Η νέα προσπάθεια στο Κυπριακό από την προσωπική απεσταλμένη του Γ.Γ. του ΟΗΕ, Άνχελα Ολγίν, δεν επιχειρεί απλώς αναβίωση Σχεδίων του παρελθόντος. Συζητείται ένα πιο ευέλικτο ομοσπονδιακό σχήμα, με δύο «συνιστώντα κρατίδια» που θα έχουν εκτεταμένες αρμοδιότητες αυτοδιοίκησης, και με μία «περιορισμένη» κεντρική κυβέρνηση επιφορτισμένη με εξωτερικές σχέσεις, ευρωπαϊκή εκπροσώπηση, μακροοικονομική συνοχή και ασφάλεια. Λιγότερες κοινές αρμοδιότητες σημαίνουν λιγότερες πιθανότητες θεσμικής παράλυσης και περισσότερες δυνατότητες συνεννόησης.
Οι δύο Κοινότητες θα έχουν μεγαλύτερο βαθμό αυτοδιαχείρισης, ενώ θα μοιράζονται μόνο εξουσίες απαραίτητες για τη διεθνή παρουσία και τη λειτουργία ενός κοινού «συνεταιρικού κράτους» μέσα στην Ε.Ε. Πρόκειται για προσπάθεια συμβιβασμού ανάμεσα στην ανάγκη των Ελληνοκυπρίων για λειτουργικότητα και στην απαίτηση των Τουρκοκυπρίων για πολιτική ισότητα.
Καμία συμφωνία δεν θα καταστεί βιώσιμη εάν δεν αναγνωρίζει ουσιαστικά την πολιτική ισότητα των Τουρκοκυπρίων. Η πολιτική ισότητα δεν αποτελεί παραχώρηση της μίας Κοινότητας προς την άλλη. Αποτελεί αναγκαία συνθήκη για δημιουργία κοινού πολιτειακού πλαισίου, στο οποίο οι δύο πλευρές θα αισθάνονται ασφαλείς και πολιτικά κατοχυρωμένες. Η έμφαση μετατοπίζεται στη δημιουργία μηχανισμών που επιτρέπουν ουσιαστική συμμετοχή και των δύο Κοινοτήτων στις αποφάσεις, χωρίς να οδηγούν σε συστηματικά αδιέξοδα.
Η απαίτηση των Ελληνοκυπρίων για λειτουργικότητα δεν μπορεί να αγνοηθεί. Η πρόκληση είναι να διαμορφωθούν θεσμοί που θα συνδυάζουν «αποτελεσματική συμμετοχή» των Τουρκοκυπρίων, με αποφυγή των αδιεξόδων που στο παρελθόν τροφοδότησαν αμοιβαίες φοβίες και καχυποψία. Η συζήτηση για περιορισμένες κοινές αρμοδιότητες, για συλλογικά σχήματα διακυβέρνησης και για μηχανισμούς επίλυσης διαφορών κινείται προς αυτή την κατεύθυνση.
Η προσέγγιση επιχειρεί να καταστήσει τη Συμφωνία πολιτικά και κοινωνικά βιώσιμη, ήδη από τα πρώτα στάδια εφαρμογής της. Η επιστροφή εδαφών στην ελληνοκυπριακή πλευρά, με πρώτη αναφορά στο Βαρώσι (Αμμόχωστος) αλλά και σε άλλες περιοχές που είχαν συζητηθεί σε προηγούμενες διαπραγματεύσεις, η σταδιακή άρση εμποδίων στις μεταφορές και το εμπόριο της τουρκοκυπριακής πλευράς, καθώς και η δημιουργία κοινών ενεργειακών υποδομών, δεν αντιμετωπίζονται ως τελικό αποτέλεσμα της λύσης, αλλά ως μέρος μεταβατικής διαδικασίας οικοδόμησης εμπιστοσύνης. Προβλέπονται μεταβατικές ρυθμίσεις διάρκειας δύο ή τριών ετών, σταδιακή εναρμόνιση της τουρκοκυπριακής Κοινότητας με το ευρωπαϊκό κεκτημένο, και μέτρα που θα επιτρέψουν στις δύο πλευρές να βιώσουν έμπρακτα τα οφέλη της επανένωσης.
Η ευρωπαϊκή διάσταση προσφέρει δυνατότητες που δεν υπήρχαν σε προηγούμενες δεκαετίες. Η εφαρμογή του ευρωπαϊκού κεκτημένου σε ολόκληρη την Κύπρο θα λειτουργούσε ως ισχυρός μηχανισμός προστασίας δικαιωμάτων, δημοκρατικών εγγυήσεων και ειρηνικής επίλυσης διαφορών. Μια πιο ευέλικτη μορφή ομοσπονδιακής οργάνωσης εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως υποχώρηση, αλλά ως δημιουργική προσαρμογή στις πραγματικότητες του 21ου αιώνα.
Στο «πακέτο» περιλαμβάνεται η αναζήτηση νέων μορφών συλλογικής ασφάλειας. Είτε μέσω ενός ισχυρότερου ευρωπαϊκού πλαισίου ασφάλειας, είτε μέσω πολυμερών διεθνών ρυθμίσεων, είτε ακόμη μέσω μιας μεταβατικής αρχιτεκτονικής ασφάλειας που θα αντικαταστήσει σταδιακά το καθεστώς του 1960, αναζητείται φόρμουλα που επιτρέπει την υπέρβαση των αναχρονιστικών ρυθμίσεων για «Εγγυήτριες Δυνάμεις», χωρίς να δημιουργεί αίσθημα ανασφάλειας σε καμία από τις δύο Κοινότητες.
Η επίλυση του Κυπριακού συνδέεται με τη συνολική πορεία των ευρω-τουρκικών σχέσεων, με την ενεργειακή συνεργασία στην Ανατολική Μεσόγειο και με νέα αρχιτεκτονική σταθερότητας στην περιοχή. Η αξιοποίηση κοιτασμάτων φυσικού αερίου, η πιθανότητα δημιουργίας νέων δικτύων μεταφοράς ενέργειας και η σύνδεση της Κύπρου με περιφερειακές ενεργειακές υποδομές δημιουργούν κοινά συμφέροντα. Μια λύση μπορεί να μετατρέψει την ενέργεια από πεδίο αντιπαράθεσης σε πεδίο συνεργασίας, προσφέροντας οικονομικά και γεωπολιτικά οφέλη στις εμπλεκόμενες πλευρές.
Η Τουρκία εμφανίζεται διατεθειμένη να εντάξει το Κυπριακό σε ευρύτερο πακέτο ευρω-τουρκικής προσέγγισης, στο οποίο περιλαμβάνονται οικονομική συνεργασία, Τελωνειακή Ένωση, μεταφορές και ενέργεια. Το Κυπριακό παύει να είναι μόνο δι-κοινοτικό ή ελληνοτουρκικό πρόβλημα και μετατρέπεται σε κομβικό ζήτημα ευρωπαϊκής στρατηγικής στην Ανατολική Μεσόγειο.
Πηγή: www.efsyn.gr