Η επέτειος της Αποκατάστασης της Δημοκρατίας αποτελεί την κορυφαία στιγμή θεσμικής αυτογνωσίας της χώρας. Δεν είναι μια κοινωνική δεξίωση ούτε μια κυβερνητική τελετή. Είναι η ημέρα κατά την οποία το κράτος τιμά την επιστροφή στη νομιμότητα, τους αγώνες όσων διώχθηκαν από τη δικτατορία και την επανίδρυση των δημοκρατικών θεσμών. Η παρουσία των πολιτικών δυνάμεων δεν είναι τυπική υποχρέωση, είναι πράξη σεβασμού προς το ίδιο το πολίτευμα που τους επιτρέπει να υπάρχουν.
Γι’ αυτό και η φετινή γιορτή στο Προεδρικό Μέγαρο, σημαδεμένη από ηχηρές απουσίες, δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη. Η επιλογή κομμάτων να γυρίσουν την πλάτη στον κορυφαίο θεσμό της Μεταπολίτευσης εγείρει εύλογα ερωτήματα: Τι ακριβώς σηματοδοτεί αυτή η στάση; Είναι θεσμική διαμαρτυρία ή μικροπολιτική μιζέρια; Και κυρίως, τι μήνυμα στέλνει στους πολίτες για το πώς αντιλαμβάνονται οι πολιτικές δυνάμεις τον ρόλο τους μέσα στη Δημοκρατία;
Η απουσία από τη Γιορτή της Δημοκρατίας δεν είναι ουδέτερη πράξη. Είναι μια συνειδητή επιλογή με θεσμικό βάρος. Όταν κόμματα του δημοκρατικού τόξου επιλέγουν να μην παραστούν, επικαλούμενα προσχηματικές δικαιολογίες ή ευκαιριακές αντιπαραθέσεις, δεν ασκούν κριτική στην κυβέρνηση, ασκούν κριτική στη Δημοκρατία. Και αυτό είναι επικίνδυνο.
Η στάση αυτή υπονομεύει την ιστορική μνήμη, απαξιώνει τον θεσμό και ενισχύει την αντίληψη ότι η πολιτική λειτουργεί μόνο ως πεδίο συγκρούσεων και όχι ως κοινός τόπος ευθύνης. Η απουσία δεν εμπνέει εμπιστοσύνη. Αντίθετα, ενισχύει τον κυνισμό και την απογοήτευση των πολιτών.
Η περίπτωση αυτών που απείχαν, μια αντίφαση που δεν πείθει
Ο ΣΥΡΙΖΑ επέλεξε να απουσιάσει, επικαλούμενος την παρουσία συγκεκριμένων προσώπων. Ωστόσο, η επίκληση “κινδύνων ακροδεξιάς” από ένα κόμμα που κυβέρνησε επί τέσσερα χρόνια με τους ΑΝΕΛ, συνυπογράφοντας αποφάσεις με στελέχη που εξέφραζαν ακραίο λαϊκισμό, δημιουργεί μια προφανή αντίφαση. Η επιστολή της Ρένας Δούρου, που μιλά για “προσβολή της ιστορικής μνήμης”, δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τα πεπραγμένα της περιόδου ΣΥΡΙΖΑ–ΑΝΕΛ. Η επιλεκτική ευαισθησία δύσκολα πείθει. Και κυρίως, δεν συνιστά θεσμική συνέπεια.
Από την άλλη μεριά η απουσία της Πλεύσης και Νίκης δύο κομμάτων που αυτοπροσδιορίζονται ως υπερασπιστές της Δημοκρατίας είναι ακόμη πιο παράδοξη. Βρίσκονται στη Βουλή χάρη στο εκλογικό σύστημα της Μεταπολίτευσης, απολαμβάνουν όλα τα προνόμια του κοινοβουλευτισμού και επιλέγουν να μην τιμήσουν την ίδια τη Δημοκρατία που τους θρέφει. Αυτό δεν είναι μόνο “αντίσταση”. Είναι αχαριστία προς το πολίτευμα και ανευθυνότητα απέναντι στους θεσμούς. Το εκλογικό σύστημα της απλής αναλογικής, που ψηφίστηκε με στόχο να εμποδίσει την αυτοδυναμία της Νέας Δημοκρατίας, τελικά άνοιξε τον δρόμο σε μικρά κόμματα που σήμερα απαξιώνουν την κορυφαία θεσμική εκδήλωση της Μεταπολίτευσης. Μια πολιτική ειρωνεία με θεσμικό κόστος.
Αλλά η φετινή επέτειος δεν σημαδεύτηκε μόνο από την απουσία κομμάτων της αντιπολίτευσης. Σημαδεύτηκε και από την απουσία τριών πρώην πρωθυπουργών. Και αυτή η απουσία δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως μια απλή προσωπική επιλογή. Αυτοί που έχουν υπηρετήσει στο ύψιστο αξίωμα της εκτελεστικής εξουσίας, η πράξη τους αποκτά βαθύ συμβολισμό και πολιτικό μήνυμα.
Παρότι οι λόγοι τους μπορεί να διαφέρουν, η απουσία τους παράγει κοινό πολιτικό αποτέλεσμα. Αποδυναμώνει τον συμβολισμό της θεσμικής συνέχειας. Ενισχύει την αντίληψη ότι η πολιτική λειτουργεί με όρους προσωπικών στρατηγικών. Υπονομεύει την εικόνα ενότητας σε μια κορυφαία στιγμή του πολιτεύματος. Δίνει χώρο στον αντισυστημικό λόγο. Οι πρώην πρωθυπουργοί δεν είναι απλοί παρατηρητές. Είναι φορείς ιστορικής μνήμης και θεσμικής εμπειρίας. Η απουσία τους δείχνει ότι η Ελλάδα χρειάζεται μια νέα πολιτική κουλτούρα. Κουλτούρα θεσμικής συνέπειας, κουλτούρα υπέρβασης προσωπικών διαφορών, κουλτούρα σεβασμού στις κορυφαίες στιγμές του πολιτεύματος και κουλτούρα που αντιλαμβάνεται τους θεσμούς ως κοινή εθνική παρακαταθήκη. Η Δημοκρατία δεν ζητάει από τους πρώην πρωθυπουργούς να συμφωνούν. Ζητάει κάτι πολύ πιο απλό και πολύ πιο απαιτητικό, να είναι παρόντες.
Η Δημοκρατία μας είναι ισχυρή, αλλά όχι άτρωτη
Πενήντα δύο χρόνια μετά τη Μεταπολίτευση, η ελληνική Δημοκρατία έχει αποδείξει ότι διαθέτει αντοχές, συνέχεια και ωριμότητα. Όμως η σταθερότητα δεν είναι δεδομένη.
Η Δημοκρατία δεν πρέπει να εφησυχάζει, πρέπει συνεχώς να καλλιεργείται. Αυτό απαιτεί, θεσμική συνέπεια, σεβασμό στους θεσμούς, πολιτική παιδεία, ενίσχυση της εμπιστοσύνης των πολιτών και απομόνωση του λαϊκισμού.
Η Δημοκρατία δεν έχει ανάγκη από όσους τη θυμούνται μόνο όταν τους βολεύει. Έχει ανάγκη από όσους τη στηρίζουν όταν δεν τους βολεύει.
Η θεσμική συνέπεια δεν είναι αφηρημένη έννοια. Είναι η ικανότητα των κομμάτων να λειτουργούν με σταθερότητα, σοβαρότητα και σεβασμό προς τους θεσμούς, ανεξαρτήτως πολιτικής συγκυρίας. Σημαίνει, να τιμούν τους θεσμούς ακόμη κι όταν διαφωνούν, να συμμετέχουν στις κορυφαίες στιγμές του πολιτεύματος, να μην εργαλειοποιούν την ιστορική μνήμη, και να μην μετατρέπουν τη Δημοκρατία σε πεδίο μικροκομματικής αντιπαράθεσης.
Η θεσμική συνέπεια είναι ο καθρέφτης της πολιτικής αξιοπιστίας. Χωρίς αυτήν, κανένα κόμμα δεν μπορεί να πείσει ότι αποτελεί υπεύθυνη δύναμη εξουσίας.
Πως θα οδηγηθούμε σε μια θετική πολιτική κουλτούρα
Η Ελλάδα χρειάζεται μια νέα πολιτική κουλτούρα, που να στηρίζεται σε τρεις πυλώνες:
- Σεβασμός στους θεσμούς. Η παρουσία στις κορυφαίες θεσμικές εκδηλώσεις δεν είναι επιλογή, είναι υποχρέωση. Τα κόμματα πρέπει να δεσμευτούν ότι θα παρίστανται ανεξαρτήτως πολιτικών εντάσεων.
- Ειλικρινής πολιτικός διάλογος. Η αντιπαράθεση είναι υγιής όταν γίνεται με επιχειρήματα, όχι με συμβολικές αποχές και επικοινωνιακά τεχνάσματα.
- Καλλιέργεια πολιτικής παιδείας. Η Δημοκρατία χρειάζεται πολίτες που κατανοούν τη σημασία των θεσμών. Τα κόμματα οφείλουν να συμβάλουν σε αυτό, όχι να το υπονομεύουν.
Σε μια εποχή που ο αντισυστημικός λαϊκισμός, αριστερός και δεξιός, θεριεύει, η αποχή από τη Γιορτή της Δημοκρατίας δεν είναι “αντίσταση”. Είναι μια έμμεση συνθηκολόγηση. Με το να σνομπάρουν τον θεσμό, τα κόμματα συντάσσονται άθελά τους με την ατζέντα των αρνητών της Μεταπολίτευσης. Δίνουν πάτημα σε όσους επιχειρούν να αποδομήσουν την πιο ομαλή, ειρηνική και δημοκρατική περίοδο της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.
Όταν η θεσμική αντιπολίτευση συμπεριφέρεται σαν περιθωριακή ομάδα διαμαρτυρίας, νομιμοποιεί τη ρητορική εκείνων που θεωρούν τη Μεταπολίτευση “μήτρα δεινών”.
Η Δημοκρατία κερδίζεται και προστατεύεται μέσα στους θεσμούς, όχι έξω από αυτούς.
Η Δημοκρατία απαιτεί παρουσία, όχι αποχή. Η απουσία μπορεί να εξηγηθεί, αλλά δύσκολα μπορεί να δικαιολογηθεί. Και ακόμη δυσκολότερα μπορεί να εμπνεύσει εμπιστοσύνη. Η Γιορτή της Δημοκρατίας δεν είναι μια τυπική τελετή. Είναι η στιγμή που η πολιτεία τιμά τη συλλογική μνήμη όλων. Και αυτή η μνήμη δεν είναι επιλογή, είναι ηθική υποχρέωση.
Η Δημοκρατία δεν έχει ανάγκη από περιστασιακούς υπερασπιστές. Έχει ανάγκη από συνέπεια, σοβαρότητα και θεσμική ευθύνη. Δεν είναι μια τελετή στο Προεδρικό Μέγαρο. Είναι μια καθημερινή μάχη. Μια διαρκής διεκδίκηση. Ένα συλλογικό έργο που απαιτεί συμμετοχή, συνέπεια και θάρρος. Δεν ανήκει σε κανένα κόμμα, σε καμία κυβέρνηση, σε κανέναν θεσμό. Ανήκει στους πολίτες. Σε όλους εκείνους που πιστεύουν ότι η ελευθερία δεν χαρίζεται, αλλά κερδίζεται.
Γι’ αυτό και η στάση απέναντι στη Γιορτή της Δημοκρατίας δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι καθρέφτης πολιτικής κουλτούρας. Όσοι επιλέγουν την αποχή, όσοι μετατρέπουν τον θεσμό σε εργαλείο μικροπολιτικής, όσοι θυμούνται τη Δημοκρατία μόνο όταν τους βολεύει, δεν πλήττουν την κυβέρνηση, πλήττουν την ίδια την ιδέα της συλλογικής ευθύνης.
Η Ελλάδα χρειάζεται μια νέα πολιτική κουλτούρα. Μια κουλτούρα που να στηρίζεται στη θεσμική συνέπεια, στον σεβασμό, στη σοβαρότητα. Μια κουλτούρα που να βλέπει τους θεσμούς όχι ως πεδίο αντιπαράθεσης, αλλά ως κοινή εθνική παρακαταθήκη. Μια κουλτούρα που να ενώνει αντί να διχάζει, να εμπνέει αντί να απογοητεύει, να χτίζει αντί να γκρεμίζει.
Η Δημοκρατία δεν είναι δεδομένη. Είναι ένα έργο που πρέπει να το υπερασπιζόμαστε κάθε μέρα. Με παρουσία, όχι με αποχή. Με ευθύνη, όχι με υπεκφυγές. Με συνέπεια, όχι με προσχηματικές ευαισθησίες. Με πολιτική γενναιότητα, όχι με επικοινωνιακά τεχνάσματα.
Και αυτό είναι το πραγματικό κάλεσμα της Μεταπολίτευσης, να σταθούμε όλοι, κόμματα, θεσμοί, πολίτες, στο ύψος της ιστορίας μας. Να υπερασπιστούμε τη Δημοκρατία όχι μόνο στις επετείους, αλλά στις πράξεις μας. Να κάνουμε την παρουσία μας στους θεσμούς πράξη ευθύνης και όχι τελετουργικό. Να αποδείξουμε ότι η Δημοκρατία δεν είναι απλώς ένα πολίτευμα, αλλά μια ζωντανή υπόσχεση για το μέλλον.
Η Δημοκρατία δεν ζητάει πολλά. Ζητάει κάτι απλό, αλλά βαθιά απαιτητικό, να είμαστε εκεί. Να στεκόμαστε όρθιοι. Να τη στηρίζουμε όταν δοκιμάζεται. Και πάνω απ’ όλα, να τη θυμόμαστε όχι όταν μας συμφέρει, αλλά όταν μας χρειάζεται.