σφάλματα και την ευκολία με την οποία αποδίδεται σε έναν πολιτικό η ιδιότητα του ηγέτη.
Στην περίπτωση Ανδρουλάκη, η κυβερνητική επιθετικότητα μπορεί να ερμηνευθεί ως αντίδραση ενός συστήματος απέναντι σε έναν ηγέτη που δεν διαθέτει τα παραδοσιακά εχέγγυα της οικογενειακής καταγωγής. Η αμφισβήτηση δεν αφορά μόνο το πρόσωπο, αλλά και το αν ένας πολιτικός εκτός δυναστικών δικτύων μπορεί να εγγραφεί πειστικά στο πεδίο της εξουσίας. Έτσι, η κριτική συχνά μετατοπίζεται από τις πολιτικές θέσεις στην εικόνα, την καταλληλότητα, την προφορά, την επικοινωνιακή απόδοση ή τη «δυνατότητα νίκης».
Το συμπέρασμα είναι ότι η σύγκριση πρέπει να γίνεται θεσμικά. Ο Μητσοτάκης συμβολίζει την αναπαραγωγή της πολιτικής ελίτ μέσω οικογενειακής συνέχειας ενώ ο Ανδρουλάκης συμβολίζει την κοινωνική και πολιτική κινητικότητα αξιοκρατικά μέσα από θεσμική ανέλιξη.
Μέσα σε ένα έντονα προσωποκεντρικό μοντέλο διακυβέρνησης, η ανάδειξη ενός τέτοιου ηγέτη από την κοινωνία των πολιτών φαίνεται να συναντά διαφορετικές προκλήσεις.
Όταν ο καταιγισμός αμφίσημων δημοσκοπήσεων στα μέσα ενημέρωσης ολιγαρχών και οι ψηφιακές πλατφόρμες αναπαράγουν διαρκώς αφηγήσεις περί «κυβερνησιμότητας», «καταλληλότητας» ή «πιθανότητας νίκης», δημιουργείται ένα επικοινωνιακό περιβάλλον που μπορεί να ενεργοποιήσει το Bandwagon Effect εις βάρος πολιτικών σχηματισμών που δεν εμφανίζονται ως άμεσα διεκδικητές της εξουσίας.
Η δυναμική αυτή γίνεται ακόμη πιο σύνθετη όταν συνδυάζεται με αλγοριθμικά συστήματα που επιβραβεύουν τη σύγκρουση, την αρνητική δημοσιότητα και την προσωποποιημένη αντιπαράθεση. Διεθνείς έρευνες έχουν δείξει ότι οι ψηφιακές πλατφόρμες τείνουν να ενισχύουν πολωτικό περιεχόμενο και να δημιουργούν θαλάμους αντήχησης (echo chambers), όπου οι χρήστες εκτίθενται κυρίως σε πληροφορίες που επιβεβαιώνουν τις ήδη διαμορφωμένες αντιλήψεις τους.
Υπό αυτό το πρίσμα, η πολιτική πίεση που δέχεται ένας νέος ηγέτης δεν αποτελεί κατ’ ανάγκη συνάρτηση αποκλειστικά των προσωπικών χαρακτηριστικών του. Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι οποιοσδήποτε πολιτικός επιχειρούσε να αναδιατάξει τις υφιστάμενες ισορροπίες ισχύος θα βρισκόταν αντιμέτωπος με ανάλογες επικοινωνιακές αντιστάσεις. Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι αν η κριτική προς έναν συγκεκριμένο ηγέτη είναι θεμιτή ή αθέμιτη, στοιχείο εγγενές σε κάθε δημοκρατία, αλλά κατά πόσο η ένταση, η επανάληψη και η αλγοριθμική ενίσχυση συγκεκριμένων αφηγημάτων μπορούν να δημιουργήσουν μια αυτοτροφοδοτούμενη εικόνα πολιτικής αδυναμίας.
Η υπόθεση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν ληφθεί υπόψη ότι ο Νίκος Ανδρουλάκης ως Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ υπήρξε κεντρικό πρόσωπο στην υπόθεση των παρακολουθήσεων και του λογισμικού Predator, ζήτημα που προσέλκυσε διεθνές ενδιαφέρον και απασχόλησε ευρωπαϊκούς θεσμούς.
Η εξέλιξη αυτή καθώς και η πρόσφατη ανοίκεια επίθεση του Γρ. Δημητριάδη, καθιστά την περίπτωσή του χρήσιμο πεδίο μελέτης για το πώς η πολιτική νομιμοποίηση, η δημόσια εικόνα και οι ψηφιακοί μηχανισμοί επιρροής αλληλεπιδρούν στις σύγχρονες δημοκρατίες.
Ο Νεποτισμός ως φυτώριο αντισυστημικών κομμάτων
Η πολιτική κοινωνιολογία έχει αναλύσει διεξοδικά αυτό το φαινόμενο όπως ο Pierre Bourdieu που υποστήριξε ότι οι ελίτ αναπαράγονται μέσω του συμβολικού, κοινωνικού και πολιτισμικού κεφαλαίου που μεταβιβάζεται μεταξύ των γενεών. Η εξουσία δεν αναπαράγεται μόνο μέσω του πλούτου αλλά και μέσω του ονόματος, των δικτύων, της αναγνωρισιμότητας και της πρόσβασης στους θεσμούς. Αντίστοιχα, ο Robert Michels, με τον περίφημο «Iron Law of Oligarchy», υποστήριξε ότι κάθε πολιτική οργάνωση τείνει να συγκεντρώνει την εξουσία σε περιορισμένες ομάδες που σταδιακά αυτοαναπαράγονται. Η μεγαλύτερη απειλή για τη δημοκρατία δεν είναι μόνο η ύπαρξη ελίτ, αλλά η αδυναμία ανανέωσής τους.
Η συνέπεια αυτού του φαινομένου είναι βαθύτερη από όσο συνήθως αναγνωρίζεται. Όταν οι πολίτες αντιλαμβάνονται ότι οι πιθανότητες πολιτικής ανέλιξης δεν κατανέμονται ισότιμα, οι πλέον δημιουργικές και παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας συχνά επιλέγουν να παραμείνουν εκτός δημόσιου βίου. Επιστήμονες, επιχειρηματίες, στελέχη της αγοράς και άνθρωποι με διεθνή εμπειρία θεωρούν ότι η πολιτική δεν αποτελεί πεδίο αξιοκρατικού ανταγωνισμού αλλά χώρο προνομιακής πρόσβασης για όσους διαθέτουν ήδη πολιτικό κεφάλαιο.
Η οικονομική θεωρία περιγράφει το φαινόμενο αυτό ως αρνητική επιλογή (adverse selection). Όταν ένα σύστημα δεν επιβραβεύει την αξία οι ικανότεροι αποχωρούν και οι λιγότερο κατάλληλοι έχουν αναλογικά περισσότερα κίνητρα να συμμετάσχουν. Το αποτέλεσμα είναι η σταδιακή αποδυνάμωση της ποιότητας της πολιτικής ηγεσίας και των δυνατοτήτων αναγέννησης της χώρας.
Το κενό αξιοπιστίας που δημιουργείται δεν παραμένει πολιτικά ουδέτερο. Αντίθετα, δημιουργεί πρόσφορο έδαφος για την ανάδυση λαϊκιστικών και αντισυστημικών δυνάμεων. Ο Cas Mudde έχει περιγράψει τον λαϊκισμό ως μια ιδεολογία που αντιπαραθέτει τον «αγνό λαό» απέναντι στις «διεφθαρμένες ελίτ». Όταν όμως οι ελίτ εμφανίζονται κλειστές και αυτοαναπαραγόμενες, η λαϊκιστική αυτή αφήγηση αποκτά μεγαλύτερη κοινωνική απήχηση, ακόμη και όταν οι φορείς της αποδεικνύονται αργότερα μέρος του ίδιου πολιτικού συστήματος που είχαν καταγγείλει.
Η ελληνική εμπειρία της τελευταίας δεκαπενταετίας μπορεί να ερμηνευθεί και μέσα από αυτό το πρίσμα. Η οικονομική κρίση συνοδεύτηκε από βαθιά κρίση εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς και τις γνωστές πολιτικές ελίτ. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, πολιτικές δυνάμεις που πρόβαλαν έντονα αντισυστημικό λόγο (Τσίπρας-Καμμένος, Χρυσή Αυγή) απέκτησαν ισχυρή εκλογική επιρροή.
Όπως ανέλυσαν οι Pierre Bourdieu και Robert Michels, όταν η εξουσία συγκεντρώνεται σε κλειστά δίκτυα, η κοινωνία αναζητά εναλλακτικές διεξόδους έξω από το παραδοσιακό πολιτικό σύστημα. Σε αυτό το περιβάλλον μπορούν να ενισχυθούν πολιτικοί που προβάλλουν έντονα αντισυστημική ρητορική, όπως συνέβη σε διαφορετικές περιόδους με τον Αλέξη Τσίπρα, τον Κυριακο Βελόπουλο, τον Πανο Καμμενο, την Ζωή Κωνσταντοπουλου ή την Μαρία Καρυστιανου.
Παρότι προέρχονται από διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες, η πολιτική τους άνοδος μπορεί να ιδωθεί ως έκφραση της δυσπιστίας ενός μέρους της κοινωνίας απέναντι στις καθιερωμένες πολιτικές ελίτ.
Η πραγματική απώλεια για την χώρα μας, όμως, είναι ότι πολλοί ικανοί πολίτες, χωρίς οικογενειακά, επιχειρηματικά ή κομματικά δίκτυα, αποθαρρύνονται από τη συμμετοχή στον δημόσιο βίο, θεωρώντας ότι οι όροι του πολιτικού ανταγωνισμού δεν είναι ισότιμοι. Έτσι, η δημοκρατία στερείται πολύτιμου ανθρώπινου κεφαλαίου και καθίσταται περισσότερο ευάλωτη τόσο στην αναπαραγωγή των ίδιων ελίτ όσο και στην περιοδική άνοδο αντισυστημικών εκφράσεων της λαϊκής δυσαρέσκειας.
Η βαθύτερη συντηρητική μετάλλαξη της σημερινής διακυβέρνησης έγκειται στην αντικατάσταση του μεταρρυθμιστικού δυναμισμού από μια κουλτούρα διαχειριστικής μονιμότητας και στην αντίληψη ότι η σταθερότητα προϋποθέτει τη διαρκή αναπαραγωγή των ίδιων προσώπων στους πυλώνες εξουσίας. Πρόκειται για την επιτομή του σύγχρονου νεοσυντηρισμου.
Σήμερα το ΠΑΣΟΚ επιχειρεί να εκφράσει μια νέα σύνθεση ευρωπαϊκού θεσμικού πατριωτισμού, κοινωνικής δικαιοσύνης, παραγωγικού μετασχηματισμού και σύγχρονης μεταρρυθμιστικής σκέψης. Με νέα στελέχη, ανανεωμένο πολιτικό λόγο και προγραμματικό προσανατολισμό αποτελεί τον μοναδικό αξιόπιστο φορέα μιας νέας προοδευτικής θεσμικής μετάβασης που χρειάζεται η χώρα μας.